Ομιλία του ιδρυτή και πρώτου Προέδρου της Εταιρίας Γεωργίου Σταυρόπουλου, επίτιμου Αντιπροέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά την παρουσίαση του βιβλίου του «Βιώματα και Εξουσία»
EΚΔΗΛΩΣΗ ΤΗΣ 11 ΜΑΙΟΥ 2026 ΣΤΗΝ ΕΣΗΕΑ
ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΥ ΒΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΞΟΥΣΙΑ
OΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
Η σχέση του γονιού με το παιδί του μοιάζει με τη σχέση του συγγραφέα με το βιβλίο του. Και οι δυο δημιουργοί αγωνίζονται να διαμορφωθεί ένα πολύ καλό αποτέλεσμα. Δίνουν τον εαυτό τους, πασχίζουν για το καλύτερο, αγωνιούν για τυχόν λάθη τους, χαίρονται με τις επιτυχίες και λυπούνται για τις αστοχίες. Κάποτε τα παιδιά μεγαλώνουν και αυτονομούνται, τα βιβλία ολοκληρώνονται και κυκλοφορούν. Τότε αποκόπτονται από τον δημιουργό τους και ακολουθούν τη δική τους πορεία. Ο γονιός και ο συγγραφέας μπορούν, τότε, μόνο να παρακολουθούν τη δική τους ιδιαίτερη πορεία που είναι άγνωστη από πριν και αβέβαιη. Και πάντα βέβαια ανησυχούν για το μέλλον τους. Ο συγγραφέας όμως έχει να αντιμετωπίσει μια ακόμη πιθανότητα. Να διαφοροποιηθούν στο μέλλον οι απόψεις του που έχουν ήδη καταγραφεί ανεξίτηλα στο χαρτί του βιβλίου του. Και τότε πρέπει να γράψει ένα νέο βιβλίο αναλαμβάνοντας τον προσπάθεια να δικαιολογήσει τη διαφοροποίηση, η οποία εύκολα παρεξηγείται. Ελπίζω το παρόν βιβλίο να μην απογοητεύσει τους αναγνώστες του, αλλά και να μην εξαναγκάσει τον συγγραφέα του να μετανιώσει για τις απόψεις που διατύπωσε για καταστάσεις και πρόσωπα, μολονότι η απογοήτευση τουλάχιστον από πρόσωπα δεν είναι σπάνια στην εποχή μας.
Αυτές τις σκέψεις κάνω σήμερα που παρουσιάζεται δημόσια το δεύτερο βιβλίο μου, ένα βιβλίο μάλλον ογκώδες που για κάποιους θα είναι κάπως δύσκολο στην ανάγνωση. Σε μια εποχή που τα μεγάλα σε όγκο βιβλία δεν έλκουν το ευρύ κοινό, πήγα αντίθετα στο ρεύμα. Έκανα μάλιστα το τόλμημα να δώσω σε αυτό το βιβλίο κατά βάση προσωπικό χαρακτήρα, με κίνδυνο να κατηγορηθώ για αυτό. Εκείνο που θέλησα όμως ήταν να κάνω το βιβλίο πιο ζωντανό στον αναγνώστη. Μίλησα εκ βαθέων. Το έργο ήταν ακόμα πιο δύσκολο, λόγω της, για πολλά χρόνια, δικαστικής μου ιδιότητας. Ένας άνθρωπος που άσκησε δικαστικά καθήκοντα για μακρό χρόνο είναι από τη φύση του πολύ προσεκτικός στις δημόσιες δηλώσεις και κυρίως στα γραπτά του. Του είναι μάλιστα πολύ δύσκολο να γράψει ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο και μάλιστα ένα πόνημα που παράλληλα κριτικάρει τους θεσμούς, στους οποίους υπηρέτησε και μάλιστα την ίδια τη δικαιοσύνη, στην υπηρεσία της οποίας αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος της επαγγελματικής του ζωής.
Υπήρξα κυρίως δικαστής στο Συμβούλιο της Επικρατείας, αν και είχα την τύχη να αποκτήσω και άλλες εμπειρίες από το δημόσιο χώρο. Είναι όμως η ατμόσφαιρα εργασίας στο ανώτατο διοικητικό δικαστήριο της χώρας που άσκησε τη μεγαλύτερη επιρροή επάνω μου. Η σοβαρότητα και η αφοσίωση στο καθήκον των μελών αυτού του δικαστηρίου συνδυάζονταν με την ανεξαρτησία του, την ελευθερία έκφρασης αλλά και τον σεβασμό της αντίθετης γνώμης, σύμφωνα με τις παραδόσεις του θεσμού. Κάτι περισσότερο: Ήταν τότε εμφανής μια τάση μείζονος σκεπτικισμού έναντι της δημόσιας διοίκησης που εύκολα αυθαιρετούσε, η οποία συνδυαζόταν με μια ιδιαίτερη μέριμνα για τον σεβασμό των δικαιωμάτων των πολιτών. Ήταν η εποχή που εκδίδονταν μεγάλες αποφάσεις από το Συμβούλιο της Επικρατείας που συμπλήρωναν τις γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου που το ίδιο το δικαστήριο είχε διαπλάσσει στο παρελθόν, πριν ο εθνικός νομοθέτης και τα διεθνή κείμενα αρχίσουν να περιορίζουν τη πραιτορική, κατά τον Ελευθέριο Βενιζέλο, αποστολή του. Ήδη βέβαια τότε, η συσσώρευση των πολλών εκκρεμών υποθέσεων δημιουργούσε συνθήκες ασφυξίας και καθόλου δεν ικανοποιούσε την ανάγκη έκδοσης δικαστικών αποφάσεων σε εύλογο χρόνο. Η κυβερνητική εξουσία συνήθως αδιαφορούσε για το δικαστήριο ή αγνοούσε τα ειδικότερα προβλήματά του. Το Σ.τ.Ε. έπαιρνε έτσι σχεδόν πάντα, το ίδιο, την πρωτοβουλία να προτείνει τις νομοθετικές αλλαγές που το αφορούσαν. Οι προτάσεις του όμως για την αποσυμφόρησή του αποδεικνύονταν συχνά ατελείς. Το ίδιο έγινε και με το κείμενο που πρότεινε το Δικαστήριο, υιοθέτησαν η Κυβέρνηση και η Βουλή και αποτέλεσε τον ν.3900/2010. Το αυτό συνέβη κατά βάση και με τους νόμους που ακολούθησαν. Η Ελληνική Δημοκρατία όμως έχει ανάγκη από ένα τελείως διαφορετικό Συμβούλιο της Επικρατείας, σε σχέση με αυτό που λειτουργεί σήμερα. Χρειάζεται ένα ανώτατο διοικητικό δικαστήριο που θα ασχολείται μόνο με τις σοβαρές δικαστικές υποθέσεις, τις οποίες και θα ολοκληρώνει σε σύντομο χρόνο. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο με την πρόβλεψη για τη χορήγηση προηγούμενης άδειας από το ίδιο το δικαστήριο για τη συζήτηση κάθε ένδικου βοηθήματος που θα ασκείται ενώπιόν του, με κριτήριο τη σοβαρότητα της υπόθεσης ή των τιθέμενων νομικών ζητημάτων, όπως ήδη συμβαίνει σχεδόν με όλα τα ανώτατα δικαστήρια του εξωτερικού. Για την επίλυση των μη σημαντικών διοικητικών διαφορών αρκούν προς τούτο τα λοιπά διοικητικά δικαστήρια που κατά βάση λειτουργούν εύρυθμα. Σε ένα ανώτατο δικαστήριο, όπως το Σ.τ.Ε., δεν χρειάζονται, επίσης, δέκα Αντιπρόεδροι, για την επιλογή των οποίων αποφασίζει ανέλεγκτα, το Υπουργικό Συμβούλιο, χρησιμοποιώντας τα γνωστά δικά του κριτήρια, παρά μόνο Πρόεδροι των Τμημάτων του που θα αναδεικνύονται από τους ίδιους τους δικαστές του. Του δικαστηρίου αυτού ο Πρόεδρος θα πρέπει να επιλέγεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, μετά από τη σύμφωνη, ενδεχομένως, γνώμη ενός Συμβουλίου μείζονος αντιπροσωπευτικότητας και κύρους, χωρίς καμιά δεδομένη εκ των προτέρων πλειοψηφία, προκειμένου η εκλογή του να μην εξαρτάται από τις πολιτικές σκοπιμότητες της στιγμής. Ο σημερινός ασφυκτικός εναγκαλισμός της δικαιοσύνης από την εκτελεστική εξουσία στο ανώτατο επίπεδο πρέπει να τερματιστεί. Είναι ηθικά απαράδεκτο η Κυβέρνηση να επιλέγει τους κορυφαίους ιδίως της διοικητικής δικαιοσύνης, οι οποίοι μετά τη διαδικασία αυτή καλούνται να κρίνουν τις πράξεις των εκλεκτόρων τους. Η χώρα μας έχει ανάγκη δικαστές και εισαγγελείς που σε όλα τα επίπεδα θα είναι πράγματι αμερόληπτοι κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, θα σέβονται τις λοιπές εξουσίες, αλλά και θα έχουν το θάρρος να αντιστέκονται στις υπερβάσεις τους, καθώς και στην υπόγεια επιρροή των μεγάλων ιδιωτικών συμφερόντων, των οποίων στην εποχή μας η ισχύς είναι ιδιαίτερα εμφανής. Υπάρχουν πολλοί άξιοι δικαστές, αλλά και κάποιοι λιγότεροι που δεν τιμούν την υψηλή τους ιδιότητα.
Ένας άλλο πρότυπο δικαστικού λειτουργού έχει ανάγκη η χώρα από εκείνο που κάποιοι υπηρετούν. Ο δικαστής δεν πρέπει να συμπεριφέρεται ως ευλύγιστος υπάλληλος. Οφείλει να μη ξεχνά ποτέ ότι κατά την άσκηση των δικαιοδοτικών του καθηκόντων είναι ισότιμος, με όσους ασκούν τις άλλες δυο κρατικές λειτουργίες. Αυτήν όμως την αυτονόητη αρχή δεν τηρούν ορισμένοι, οι οποίοι το μόνο που σκέφτονται είναι την επόμενη προαγωγή τους από τους ανώτερους στο βαθμό συναδέλφους τους ή από την κυβερνητική εξουσία και συμπεριφέρονται ανάλογα πριν και μετά την ανέλιξή τους στην ανώτερη θέση. Ο λαός μας όμως απαιτεί οι δικαστές να λειτουργούν με σοβαρότητα και αμεροληψία και να τηρούν τους κανόνες της αξιοπρέπειας και του αυτοσεβασμού, όποια βαθμίδα και αν κατέχουν. Επιπλέον απαιτεί από τον δικαστή απλότητα στη συμπεριφορά, ευπροσήγορο ύφος, αποφυγή κάθε τάσης ένταξης σε μια ιδιαίτερη αριστοκρατική κάστα, όπως αυτό συνέβαινε την εποχή του Ancien Régime στην προεπαναστατική Γαλλία με τα γνωστά εκεί αποτελέσματα. Καθώς οι δικαστικές αποφάσεις εκδίδονται στο όνομα του ελληνικού λαού, ο δικαστής πρέπει διαρκώς να πασχίζει να είναι άξιος της εμπιστοσύνης του, τον οποίο και αυτός με τη δική του δράση υπηρετεί. Για την καλύτερη μάλιστα εξυπηρέτηση των αρχών της αξιοκρατίας, η σύνθεση των δικαστικών συμβουλίων που αποφασίζουν για τα περισσότερα θέματα της υπηρεσιακής κατάστασης των δικαστών πρέπει να διευρυνθεί, μετά από συνταγματική αναθεώρηση, με τη συμμετοχή σε αυτά όχι μόνο ανώτατων δικαστών, αλλά και δικαστών άλλων βαθμίδων, ενδεχομένως και προσώπων εκτός του δικαστικού σώματος. Από την άλλη πλευρά, ο κάθε δικαστής στον ιδιωτικό του βίο πρέπει να απολαμβάνει τα δικαιώματα που αναγνωρίζονται στον καθένα, σύμφωνα με το άρθρο 5 του Συντάγματος, με τους συγκεκριμένους βέβαια περιορισμούς που είναι σύμφυτοι με το λειτούργημά του.
Τον τελευταίο καιρό κατηγορείται η δικαιοσύνη, ευρύτερα, για πολλά, άλλοτε άδικα, συχνά όμως δίκαια. Ειδικά ορισμένοι ανώτατοι δικαστικοί λειτουργοί δίνουν την εντύπωση ότι είναι πλήρως υποταγμένοι στις εκάστοτε κυβερνητικές διαθέσεις. Λειτουργούν μόνοι ή παρασύρουν άλλους σε αποφάσεις και πράξεις νομικά εσφαλμένες, για να ικανοποιήσουν τα πολιτικά πρόσωπα που τους επέλεξαν. Πρόκειται για συμπεριφορά ακραία προσβλητική της ηθικής του δικαστικού λειτουργήματος. Αντί να λειτουργούν ως πρότυπα δικαστικής ανεξαρτησίας, προβάλλουν την εικόνα προσώπων εξαρτημένων από την κυβερνητική βούληση που ενοχλούνται μάλιστα κάποτε από την εύλογη κριτική που τους ασκείται, αποκαλύπτοντας καλά κρυμμένες αυταρχικές τάσεις. Μιλούν μάλιστα για τοξικότητα των εύλογων αντιδράσεων, χωρίς να υποψιάζονται ότι την τοξικότητα δημιουργεί η δική τους συμπεριφορά και η αντίδραση σε αυτήν αποτελεί υγιές στοιχείο στον δημόσιο διάλογο. Υπάρχουν όμως και άλλοι δικαστές, οι συντριπτικά περισσότεροι, που τιμούν το αξίωμα που κατέχουν, είτε υπηρετούν σε ανώτατη βαθμίδα είτε όχι. Αξίζει μάλιστα να επισημανθεί το θάρρος που δείχνουν τελευταία πολλοί πρωτοβάθμιοι δικαστές τόσο στην πολιτική όσο και στη διοικητική δικαιοσύνη. Αποτελούν τη μεγάλη ελπίδα για μια δικαιοσύνη συνολικά ανεξάρτητη, για την οποία θα είναι υπερήφανος ο ελληνικός λαός. Τελειώνοντας την αναφορά μου στους δικαστικούς λειτουργούς δεν μπορώ να μην αναφερθώ ειδικότερα στους εισαγγελείς. Είναι, νομίζω, πλέον σαφές ότι διαχρονικά κάποιοι από τα ανώτατα κλιμάκια αυτού του κλάδου δεν ανταποκρίθηκαν στην τιμή που έγινε στους εισαγγελείς από το Σύνταγμα του 1975, με την κατάταξή τους στους ισόβιους δικαστικούς λειτουργούς, κάτι που προηγουμένως δεν ίσχυε. Δυστυχώς ορισμένοι απέδειξαν ότι δεν διακατέχονται από τις ιδέες της ανεξαρτησίας που πρέπει να κατευθύνουν τις ενέργειες κάθε δικαστικού λειτουργού. Είναι φανερό ότι οι επιλογές στις ανώτατες εισαγγελικές θέσεις πρέπει να γίνονται με μεγαλύτερη προσοχή, αλλά και η εκπαίδευση των μελλοντικών εισαγγελέων στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών πρέπει να αλλάξει. Οι επιθέσεις από την ιταλική κυβέρνηση στο ιταλικό δικαστικό σώμα αποδεικνύει την επιθυμία των εκάστοτε κυβερνώντων να ελέγχουν τη δικαιοσύνη. Εκεί όμως ευτυχώς η ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών υποστηρίχθηκε από τον ίδιο τον ιταλικό λαό με την ετυμηγορία του στο σχετικό δημοψήφισμα.
Μήπως όμως τα προβλήματα της δικαστικής λειτουργίας είναι τα μοναδικά στην Ελλάδα; Έχοντας ζήσει από κοντά τη λειτουργία και άλλων κρατικών και μη φορέων προσπάθησα να προβώ στο βιβλίο μου σε μια σφαιρική προσέγγιση των προβλημάτων τους. Πολλές και μεγάλες αλλαγές είναι αναγκαίες σε συνταγματικό επίπεδο. Γιατί άραγε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να μην εκλέγεται πάντα με μια μεγάλη πλειοψηφία από τη Βουλή και να μη διαθέτει σημαντικές αρμοδιότητες, έτσι ώστε να διασφαλίζεται καλύτερα το ιδιαίτερο θεσμικό του κύρος; Δεν πρέπει να διαθέτει αρμοδιότητες που να εξισορροπούν κάπως την παντοδυναμία του Πρωθυπουργού; Η Βουλή έχει χαρακτηρισθεί από τον ποιητή τραγουδοποιό «έρημη και απρόσωπη». Δεν είναι αναγκαίο άραγε να αναβαθμιστεί το κοινοβουλευτικό έργο και οι βουλευτές να μετέχουν πιο αυτόνομα στη νομοθετική διαδικασία; Δεν πρέπει επίσης ο κοινοβουλευτικός έλεγχος από τον απλό βουλευτή να γίνει ουσιαστικότερος; Από την άλλη πλευρά, ενώ είναι σωστή η συζήτηση για την αποσύνδεση των καθηκόντων του υπουργού από εκείνα του βουλευτή, γιατί δεν προβάλλεται η ανάγκη μια τέτοια ρύθμιση να συνδυάζεται με την πρόβλεψη κωλύματος συμμετοχής του υπουργού στις επόμενες βουλευτικές εκλογές; Πολλές είναι οι συνταγματικές διατάξεις που πρέπει να αλλάξουν. Σε κάθε σχεδόν Μέρος του βιβλίου μου προτείνω, εκτός των άλλων, τις αναγκαίες, κατά τη γνώμη μου, συνταγματικές ή άλλες θεσμικές μεταρρυθμίσεις. Θα ήμουν ευτυχής αν τύχουν προσοχής αυτές οι προτάσεις μου.
Υπάρχουν όμως και μεταρρυθμίσεις που δεν χρειάζονται αναθεώρηση του Συντάγματος. Π.χ. ο αριθμός των βουλευτών, με κοινό νόμο, μπορεί να περιορισθεί στους 200, αφού ο επιπλέον αριθμός τους έχει μάλλον αντιπαραγωγικό χαρακτήρα. Αναγκαίος είναι επίσης ο σημαντικός περιορισμός του αριθμού των υπουργών, αναπληρωτών υπουργών, υφυπουργών κλπ, καθώς και η μεγαλύτερη συμμετοχή των γυναικών σε υπουργικές θέσεις. Θα μπορούσαν μάλιστα να προβλεφθούν σχετικά ακόμα και ποσοστώσεις. Χρειάζονται σημαντικές θεσμικές αλλαγές σε πολλά επίπεδα. Η σημαντικότερη όμως και πιο δύσκολη αλλαγή που είναι αναγκαία αφορά τη νοοτροπία των ανθρώπων. Η ηθική στην πολιτική, η υπεύθυνη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης, η νοοτροπία πλήρους ανεξαρτησίας όλων των δικαστών και των εισαγγελέων δεν εξαρτώνται πάντα από νομικές ρυθμίσεις. Μια άλλη νοοτροπία ζωής είναι ανάγκη να διαχυθεί σε μια κοινωνία κουρασμένη και απογοητευμένη από κακές πρακτικές που συχνά άνωθεν εκπορεύονται. Η νεότερη γενιά αποτελεί βέβαια την ελπίδα για μια αποτελεσματική διέξοδο από τη σημερινή δυστοπία. Ας την αφήσουμε να αναπτύξει τα αποτελεσματικά της αντισώματα. Πρέπει να αγωνισθεί πολύ για αξιοκρατία παντού. Η ελπίδα όμως αυτή δεν αποτελεί άλλοθι για αδράνεια εκ μέρους των παλαιότερων. Ας κάνουμε και εμείς ό,τι μπορούμε για να αντισταθούμε σε μια πραγματικότητα που συχνά απογοητεύει.




