32423423423

Αικ. Σακελλαροπουλου Η συνταγματική διάσταση των δικαστικών ενώσεων

Η συνταγματική διάσταση των δικαστικών ενώσεων[1]

 

 

Μέχρι το Σύνταγμα 1975

Τον Ιανουάριο του 1958 ιδρύθηκε δικαστικό σωματείο με την επωνυμία «Ένωσις Ελλήνων Δικαστών και Εισαγγελέων» από δικαστές που υπηρετούσαν στο Εφετείο και την Εισαγγελία Εφετών Αθηνών. Καταστατικοί σκοποί του η διασφάλιση της ανεξαρτησίας της δικαστικής εξουσίας, η εξύψωση της θέσης των δικαστών, η βελτίωση της δικαστηριακής οργάνωσης για την καλύτερη απονομή της δικαιοσύνης, η επιστημονική συμβολή στην βελτίωση της νομολογίας και η επικοινωνία και συνεργασία με ομοειδείς οργανώσεις δικαστικών λειτουργών της αλλοδαπής. Η Ένωση δεν είχε πολιτικό ή συνδικαλιστικό χαρακτήρα. Την ίδια χρονιά η Ένωση έγινε δεκτή στο ΔΣ της Διεθνούς Ενώσεως Δικαστών[2].

Τον Ιανουάριο του 1960 εκλέχθηκε νέο ΔΣ, με πρόεδρο τον αρεοπαγίτη Αντώνιο Φλώρο. Την ίδια χρονιά εκδόθηκε το επιστημονικό περιοδικό της Ένωσης «Ελληνική Δικαιοσύνη». Την περίοδο εκείνη νομοθετική ρύθμιση για την αντιμετώπιση ελλείψεων στη στελέχωση της πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης[3] προκάλεσε αντιδράσεις από την Ένωση, που έθεσε θέμα παραβίασης του Συντάγματος. Τα πράγματα οξύνθηκαν και, ενόψει της σύγκλησης έκτακτης ΓΣ της Ένωσης, η Ολομέλεια του ΑΠ αποφάσισε ότι η Ένωση πρέπει να περιορισθεί στην ανάπτυξη καθαρώς επιστημονικών θεμάτων και απηύθηνε σύσταση στα μέλη του ΑΠ να μην μετέχουν σε αυτή.  Μετά την απόφαση αυτή της Ολομέλειας του ΑΠ, η έκτακτη ΓΣ της Ένωσης ματαιώθηκε. Κριτική στην απόφαση του ΑΠ διατύπωσε, με άρθρο του στην «Ελληνική Δικαιοσύνη»  λίγες μέρες μετά, ο Α. Φλώρος[4]. Το άρθρο αυτό προκάλεσε τη θετική παρέμβαση πέντε πρώην Υπουργών Δικαιοσύνης, καθώς και ανακοίνωση του αρχηγού της Ένωσης Κέντρου Γ. Παπανδρέου, στην οποία τονίζεται ότι «όλοι ανεξαιρέτως οι πολίτες της ελληνικής δημοκρατίας, εις τους οποίους περιλαμβάνονται και οι δικασταί, έχουν το δικαίωμα και της οργανώσεως και της ελευθέρας διαδηλώσεως της γνώμης των».

Με εγκύκλιο του τότε εισαγγελέα ΑΠ Κ. Κόλλια, η Ένωση καταγγέλθηκε ότι εκτέθηκε σε συνδικαλιστικούς σκοπούς και, μετά από αδιέξοδες διαδικασίες ανάδειξης ΔΣ, οδηγήθηκε σε αδρανοποίηση.

Με την ΚΔ’ Συντακτική Πράξη της 28.5.1968 «Περί εξυγιάνσεως της τακτικής δικαιοσύνης» ανεστάλη για τρεις ημέρες η ισοβιότητα των δικαστικών λειτουργών και η μονιμότητα εισαγγελέων και ειρηνοδικών. Το Υπουργικό Συμβούλιο, μετά από εισήγηση του Υπουργού Δικαιοσύνης και εν ενεργεία αρεοπαγίτη Κ. Καλαμποκιά, αποφάσισε την απόλυση τριάντα δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών, πέντε από τους οποίους απολύθηκαν, εκτός των άλλων, και για τον διακεκριμένο λόγο της συνδικαλιστικής δράσης τους. Το ΣτΕ, στο οποίο προσέφυγαν οι απολυθέντες, αρχικά μεν, δικάζοντας την αίτηση ακυρώσεως του Α. Φλώρου, την απέρριψε, με τη σκέψη ότι η σχετική πράξη δεν έφερε τον χαρακτήρα πειθαρχικής ποινής αλλά διοικητικού μέτρου[5]. Στη συνέχεια όμως, ενόψει και της άρνησης του Υπουργού Δικαιοσύνης να διορίσει απολυθέντα δικαστή ως δικηγόρο, το ΣτΕ μετέβαλε τη νομολογία του και δέχθηκε ότι οι πράξεις απόλυσης ήταν μη νόμιμες και έπρεπε να ακυρωθούν, για τον λόγο ότι οι απολυθέντες δεν είχαν κληθεί σε προηγούμενη ακρόαση[6]. Οι εξελίξεις που ακολούθησαν υπήρξαν δραματικές και ιδιαίτερα σημαντικές για την ιστορία της ελληνικής Δικαιοσύνης. Ένας από τους αιτούντες, ο εισαγγελέας Αλ. Φλώρος, καθώς και οι δικηγόροι του Γ. Μαγκάκης, Θ. Ζούκας και Ε. Γιαννόπουλος, εκτοπίσθηκαν. Δύο μέρες μετά τη δημοσίευση των ακυρωτικών αποφάσεων, δημοσιεύθηκε το διάταγμα αποδοχής της παραίτησης του προέδρου του ΣτΕ Μιχαήλ Στασινοπούλου που ποτέ δεν είχε υποβληθεί και στη συνέχεια παραιτήθηκαν ένας αντιπρόεδρος και επτά σύμβουλοι σε ένδειξη συμπαράστασης στον πρόεδρο του Δικαστηρίου.

Αξίζει να μνημονευθεί απόφαση του πρωτοδίκη Χανίων Νικ. Γεωργίλη, με την οποία κρίθηκε, με αφορμή τροχαία παράβαση του απολυθέντος δικαστή Γ. Ξενάκη, ότι η ειδική δωσιδικία αφορά στην ιδιότητα του δικαστικού λειτουργού, ανεξαρτήτως αν αυτός ασκεί πράγματι τα καθήκοντά του, και αυτό παρά το ότι με το ν.δ. 228/1969 οι πιο πάνω αποφάσεις του ΣτΕ είχαν καταστεί ανυπόστατες[7]. Με την ίδια απόφαση κρίθηκε ότι το Δικαστήριο υποχρεούται να μην εφαρμόσει το ως άνω διάταγμα, με το οποίο κηρύσσονται ανυπόστατες αποφάσεις οργάνων της δικαστικής εξουσίας καταλύοντας το δεδικασμένο που απορρέει από αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις, για τον λόγο ότι αυτό δεν ευρίσκεται σε αρμονία με τις συνταγματικές αρχές της διακρίσεως των εξουσιών και της ανεξαρτησίας της δικαστικής εξουσίας.

Σύνταγμα 1975

Στις συζητήσεις που προηγήθηκαν της ψήφισης του Συντάγματος του 1975 υποστηρίχθηκε ότι επιβάλλεται η ανασυγκρότηση της ένωσης για το συμφέρον της Δικαιοσύνης: «… Πρόταση της Συνταγματικής Επιτροπής να οργανούνται οι δικασταί εις σωματεία άνευ περιορισμού … έγινε δεκτόν να οργανωθούν εις ένα σωματείον, διά να αναβιώση η παλαιά Ένωσις Δικαστών και Εισαγγελέων, η οποία υπήρξε στόχος της Δικαστικής Χούντας … Ανασυγκρότησις της ενώσεως, διά να υπάρξη υπεύθυνη επαφή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης με το Σώμα των δικαστικών λειτουργών για τα θέματα του Δικαστικού Σώματος, για οποιοδήποτε άλλο πρόβλημα γενικωτέρου ενδιαφέροντος, για το οποίο πρέπει να υπάρξη και η γνώμη και η θέσις του Δικαστικού Σώματος …» (Απ. Κακλαμάνης)[8].

«… Όχι καθαρά επαγγελματικό αλλά ένα επιστημονικό σωματείο που θα επιδιώξει βελτίωση της θέσεως του κλάδου του για να αυξηθεί και το κύρος του και να κατοχυρωθεί, αλλά ταυτοχρόνως θα εξυψώσει και τα πνευματικά και επιστημονικά του ενδιαφέροντα μέσα σε νόμιμα όρια. Έχουμε την ασφαλιστική δικλείδα του νόμου …» (Γ.Α. Μαγκάκης)[9].

«… Πολλαπλά ωφέλησε η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων τη Δικαιοσύνη, όχι όμως αυτούς οι οποίοι την αποτελούσαν, διότι αυτούς οι οποίοι ανήκαν εις αυτήν τους κατέστρεψε. Το πλείστον των απολυθέντων με την ΚΔ’ Συντακτική Πράξη ήσαν μέλη της διοικήσεως της Ενώσεως. Θέλω μίαν Ένωσιν διά να έχη σοβαρότητα ...» (Γ.Β. Μαγκάκης)[10].

«… μίαν ένωσιν κατά κλάδον …» (Γ. Σταμάτης)[11].

«Επιβάλλεται να επιτρέψωμεν την σωματειακήν οργάνωσιν εις τους δικαστάςνα είναι ανάλογη με τους Δικηγορικούς Συλλόγους, να ασκή και πειθαρχικήν εξουσίαν επί των δικαστών … Η σωματειακή οργάνωσις θα βοηθήση το κύρος και το γόητρον, την ανεξαρτησία του δικαστού …» (Ν. Αλαβάνος)[12].

Κατόπιν τούτων, ψηφίσθηκε η διάταξη του άρθρου 89 παρ. 5 του Συντάγματος, στην οποία ορίζεται ότι «Επιτρέπεται η συγκρότηση ένωσης δικαστικών λειτουργών, όπως νόμος ορίζει».

Στις αρχές του 1976 αναβίωσε η «Ένωσις Ελλήνων Δικαστών και Εισαγγελέων», η οποία αποφάσισε να ξεκινήσει τις προσπάθειες για την ψήφιση ειδικού μισθολογίου των δικαστικών λειτουργών, σύμφωνα με τη σχετική πρόβλεψη του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος. Το 1982 το σωματείο μετονομάσθηκε σε «Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων» και στο τροποποιημένο καταστατικό τονίσθηκε ότι η ένωση παραμένει αδέσμευτη από τη Διοίκηση και από κάθε πολιτική επιρροή, ενώ απαλείφθηκε ο μη συνδικαλιστικός χαρακτήρας του σωματείου.

Τον Νοέμβριο του 1976 ιδρύθηκε η «Ένωση Διοικητικών Δικαστών» και το 1979 η «Ένωση Δικαστικών Λειτουργών του Συμβουλίου της Επικρατείας». Ακολούθησε η ίδρυση και άλλων δικαστικών ενώσεων.

Σήμερα δεν αμφισβητείται ο συνδικαλιστικός χαρακτήρας των δικαστικών ενώσεων αλλά διαφοροποιείται το εύρος της δράσης τους ανάλογα με τους θεσμικούς περιορισμούς. Η εξέλιξη του ρόλου των δικαστικών ενώσεων συνδέεται στενά με τον ρόλο των ίδιων των δικαστικών λειτουργών σε κάθε χώρα. Σε περιόδους αυταρχικών καθεστώτων ο ρόλος των δικαστικών λειτουργών υποβαθμίζεται, ενώ όταν ενισχύεται η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης οι δικαστικές ενώσεις δραστηριοποιούνται παράλληλα με τον εκδημοκρατισμό της λειτουργίας της Δικαιοσύνης. Από την περίοδο της ανόδου του ναζισμού στη Γερμανία μέχρι το σημερινό καθεστώς στην Τουρκία εμφανίζονται φαινόμενα διώξεως δικαστικών λειτουργών, προεχόντως όσων έχουν δημόσιο ρόλο ή δραστηριοποιούνται σε οργανώσεις.

Διεθνές τοπίο

Σε διεθνές επίπεδο, λειτουργεί από το 1953 η «Διεθνής Ένωση Δικαστών», επαγγελματική οργάνωση με βασικό καταστατικό σκοπό την προάσπιση της δικαστικής ανεξαρτησίας, και από το 1987 η «MEDEL», ευρωπαϊκή οργάνωση δικαστών για τη δημοκρατία και τις ελευθερίες.

Το 7ο συνέδριο του ΟΗΕ για την Πρόληψη του Εγκλήματος και την Μεταχείριση των Εγκληματιών, που πραγματοποιήθηκε στο Μιλάνο το 1985, υιοθέτησε τις θεμελιώδεις αρχές για την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης. Το κείμενο αυτό ορίζει ότι οι δικαστές είναι ελεύθεροι να ιδρύουν ενώσεις ή άλλες οργανώσεις και να προσχωρούν σε αυτές προκειμένου να υπερασπίζονται τα συμφέροντά τους, να προάγουν την επαγγελματική τους κατάρτιση και να προστατεύουν την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης[13].

Στη Γερμανία ο νόμος επιτρέπει στους δικαστές να συμμετέχουν στην πολιτική ζωή και να εκφράζουν πολιτικές απόψεις, εφόσον δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση η ανεξαρτησία και αμεροληψία τους.

Στη Γαλλία, μετά τα γεγονότα του Μαΐου του 1968, ιδρύεται το «Syndicat de la Magistrature» για να αναδείξει τη νέα ταυτότητα του δικαστικού σώματος σε ένα κράτος δικαίου, με άνοιγμα της Δικαιοσύνης στην κοινωνία και συνεργασία με άλλους φορείς και τον τύπο. Τα σωματεία δικαστών συνδέονται ευθέως με πολιτικούς χώρους, ο δικαστικός συνδικαλισμός είναι αποδεκτός από το κοινωνικό σύνολο και οι αποδοχές και συντάξεις των δικαστικών λειτουργών είναι υψηλότερες από τα ανώτερα στελέχη της δημόσιας Διοίκησης. Ο Χάρτης Δεοντολογίας των μελών της διοικητικής δικαιοσύνης, που συνέταξε το Conseil d’Etat, προβλέπει ότι τα μέλη της, που έχουν το δικαίωμα του συνδικαλίζεσθαι, έχουν καθήκον αυτοσυγκράτησης και στη δημόσια έκφραση γνώμης δεν πρέπει να χρησιμοποιούν τη δικαστική τους ιδιότητα. Στον Κώδικα Δεοντολογίας, που συνέταξε το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, ορίζεται ότι ο δικαστής, όταν εκφράζεται δημόσια, προσέχει ώστε να μην τεθεί σε αμφιβολία η εικόνα της αμερόληπτης δικαιοσύνης, η οποία είναι αναγκαία ώστε να διατηρείται η εμπιστοσύνη της κοινωνίας σε αυτή. Ορίζεται επίσης ότι ο δικαστής, που κάνει χρήση του συνδικαλιστικού δικαιώματος, εκφράζεται ελεύθερα στα πλαίσια αυτά.

Στην Αγγλία, ο Οδηγός Δικαστικής Συμπεριφοράς ορίζει ότι ο δικαστής, όπως κάθε άλλος πολίτης, έχει δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τη γνώμη και τις πεποιθήσεις του και να μετέχει σε ενώσεις, πρέπει όμως να εξασκεί τα δικαιώματα αυτά με τρόπο ώστε να διατηρεί το κύρος του δικαστικού λειτουργήματος και την αμεροληψία και ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης.

Πρόσφατα, το βραβείο Βάσλαβ Χάβελ για τα ανθρώπινα δικαιώματα απονεμήθηκε στον Μουράτ Αρσλάν, πρόεδρο της Ανεξάρτητης Ένωσης Τούρκων Δικαστών, ο οποίος είναι στη φυλακή από τον Οκτώβριο του 2016.

 

 

Ρόλος των ενώσεων

Η θέση και ο ρόλος των δικαστικών ενώσεων συνδέονται με το επίπεδο θεσμικών εγγυήσεων της Δικαιοσύνης. Προτεραιότητά τους πρέπει να είναι η διασφάλιση του κύρους του λειτουργήματος και της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των δικαστών. Στη χώρα μας οι θεσμικές εγγυήσεις βρίσκονται σε επαρκές πανευρωπαϊκά επίπεδο. Εκτός από την συνταγματική διάταξη για την κατοχύρωση των δικαστικών ενώσεων, κρίσιμες είναι οι διατάξεις του άρθρου 23 παρ. 2, σύμφωνα με την οποία «Απαγορεύεται η απεργία με οποιαδήποτε μορφή στους δικαστικούς λειτουργούς» και του άρθρου 29 παρ 3, σύμφωνα με την οποία «Απαγορεύονται απολύτως οι οποιασδήποτε μορφής εκδηλώσεις υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος στους δικαστικούς λειτουργούς». Εξάλλου, από τον «Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών»[14] συνάγονται υποχρεώσεις των δικαστικών λειτουργών, ενώ προβλέπεται ρητά ότι δεν αποτελούν πειθαρχικό παράπτωμα (α) η δημόσια έκφραση γνώμης, εκτός αν γίνεται με προφανή σκοπό τη μείωση του κύρους της Δικαιοσύνης ή υπέρ ή κατά ορισμένου κόμματος ή άλλης πολιτικής οργάνωσης και (β) η συμμετοχή και ανάπτυξη δραστηριότητας στις αναγνωρισμένες ενώσεις δικαστών ή άλλα σωματεία και η έκφραση γνώμης και κριτικής άποψης που γίνεται στα πλαίσια της συμμετοχής σε ένωση δικαστικών λειτουργών[15].

Προνομιακό πεδίο δράσης των δικαστικών ενώσεων αποτελούν η υπεράσπιση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης ως θεσμού και της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των δικαστών.

Η προβλεπόμενη από το Σύνταγμα δυνατότητα των δικαστών να μετέχουν σε ενώσεις που εκπροσωπούν τα συμφέροντά τους πρέπει να αντιμετωπίζεται στο πλαίσιο του συνόλου των εγγυήσεων και περιορισμών που ισχύουν για τους δικαστικούς λειτουργούς, ώστε να μην υπονομεύεται το κύρος του λειτουργήματός τους.

H έγκαιρη και αποτελεσματική απονομή της Δικαιοσύνης αποτελεί συστατικό στοιχείο κάθε σύγχρονου κράτους δικαίου. Αυτός πρέπει να είναι ο στόχος κάθε επιμέρους δικαστικού λειτουργού, καθώς και της συλλογικής του εκπροσώπησης. Στο πλαίσιο αυτό, οι Ενώσεις διαδραματίζουν ενεργό ρόλο, μετέχοντας στον διάλογο με τις άλλες εξουσίες έτσι ώστε οι νομοθετικές ρυθμίσεις και γενικότερα τα μέτρα που λαμβάνει η Πολιτεία να αποσκοπούν στην όσο το δυνατόν ορθολογική λειτουργία της Δικαιοσύνης, έννοια που είναι πολύ ευρύτερη από την απλή αύξηση των οργανικών θέσεων των δικαστών.

Η οικονομική ανεξαρτησία στον χώρο της Δικαιοσύνης αποτελεί ουσιώδες έρεισμα της λειτουργικής ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών και ενισχυτικό στοιχείο του ελεύθερου φρονήματός τους[16]. Η Ευρωπαϊκή Χάρτα για το Νομικό Καθεστώς των Δικαστών, η οποία εγκρίθηκε στο Στρασβούργο το 1998, ορίζει ότι «Οι δικαστές που ασκούν δικαστικά καθήκοντα με επαγγελματική ιδιότητα δικαιούνται αποδοχές, το επίπεδο των οποίων καθορίζεται σε ύψος που τους προστατεύει από πιέσεις που έχουν στόχο να επηρεάζουν τις αποφάσεις τους και γενικά τη συμπεριφορά τους στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους, εξασθενίζοντας με αυτό τον τρόπο την ανεξαρτησία και την αμεροληψία τους. … Ο νόμος διασφαλίζει ιδιαίτερα ότι οι δικαστές που έχουν φτάσει το νόμιμο όριο ηλικίας αποχώρησης από την δικαστική υπηρεσία, έχοντας επιτελέσει τα καθήκοντά τους για μια καθορισμένη περίοδο, λαμβάνουν σύνταξη αποχώρησης, το επίπεδο της οποίας πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πλησιέστερα στο επίπεδο των τελευταίων τους αποδοχών ως δικαστών».

Σύμφωνα με το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ, οι διατάξεις του Συντάγματος για τις αποδοχές των δικαστών έχουν τεθεί για να ευνοήσουν όχι τους δικαστές ως άτομα αλλά το δημόσιο συμφέρον για μια ικανή και ανεξάρτητη δικαστική εξουσία[17].

Γίνεται πολύς λόγος για την ενασχόληση των δικαστικών ενώσεων στη χώρα μας με μισθολογικά ζητήματα. Αυτό είναι αληθές, οφείλεται όμως στο ότι στις περισσότερες χώρες το ζήτημα αυτό έχει λυθεί από την Πολιτεία συναινετικά, με τρόπο ικανοποιητικό για το κύρος της δικαστικής εξουσίας.

Ως προς το ζήτημα των αποδοχών, διεθνώς υπάρχουν διαφορετικά συστήματα, λ.χ. εξατομίκευση των δικαστικών αποδοχών μέσω της αξιολόγησης του δικαστικού έργου. Πάγιο αίτημα των δικαστικών ενώσεων αποτελεί η πλήρης οικονομική αυτοδιαχείριση της Δικαιοσύνης.

Συχνά αμφισβητείται η κοινωνική νομιμοποίηση του δικαστικού σώματος, ιδίως ενόψει συγκεκριμένων αποφάσεων με μεγάλο κοινωνικό αντίκτυπο. Στον τομέα αυτό, μεγάλη σημασία έχουν η πειθώ και ο δημόσιος χαρακτήρας των δικαστικών αποφάσεων. Ο δικαστής αποτελεί μέρος του κοινωνικού συνόλου. Το κοινωνικό περιβάλλον, τα ΜΜΕ, η προσωπικότητα και οι πεποιθήσεις του, όπως και οι συνθήκες υπό τις οποίες ασκεί το λειτούργημά του, επηρεάζουν αναπόφευκτα το περιεχόμενο της δικαστικής κρίσης. Σε καμία όμως περίπτωση οι παράγοντες αυτοί δεν πρέπει να περιορίζουν την αμεροληψία του και τη δυνατότητά του να εκφέρει δίκαιη κρίση, κρίση δηλαδή σύμφωνη με τους ισχύοντες κανόνες δικαίου και όχι με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, όπως επιτάσσει το Σύνταγμα.

Γίνεται επίσης λόγος για τη σύγκρουση συγκεκριμένων δικαστικών αποφάσεων με το κοινό περί δικαίου αίσθημα. Πέραν των αυτονόητων κοινών αξιακών κωδίκων που επικρατούν σε κάθε κοινωνία σε δεδομένη ιστορική στιγμή, η σημερινή εποχή, όπου διαμορφώνεται ένα ιδιαίτερα σύνθετο περιβάλλον, απαιτεί ευελιξία και ποικιλότητα των απόψεων. Άλλωστε τα δικαιώματα ανήκουν και στις μειοψηφίες. Το «κοινό περί δικαίου αίσθημα», που μπορεί να είναι και αποτέλεσμα συγκεκριμένων επιρροών, είναι επικίνδυνη έννοια για να καθορίσει την έκβαση συγκεκριμένης δίκης, αφού μπορεί στην πραγματικότητα να δηλώνει επικράτηση των απόψεων της πλειοψηφίας  σε θέματα, στα οποία όμως το δίκαιο έχει τεθεί για να προστατεύσει την διαφορετική έκφραση.

Ο δικαστής εκφράζει την κυρίαρχη αντίληψη περί του τι είναι δίκαιο, λειτουργώντας όμως ταυτόχρονα ως προστάτης και εγγυητής των δικαιωμάτων των πολιτών. Η δικαστική εξουσία, πέρα από τον εσωτερικό έλεγχο μέσω των ενδίκων μέσων, ελέγχεται κοινωνικά και πολιτικά με την κριτική των δικαστικών αποφάσεων. Η κριτική αυτή, η οποία μπορεί να είναι επιστημονική ή και πολιτική, αποτελεί ουσιώδες χαρακτηριστικό του δημοκρατικού πολιτεύματος και συμβάλλει στην βελτίωση της απονομής της Δικαιοσύνης. Για τον λόγο αυτό, πρέπει να γίνεται αποδεκτή τόσο από τους δικαστές όσο και από τις ενώσεις τους, οι οποίες, ελλείψει γραφείων τύπου των δικαστηρίων, είναι υποχρεωμένες σε κάποιες περιπτώσεις να καλύπτουν και τον ρόλο αυτό. Διαφορετική είναι η περίπτωση που υπό το ένδυμα της κριτικής υποκρύπτεται επίθεση κατά των δικαστών που εξέδωσαν μία μη αρεστή απόφαση. Το ζήτημα πάντως αυτό είναι εξαιρετικά λεπτό και η αντιμετώπισή του από τις ενώσεις πρέπει να γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή, και πάντα στα πλαίσια της  θεσμικής ψυχραιμίας και νηφαλιότητας που πρέπει να διέπουν κάθε αντίδραση των δικαστών.

Σε κάθε περίπτωση, η συναδελφική αλληλεγγύη δεν σημαίνει συγκάλυψη  ακραία προβληματικών φαινομένων και συμπεριφορών, όπως μεγάλες καθυστερήσεις στην απονομή της δικαιοσύνης, δικαστές που δεν ανταποκρίνονται στον ρόλο τους ή προκλητικές αποφάσεις. Η δημόσια τοποθέτηση των δικαστικών ενώσεων σε τέτοιου είδους θέματα και η υπεράσπιση των εμπλεκομένων δικαστικών λειτουργών όχι μόνο δεν προστατεύει το κύρος της Δικαιοσύνης αλλά το βλάπτει, αφού  δίνει την εντύπωση όχι ότι η δικαστική εξουσία είναι ανεξάρτητη αλλά ότι είναι ανεξέλεγκτη.

Γενικότερα, στο ζήτημα της δημόσιας έκφρασης των δικαστικών ενώσεων, είναι αυτονόητο ότι τα θέματα που απασχολούν την κοινωνία απασχολούν και τους δικαστικούς λειτουργούς ως μέλη του κοινωνικού συνόλου. Παρεμβάσεις όμως που ξεφεύγουν από τον κύκλο των ζητημάτων που αφορούν τη λειτουργία της Δικαιοσύνης και των δικαστικών λειτουργών, ενόψει και των συνταγματικών περιορισμών για τους δικαστικούς λειτουργούς, πρέπει να γίνονται με την μεγαλύτερη δυνατή φειδώ. Οι δικαστικές ενώσεις πρέπει να εκφράζονται δημόσια όχι για να πουν κάτι αλλά γιατί αυτό που θα πουν έχει ειδική σημασία για τη Δικαιοσύνη και επομένως πρέπει να ακουσθεί. Αν, αντίθετα, οι δικαστικές ενώσεις θεωρούν καθήκον τους να εκφράζουν τη γνώμη τους για κάθε είδους θέμα που απασχολεί την κοινωνία, σταδιακά ο συνταγματικός τους ρόλος και η πειθώ που πρέπει να έχουν οι παρεμβάσεις τους θα εξασθενίσουν και, στα μάτια του κοινωνικού συνόλου, θα καταλήξουν να αποτελούν μία ακόμη συνδικαλιστική οργάνωση από τις τόσες που λειτουργούν στη χώρα μας.

Αποτίμηση έργου δικαστικών ενώσεων (1958-2017)

Έχουν ήδη περάσει σχεδόν 60 χρόνια από την ίδρυση της πρώτης δικαστικής ένωσης στη χώρα μας. Από την πρώτη εκείνη δύσκολη περίοδο, με τους ηρωικούς συναδέλφους που πήραν την πρωτοβουλία ίδρυσης σωματείου δικαστών, με αποτέλεσμα να υποστούν διώξεις και να απολυθούν από το Σώμα, μέχρι σήμερα, τα πράγματα, ευτυχώς, έχουν αλλάξει, ο ρόλος των ενώσεων ως διαύλων επικοινωνίας της Δικαιοσύνης όχι μόνο με τις άλλες δύο εξουσίες αλλά και με τους πολίτες  είναι θεσμικά και κοινωνικά αναγνωρισμένος, οι ενώσεις διαθέτουν ισχυρή φωνή και η συμμετοχή των δικαστών σε αυτές δεν εγκυμονεί κινδύνους για την καριέρα τους. Στη σημερινή εποχή των μεγάλων συγκρούσεων όπου σε διεθνές επίπεδο έχει αναβαθμισθεί η σημασία της Δικαιοσύνης και των παρεμβάσεων που αυτή, ενόψει του ρόλου της, ασκεί στην κοινωνία, εμφανίζεται, παράλληλα, αμφισβήτηση της δικαστικής λειτουργίας (Αμερική, Γαλλία, Ουγγαρία, Πολωνία, Τουρκία) αλλά και των ατομικών ελευθεριών. Στη συγκυρία αυτή αναδεικνύεται η αυξανόμενη σημασία του ρόλου και της παρέμβασης των δικαστικών ενώσεων, προκειμένου αυτές να διαφυλάξουν το κύρος της Δικαιοσύνης και την ανεξαρτησία των λειτουργών της, προς όφελος, πάντα, του κοινωνικού συνόλου.

 

Κατερίνα Σακελλα

[1] Ομιλία που εκφωνήθηκε σε εκδήλωση που διοργάνωσε η Ένωση Διοικητικών Δικαστών, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 40 χρόνων από την ίδρυσή της, στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, στις 9.12.2017.

[2] Πληροφορίες από την ιστοσελίδα της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων   Ιστορικό που επιμελήθηκε η δικηγόρος Θεοδώρα Ντάλλη.

[3] Ν. 4126/1960, με τον οποίον μειώνονται τα προσόντα εισαγωγής και διπλασιάζεται ο χρόνος παραμονής σε καθεστώς δοκίμου.

[4] Για το δημοσίευμα αυτό επιβλήθηκε στον Α. Φλώρο ποινή 15νθήμερης προσωρινής παύσης για ανάρμοστη συμπεριφορά. Αίτηση ακυρώσεως κατά της αποφάσεως αυτής απορρίφθηκε με την   1966/1962 απόφαση Ολ. ΣτΕ.

[5] ΣτΕ Ολ 503/1969.

[6] ΣτΕ Ολ 1811-31/1969.

[7] Μονομελές Πλημμελειοδικείο Χανίων 2566/1970. Η απόφαση αυτή αναιρέθηκε με τις 489 και 496/1970 αποφάσεις ΑΠ.

[8] Επίσημα πρακτικά Ολομέλειας Βουλής ΠΑ’ 10.5.1975, σελ. 653.

[9] ο.π. σελ. 655.

[10] ο.π. σελ. 660.

[11] ο.π. σελ. 660.

[12] ο.π. σελ. 660.

[13] Εταιρεία Ελλήνων Δικαστικών Λειτουργών για τη Δημοκρατία και τις Ελευθερίες: Θεσμικές και άλλες δυσχέρειες για τη διαμόρφωση του ελεύθερου φρονήματος του δικαστικού λειτουργού, εκδ. Νέα Σύνορα.

[14] Ν. 1756/1988, Α’ 35.

[15] Άρθρο 91 παρ. 4.

[16] Η οικονομική εξάρτηση των δικαστών, αλλά και η εν μέρει υπηρεσιακή εξάρτηση από την εκτελεστική εξουσία αποτελούν ευνοϊκούς όρους για ενδεχόμενη πολιτική τους εξάρτηση (Ι. Μανωλεδάκης, 7 θέσεις για το Δίκαιο και τη Δικαιοσύνη).

[17] Κ. Κουσούλης, Οι Αποδοχές των Δικαστών ως Εγγύηση της Δικαστικής Ανεξαρτησίας και της Ποιότητας του Δικαιοδοτικού Έργου, εκδ. Α. Σάκκουλα.

32423423423

Π. Αλικάκος, Η οικουμενική διάσταση της δικαστικής δεοντολογίας

Δημοσιευμένο κείμενο στον επετειακό τόμο για τα τριάντα χρόνια της ΕΝΟΒΕ, εκδ. Σάκκουλα 2017

Η οικουμενική διάσταση της δικαστικής δεοντολογίας
Οι αρχές Bangalore
Πέτρος Αλικάκος
Δ.Ν., Πρωτοδίκης
Ι. Eισαγωγή
Έ
χει ειπωθεί 1 : «Ουδείς αμφιβάλλει ότι οι δικαστές οφείλουν να συμπεριφέρονται
σύμφωνα με συγκεκριμένες σταθερές, τόσο εντός όσο και εκτός δικαστηρίου. Είναι
όμως αυτό μια απαίτηση για εθελοντική συμμόρφωση σε προσωπικό επίπεδο ή αποτελεί
προσδοκία για συγκεκριμένες σταθερές συμπεριφοράς, η οποία πρέπει να προσεγγιστεί ως
καθορισμένος επαγγελματικός φορέας προς το ίδιο συμφέρον, αλλά και προς το συμφέρον
της κοινωνίας; (Οι δικαστικοί λειτουργοί) συγκροτούμε μια ειδική ομάδα μέσα στην κοι-
νότητα. Ένα επιλεγμένο τμήμα της που επιτελεί ένα αξιοσέβαστο λειτούργημα. Μας εμπι-
στεύονται ημέρα με την ημέρα την άσκηση σημαντικής εξουσίας. Η ενάσκησή της έχει
καθοριστικές συνέπειες πάνω στις ζωές και τις περιουσίες αυτών των ανθρώπων που έρ-
χονται ενώπιον μας. Οι πολίτες δεν μπορούν να είναι βέβαιοι ότι οι ίδιοι ή οι περιουσίες
τους δεν θα εξαρτηθούν κάποια ημέρα από τη δική μας κρίση. Έτσι δεν επιθυμούν τέτοια
εξουσία να εναποτίθεται σε κάποιον/κάποια του οποίου/της οποίας η τιμιότητα, η ικανό-
τητα ή οι προσωπικές σταθερές θα τίθενται σε αμφιβολία. Είναι αναγκαίο για τη συνέχεια
του συστήματος του δικαίου, όπως το γνωρίζουμε, να υφίστανται σταθερές συμπεριφοράς,
τόσο εντός όσο και εκτός δικαστηρίου, οι οποίες στόχο θα έχουν να διατηρήσουν την
εμπιστοσύνη των πολιτών σε αυτές τις παραπάνω προσδοκίες».
Οι δικαστικοί λειτουργοί αποτελούν το ανθρώπινο δυναμικό του ακρογωνιαίου λίθου
της δημοκρατικής κοινωνίας, της δικαιοσύνης. Είναι η δικαιοσύνη, σε τελική ανάλυση το
δικαστικό σώμα, που με τις ετυμηγορίες του θέτει τα όρια της δραστηριοποίησης της ίδιας
αυτής δημοκρατικής κοινωνίας. H συνεπής εφαρμογή του κράτους δικαίου, τελικά διασφα-
λίζεται από ένα δικαστικό σώμα αδιαμφισβήτητης ακεραιότητας.
Η ισοβιότητα των μελών του δικαστικού σώματος καθιστά την ύπαρξη σταθερών συ-
μπεριφοράς τόσο ενδο-δικαστηριακής, όσο και εξω-δικαστηριακής ακόμη πιο επιτακτική.
Οι σταθερές αυτές επιτυγχάνονται με τη θέσπιση αρχών δικαστικής συμπεριφοράς, που
διέπουν την εντός και εκτός δικαστηρίου δραστηριοποίηση του δικαστικού λειτουργού.
Οι αρχές της δικαστικής συμπεριφοράς σχεδιάζονται για να δεσμεύουν τους δικαστι-
κούς λειτουργούς και δεν στοχεύουν σε περίπτωση παραβίασής τους στην πειθαρχική τους
δίωξη. Η πρόβλεψη του πειθαρχικού δικαίου ως προς το δικαστικό σώμα, αφορά λίγες και
καμία φορά εξεζητημένες περιπτώσεις. Ο παιδευτικός χαρακτήρας της πειθαρχικής ποινής
είναι περιορισμένος. Η ύπαρξη όμως κώδικα δεοντολογίας, αφενός μπορεί να έχει ευρύτερο
1. J. B. Thomas, Judicial Ethics in Australia (Sydney, Law Book Company, 1988), σ. 7.2
Π ΕΤΡΟΣ Α ΛΙΚΑΚΟΣ
πεδίο εφαρμογής και αφετέρου μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία μιας κουλτούρας δικα-
στικής συμπεριφοράς, η οποία θα ενδυναμώνει τη δικαστική ανεξαρτησία και τη δημόσια
πίστη στο δικαστικό λειτούργημα.
Με αυτές τις σκέψεις ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών προχώρησε στη θέσπιση των
αρχών δικαστικής συμπεριφοράς (Principles of Judicial Conduct). Πρόκειται για ένα
κείμενο που αγγίζει ολόκληρο το φάσμα της λειτουργίας του δικαστικού σώματος, ξεκι-
νώντας από τη θεμελιώδη αρχή της ανεξαρτησίας και φθάνοντας μέχρι την ευπρέπεια
εντός και εκτός δικαστηρίου, αλλά και την ικανότητα και την επιμέλεια. Μπορούμε να
πούμε, χωρίς υπερβολή, ότι πρόκειται για τον οικουμενικό κώδικα δικαστικής δεοντο-
λογίας. Η οικουμενικότητά του αντλείται ακριβώς από το γεγονός ότι έχει υιοθετηθεί
από το οικουμενικό όργανο διαβούλευσης και ειρηνικής συνύπαρξης των λαών, τον Ορ-
γανισμό Ηνωμένων Εθνών.
Ο Οργανισμός των Ηνωμένων Εθνών μάλιστα πρόσφατα κάλεσε τα κράτη μέλη να εν-
θαρρύνουν τα μέλη του δικαστικού σώματος να λαμβάνουν υπόψη τους τις αρχές αυτές 2 , οι
οποίες προς τιμή της πόλης, όπου θεσπίσθηκαν έλαβαν το όνομα Bangalore. Ο Οργανισμός
Ηνωμένων Εθνών έχει ενεργά υποστηρίξει τις αρχές Bangalore, οι οποίες αυτούσιες έχουν
υιοθετηθεί από την Αμερικανική Ένωση Δικηγορικών Συλλόγων (American Bar
Association) και τη Διεθνή Επιτροπή Νομικών (International Commission of Jurists), ενώ
και το Συμβούλιο της Ευρώπης, δια των αρμοδίων οργάνων του, τις έχει πλέον ασπασθεί.
Στο κείμενο που ακολουθεί θα παρουσιάσουμε για πρώτη φορά τις αρχές δικαστικής
συμπεριφοράς Bangalore στο νομικό κόσμο της χώρας μας. Παράλληλα θα προσπαθήσου-
με να τις αναλύσουμε και να τις εντάξουμε στην ελληνική νομική κουλτούρα.
ΙΙ. Η κατάρτιση των αρχών Bangalore – ιστορική αναδρομή
Τον Απρίλιο του 2000 το Κέντρο Καταπολέμησης του Διεθνούς Εγκλήματος των
Ηνωμένων Εθνών συγκάλεσε στη Βιέννη μια ομάδα Προέδρων Ανωτάτων Δικαστηρί-
ων, στο πλαίσιο του προγράμματος κατά της διαφθοράς. Στόχος της συναντήσεως ήταν
η αντιμετώπιση του προβλήματος της έλλειψης εμπιστοσύνης των πολιτών στο δικαστι-
κό σύστημα, λόγω της εντύπωσης που κατά καιρούς δημιουργείται ότι είναι διεφθαρμέ-
νο και μεροληπτικό.
Το πρόβλημα αυτό εμφανίζονταν (και εμφανίζεται) σε αρκετές χώρες και στοιχειο-
θετήθηκε από έρευνες της δημόσιας εικόνας της δικαιοσύνης μέσα από ερωτηματολόγια
προς τους πολίτες, αλλά και μέσα από επιτροπές που συστάθηκαν για το σκοπό αυτό
από διάφορες κυβερνήσεις. Προτάθηκαν αρκετές λύσεις. Τελικά προκρίθηκε η πρόταση
για την κατάρτιση αρχών δικαστικής συμπεριφοράς, προκειμένου να αναπτυχθεί η αντί-
ληψη της δικαστικής λογοδοσίας (judicial accountability) και με τον τρόπο αυτό να
βελτιωθεί το επίπεδο της δημόσιας πίστης στο δικαστικό σώμα και στο κράτος δικαίου.
Το σώμα που συγκροτήθηκε με σκοπό τη σύνταξη των αρχών δικαστικής δεοντολογί-
ας συγκροτήθηκε από εννέα χώρες, κυρίως της Αφρικής και της Ασίας, αποκλήθηκε «Ομά-
2. Πρόκειται για την απόφαση υπ’ αριθ. 2006/23 της 27 ης Ιουλίου 2006 του Κοινωνικού και Οικονομι-
κού Συμβουλίου του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών.Η οικουμενική διάσταση της δικαστικής δεοντολογίας. Οι αρχές Bangalore
3
δα Δικαστικής Ακεραιότητας» (Judicial Integrity Group). Στην αρχική συνεδρίαση προή-
δρευσε ένας από τους αντιπροέδρους του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, ενώ θέση πα-
ρατηρητή είχε ο αντιπρόεδρος της Διεθνούς Ένωσης Δικαστών (μέλος της οποίας είναι και
η δική μας Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων). Η πρώτη απόφαση που έλαβε η Ομάδα ή-
ταν αφενός να υπογραμμίσει ότι η αρχή της λογοδοσίας απαιτεί από το δικαστικό σώμα να
λάβει ενεργό ρόλο στην εδραίωση της δικαστικής ακεραιότητας και αφετέρου να αποδε-
χθεί ως επιτακτική ανάγκη τη θέσπιση αρχών δικαστικής συμπεριφοράς, οι οποίες θα είναι
παγκοσμίως εφαρμοστέες και θα μπορούν να τεθούν σε ισχύ σε εθνικό επίπεδο από το δι-
καστικό σώμα, χωρίς την παρέμβαση της εκτελεστικής ή της νομοθετικής λειτουργίας.
Κατά την κατάρτιση των αρχών λήφθηκαν υπόψη πάνω από 30 εθνικοί και τοπικοί
κώδικες δικαστικής δεοντολογίας, καθώς και κείμενα soft law. Τελικά στην πόλη
Bangalore το 2001 συγκλήθηκε εκ νέου η Ομάδα. Τότε καταρτίστηκε το τελικό σχέδιο
των αρχών. Στη σύσκεψη αυτή μετείχαν εκπρόσωποι των κρατών που αναφέρθηκαν, τα
οποία ακολουθούν κατά βάση το κοινοδίκαιο (common law). Ο προβληματισμός ήταν η
μετάγγιση των αρχών και σε χώρες, όπου επικρατεί το ηπειρωτικό δίκαιο (continental
law). Αυτό επιτεύχθηκε τον Ιούνιο του 2002, οπότε το Συμβουλευτικό Συμβούλιο των
Ευρωπαίων Δικαστών (Consultative Council of European Judges) 3 , μετά από τροπο-
ποιήσεις που πρότεινε, υιοθέτησε τις αρχές δικαστικής συμπεριφοράς Bangalore και για
τις χώρες του Συμβουλίου της Ευρώπης.
Το κείμενο αναθεωρήθηκε το 2002 σε συνδιάσκεψη στη Χάγη, στην έδρα του Διεθνούς
Δικαστηρίου. Το 2003 συμπεριλήφθηκε στην αναφορά της 59 ης συνεδρίας της Επιτροπής
των Ηνωμένων Εθνών για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Η επιτροπή υπογράμμισε την αξία
των αρχών και στην απόφασή της 2003/43 κάλεσε τα κράτη μέλη να λάβουν υπόψη τους
τις αρχές κατά την κατάρτιση των εθνικών κωδίκων δικαστικής δεοντολογίας. Το 2006 με
την απόφασή του 2006/23 το Κοινωνικό και Οικονομικό Συμβούλιο των Ηνωμένων Εθνών
κάλεσε τα κράτη μέλη να υιοθετήσουν τις αρχές Bangalore, προκειμένου να θεσπίσουν κα-
νόνες δικαστικής δεοντολογίας.
ΙΙΙ. Το προοίμιο των αρχών Bangalore
Το προοίμιο των αρχών Bangalore περιλαμβάνει συνολικά εννέα περιόδους. Στις
περιόδους αυτές αναπτύσσονται τα θεμελιώδη κείμενα, καθώς και τα θεμελιώδη ιδεώδη
των αρχών, που αποτέλεσαν τη βάση για τη δημιουργία των αρχών δικαστικής δεοντο-
λογίας. Παράλληλα υπογραμμίζεται η σημασία θεσμοθέτησης αρχών δικαστικής δεο-
ντολογίας και η διάδοσή τους σε παγκόσμιο επίπεδο.
Στην πρώτη περίοδο αναφέρεται η Οικουμενική Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δι-
καιωμάτων 4 , η οποία αναγνωρίζει το θεμελιώδες δικαίωμα της δίκαιης και δημόσιας δια-
3. Το Συμβούλιο αποτελεί όργανο του Συμβουλίου της Ευρώπης. Σε αυτό συμμετέχουν όλες οι χώρες
του Συμβουλίου της Ευρώπης με εκπροσώπους τους από το δικαστικό σώμα. Εκδίδει γνώμες με σκοπό τη
βελτίωση της δικαστικής λειτουργίας και του κράτους δικαίου.
4. Η Παγκόσμια Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων υιοθετήθηκε από την απόφαση 217 A (III) της
Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών στις 10 Δεκεμβρίου 1948. Παρ’ όλο που δεν είναι νομικά δεσμευτικό
έγγραφο, έγινε η βάση για δύο νομικές συνθήκες, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα
και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα.4
Π ΕΤΡΟΣ Α ΛΙΚΑΚΟΣ
δικασίας. Πρόκειται ουσιαστικά για το άρθρο 10 της Διακήρυξης: «καθένας έχει δικαίω-
μα, με πλήρη ισότητα, να εκδικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και δημόσια, από δικαστήριο
ανεξάρτητο και αμερόληπτο, που θα αποφασίσει είτε για τα δικαιώματα και τις υποχρε-
ώσεις του είτε, σε περίπτωση ποινικής διαδικασίας, για το βάσιμο της κατηγορίας που
στρέφεται εναντίον του».
Η πρώτη περίοδος εξειδικεύεται περαιτέρω από τη δεύτερη περίοδο, η οποία αναφέ-
ρεται στο Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα 5 . Πρόκειται για το
άρθρο 14 παρ. 1 του Συμφώνου κατά το οποίο: «όλοι είναι ίσοι ενώπιον των δικαστηρί-
ων. Κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα η υπόθεσή του να δικασθεί δίκαια και δημόσια από
αρμόδιο, ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που έχει συσταθεί με νόμο, το οποίο
θα αποφασίσει για το βάσιμο κάθε κατηγορίας σχετικά με ποινικό αδίκημα, η οποία έχει
απαγγελθεί εναντίον του, καθώς και για αμφισβητήσεις δικαιωμάτων και υποχρεώσεων
αστικού χαρακτήρα.»
Ακολούθως, αναφορά γίνεται στις διεθνείς συνθήκες, οι οποίες διασφαλίζουν με πα-
ρόμοιο τρόπο, το προαναφερθέν δικαίωμα ακροάσεως από ένα δίκαιο, αμερόληπτο και
ανεξάρτητο δικαστήριο, εντός ευλόγου χρόνου 6 . Μετά από αυτή την επισήμανση μνη-
μονεύεται η σημασία της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Η ορθή απονομή της δικαι-
οσύνης εδράζεται στην ύπαρξη ενός ικανού, ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστικού
σώματος. Εφόσον συγκεντρώνονται αυτά τα χαρακτηριστικά στο δικαστικό σώμα, προ-
στατεύονται και εφαρμόζονται αποτελεσματικότερα τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Στη συνάφεια αυτή υπογραμμίζεται και η εναρμόνιση των δικαστηρίων με τις έννοιες
του κράτους δικαίου και της «συνταγματικότητας» (constitutionalism). Κράτος δικαίου
είναι, πρώτα από όλα, το κράτος στο οποίο υπάρχει δίκαιο. Με αυτή την έννοια συνδέεται
με την ύπαρξη Συντάγματος και άρα με το «συνταγματικό κράτος». Έπειτα στο κράτος
δικαίου ορίζεται εκ των προτέρων η διαδικασία της παραγωγής του δικαίου. Τέλος, στο
κράτος δικαίου εφαρμόζεται το δίκαιο που παράχθηκε με την παραπάνω διαδικασία.
Από όλα αυτά τα στοιχεία που οριοθετούν το κράτος δικαίου αντιλαμβανόμαστε
την στενή σχέση ανάμεσα σ’ αυτό και την έννοια της συνταγματικότητας. Η συνταγμα-
τικότητα είναι η τήρηση των διαδικασιών που τίθενται από το Σύνταγμα για τη θέσπιση
κανόνων δικαίου και η μη αντίθεση του περιεχομένου αυτών με το Σύνταγμα. Άρα και η
συνταγματικότητα, όπως ακριβώς το κράτος δικαίου, συνδέεται με το συνταγματικό
κράτος, τη διαδικασία παραγωγής και την εφαρμογή του δικαίου. Η έννοια της συνταγ-
ματικότητας δεν νοείται εκτός ενός κράτους δικαίου και ταυτόχρονα ενισχύει την έν-
νοια του κράτους δικαίου.
Στην επόμενη περίοδο γίνεται λόγος για τη δημόσια πίστη και την εμπιστοσύνη της
κοινωνίας στο δικαστικό σύστημα. Η δημόσια πίστη στο δικαστικό σύστημα αποτελεί πα-
5. Το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα υιοθετήθηκε ομόφωνα από τη Γενική
Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στις 16 Δεκεμβρίου 1966 και τέθηκε σε ισχύ στις 23 Μαρτίου 1976. Έχει
επικυρωθεί ήδη από 169 κράτη. Η Ελλάδα επικύρωσε το Σύμφωνο το 1997.
6. Πρόκειται για το γνωστό άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, το άρθρο 8 παρ. 1 της Αμερικάνικης Σύμβασης
Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, τα άρθρα 7 παρ. 1 και 26 της Αφρικάνικης Χάρτας για τα δικαιώματα των
Ανθρώπων και των Λαών.Η οικουμενική διάσταση της δικαστικής δεοντολογίας. Οι αρχές Bangalore
5
ράγοντα με ιδιαίτερη σημασία σε μια σύγχρονη δημοκρατική κοινωνία. Η δημόσια πίστη
αυτή, όμως, δεν έχει ένα αφηρημένο αντικείμενο, αλλά κατά το προοίμιο των αρχών
Bangalore σχετίζεται με την ηθική αυθεντία και την ακεραιότητα του δικαστικού σώματος
(moral authority and integrity of the judiciary). Μια κοινωνία ανθρώπων εμπιστεύεται την
ευθυκρισία ενός ακέραιου και επιμελούς δικαστικού σώματος, ενώ αντίθετα αποστρέφεται
τις ετυμηγορίες ενός ανίκανου, αναποτελεσματικού και αήθους, κυρίως με την έννοια του
διεφθαρμένου, δικαστικού σώματος.
Προκειμένου, όμως, το δικαστικό σώμα να εμφυσήσει τη δημόσια πίστη σε αυτό,
οφείλει να τηρήσει κάποιες σταθερές συμπεριφοράς. Κατ’ αρχάς τα μέλη του δικαστικού
σώματος οφείλουν να σέβονται και να τιμούν το δικαστικό αξίωμα ως ένα δημόσιο κα-
ταπίστευμα (public trust). Περαιτέρω, οφείλουν να βελτιώνουν την εμπιστοσύνη της
κοινωνίας στο δικαστικό σύστημα με τη συμπεριφορά τους. Το κρίσιμο, όμως, είναι ότι
πέρα από την προσωπική προσπάθεια απαιτείται και η ύπαρξη συλλογικής ευθύνης
(collective responsibility).
Αυτό ακριβώς είναι το κεντρικό νόημα αυτής της περιόδου του προοιμίου. Ο/Η δι-
καστής, εκτός από το να θεωρεί ως καθήκον την ύπαρξη υψηλών προδιαγραφών στη
συμπεριφορά του/της, οφείλει να συμμετέχει στη συλλογική διατήρηση και βελτίωση
αυτών των προδιαγραφών. Είναι δεδομένο ότι ακόμη και ένα μεμονωμένο περιστατικό
δικαστικής αυθαιρεσίας ή έστω απρεπούς συμπεριφοράς, μπορεί να βλάψει ανεπανόρ-
θωτα την ηθική αυθεντία ολόκληρου του δικαστηρίου.
Το δικαστικό αξίωμα, το οποίο είναι ισόβιο και αποτελεί φορέα σημαντικής εξουσί-
ας, πρέπει να διαφυλάσσεται από τα πρόσωπα που το στοιχειοθετούν ως μια συλλογική
εικόνα, ως ένα συλλογικό μόρφωμα. Η διάβρωση ενός τμήματος του δικαστικού σώμα-
τος, ακόμη και μικρού, επιφέρει οδυνηρά αποτελέσματα στην εικόνα του συνόλου του
δικαστικού σώματος και καταλήγει να ενισχύει ισοπεδωτικούς απαξιωτικούς χαρακτη-
ρισμούς ως προς αυτό.
Η διαφύλαξη της συλλογικής εικόνας, αλλά και πέρα από την εικόνα της ουσίας των
υψηλών προδιαγραφών δικαστικής συμπεριφοράς, έγκειται στο δικαστικό σώμα κάθε κρά-
τους. Η θέσπιση κωδίκων δεοντολογίας αποτελεί την πρώτη κίνηση του δικαστικού σώμα-
τος, η οποία αποδεικνύει την προσήλωση του δικαστικού σώματος στην ύπαρξη υψηλών
προδιαγραφών συμπεριφοράς εντός και εκτός του δικαστηρίου.
Οι κώδικες δεοντολογίας θεσπίζονται από το ίδιο το δικαστικό σώμα. Έτσι, προα-
σπίζεται η δικαστική ανεξαρτησία και η διάκριση των λειτουργιών του κράτους. Σε πε-
ρίπτωση που το δικαστικό σώμα αποτύχει ή αγνοήσει την ανάληψη ευθύνης για τη δια-
σφάλιση των υψηλών προδιαγραφών συμπεριφοράς από τα μέλη του, τότε ενυπάρχει ο
κίνδυνος η κοινή γνώμη να ωθήσει τις άλλες δύο λειτουργίες του κράτους (την εκτελε-
στική και τη νομοθετική) να επέμβουν ρυθμιστικά. Στην περίπτωση αυτή καταλύεται
αυτοδίκαια η δικαστική ανεξαρτησία.
Στο τέλος του προοιμίου αναφέρεται το κείμενο των Βασικών Αρχών των Ηνωμέ-
νων Εθνών σχετικά με την Ανεξαρτησία του Δικαστικού Σώματος (United Nations Basic
Principles on the Independence of the Judiciary). Πρόκειται για κείμενο αρχών που υιο-
θετήθηκαν κατά το 7 ο συνέδριο των Η.Ε. για την πρόληψη της εγκληματικότητας και τη6
Π ΕΤΡΟΣ Α ΛΙΚΑΚΟΣ
μεταχείριση των εγκληματιών το Σεπτέμβριο του 1985 στο Μιλάνο. Η Γενική Συνέλευ-
ση του Ο.Η.Ε. στην απόφαση 40/46 της 13 ης Δεκεμβρίου 1985 κάλεσε τις κυβερνήσεις να
σεβαστούν τις αρχές αυτές και να τις λάβουν υπόψη τους κατά τη θέσπιση της εγχώριας
νομοθεσίας. Συνοπτικά οι αρχές αυτές είναι: η θεσμική και προσωπική ανεξαρτησία του
δικαστικού σώματος και των μελών του, η ελευθερία της έκφρασης και του δικαιώματος
της συσσωμάτωσης των δικαστικών λειτουργών, η επιλογή τους μετά από σχετική εκ-
παίδευση από πρόσωπα ακέραια και ικανά χωρίς διακρίσεις, η διασφάλιση της οικονομι-
κής και υπηρεσιακής τους σταθερότητας και η υπηρεσιακή εξέλιξη με αντικειμενικά κρι-
τήρια που βασίζονται στην ικανότητα, την ακεραιότητα και την εμπειρία, η ανάθεση
των υποθέσεων με κριτήριο τη δικαστική διοίκηση, η διαφύλαξη του επαγγελματικού
απορρήτου και της ασυλίας των δικαστικών λειτουργών, η πρόβλεψη πειθαρχικού δι-
καίου, η αναστολή του δικαστικού λειτουργήματος και η απομάκρυνση από αυτό, μόνο
για λόγους ανικανότητας ή συμπεριφοράς που καθιστούν τον/την δικαστή ασύμβα-
το/ασύμβατη με την εκτέλεση των δικαστικών καθηκόντων.
Στη συνέχεια θα παρουσιάσουμε τις αρχές της δικαστικής δεοντολογίας Bangalore.
Βασίζονται σε έξι θεμελιώδεις και παγκόσμιες αξίες: την ανεξαρτησία, την αμεροληψία,
την ακεραιότητα, την ευπρέπεια, την ισότητα και την ικανότητα και επιμέλεια. Η θέσπι-
σή τους υπηρετεί δύο κατευθύνσεις: πρώτον την καθοδήγηση των δικαστικών λειτουρ-
γών κατά τη δραστηριότητά τους και τη ρύθμιση της δικαστικής τους συμπεριφοράς και
δεύτερον την υποβοήθηση των μελών της εκτελεστικής και της νομοθετικής εξουσίας,
αλλά και των δικηγόρων και γενικά του κοινού, στην καλύτερη κατανόηση και υποστή-
ριξη του δικαστικού σώματος.
ΙV. Ανεξαρτησία
Πρωταρχικό ζητούμενο και αξίωμα των αρχών Bangalore αποτελεί η ανεξαρτησία.
Σύμφωνα με το κείμενο των αρχών η δικαστική ανεξαρτησία αποτελεί προϋπόθεση του
κράτους δικαίου και θεμελιώδη εγγύηση της δίκαιης δίκης. Ο/Η δικαστής, πάντοτε σύμ-
φωνα με το κείμενο, οφείλει να διατηρεί και να εφαρμόζει τη δικαστική ανεξαρτησία υπό
τη διττή λειτουργία της: την προσωπική και τη θεσμική.
Σύμφωνα με τη νομολογία του ΕΔΔΑ 7 , προκειμένου να θεσπισθεί η ανεξαρτησία του
δικαστικού σώματος από τις υπόλοιπες λειτουργίες του κράτους (εκτελεστική και νομο-
θετική) πρέπει να υφίστανται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: αξιοκρατία κατά την πρόσ-
ληψη νέων μελών, ασφάλεια ως προς τη διάρκεια της θητείας, ανεξαρτησία ως προς
τους όρους λειτουργίας (πρωτίστως οικονομική ασφάλεια και θεσμική ανεξαρτησία),
διασφάλιση από εξωγενείς επιδράσεις, επιβεβαίωση της εικόνας του δικαστηρίου με
μαρτυρία ανεξαρτησίας.
Ο πυρήνας της δικαστικής ανεξαρτησίας είναι η απόλυτη ελευθερία του/της δικαστή
να αποφασίζει επί υποθέσεως με βάση το νόμο και τη συνείδησή του/της, χωρίς να επη-
ρεάζεται από κανένα εξωγενή παράγοντα. Με την έννοια εξωγενής παράγοντας πρέπει
να εννοηθεί ο επηρεασμός του/της δικαστή από την κοινή γνώμη, ο φόβος της δημόσιας
7. Langborge v Sweden, (1989), 12 EHRR, σ. 416.Η οικουμενική διάσταση της δικαστικής δεοντολογίας. Οι αρχές Bangalore
7
κριτικής 8 , αλλά και φυσικά η πολιτική ή ενδο-υπηρεσιακή παρέμβαση, ο τύπος, η οικο-
γένεια 9 , οι φιλικοί κύκλοι κ.λ.π.
Σύμφωνα με τα παραπάνω το κείμενο των δικαστικών αρχών αναφέρει ότι ο/η δικα-
στής πρέπει να είναι ανεξάρτητος/ανεξάρτητη τόσο σε σχέση με την κοινωνία, όσο και
σε σχέση με τα μέρη, τη διαφορά των οποίων πρέπει να εκδικάσει και τα οποία μπορεί να
ανήκουν σε κάποια συγκεκριμένη ομάδα. Το πρώτο δεν σημαίνει ότι θα εγκλειστεί σε
απομονωμένο μέρος και θα αφιερωθεί στο δικαστικό λειτούργημα. Αν και οφείλει να
διάγει βίο πιο περιορισμένο από τους υπόλοιπους, εντούτοις δεν πρέπει να αναμένεται
να αποσυρθεί από το δημόσιο βίο ολοκληρωτικά σε μια ιδιωτική ζωή, αποτελούμενη
μόνο από την οικογένεια και τους φίλους. Η απόλυτη απομόνωση του/της δικαστή από
την κοινωνία ούτε εφικτή είναι, αλλά ούτε και ωφέλιμη. Η επαφή με την κοινωνία τελικά
είναι απαραίτητη για το δικαστικό λειτούργημα.
Ο/Η δικαστής, όμως, οφείλει να τηρεί ένα σταθερό modus operandi στις κοινωνικές
σχέσεις. Σε ένα πλαίσιο κοινωνικής λειτουργίας, όπου είναι αποδεκτή η προσέγγιση του
δικαστή, έχουν υποστηριχθεί κάποιοι κανόνες 10 : 1. ο/η δικαστής δεν αποδέχεται πάντοτε
αίτημα για ιδιωτική συνάντηση, 2. μπορεί να ζητήσει το λόγο της συναντήσεως, 3. ο/η
δικαστής θα κρίνει αν πρέπει η συνάντηση να περιλάβει μέλη της κατηγορούσας αρχής ή
της υπεράσπισης, για παράδειγμα αντιπροσώπους ομάδας μητέρων κατά της οδήγησης
σε κατάσταση μέθης, 4. Το αίτημα για συνάντηση καλό είναι να τίθεται γραπτώς, προ-
κειμένου να αποφευχθούν παρεξηγήσεις, 5. πρέπει να υπάρχει απόλυτη απαγόρευση για
επαφή κατ’ ιδίαν σε σχέση με συγκεκριμένη υπόθεση, 6. ο/η δικαστής θα κρίνει αν πρέ-
πει να παρευρίσκεται πρακτικογράφος κατά τη συνάντηση.
Στην τρίτη υπο-περίοδο σχετικά με τη δικαστική ανεξαρτησία οι αρχές δικαστικής
δεοντολογίας υποστηρίζουν ότι ο/η δικαστής οφείλει να είναι ελεύθερος/ελεύθερη από
μη αποδεκτές διασυνδέσεις και επιρροές από την εκτελεστική και νομοθετική εξουσία
και να διατηρεί ακόμη και την εικόνα αυτής της απομάκρυνσης. Για παράδειγμα δεν εί-
ναι ορθό να αποδέχεται διορισμό σε υψηλή θέση στην εκτελεστική ή νομοθετική λει-
τουργία και στη συνέχεια να επιστρέφει στα δικαστικά καθήκοντα. Η παραίτηση, όμως,
από το δικαστικό αξίωμα και η ανάληψη τέτοιων καθηκόντων, γίνεται δεκτό 11 ότι απο-
τελεί μια ξεκάθαρη γραμμή για τον ίδιο τον/την δικαστή αλλά και τη δημόσια πίστη.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η ανεξαρτησία από τα υπόλοιπα μέλη του δικαστικού σώμα-
τος, και ιδίως τα ιεραρχικά ανώτερα. Κατά τις αρχές Bangalore ο/η δικαστής οφείλει να
είναι ελεύθερος/ελεύθερη από ενδο-υπηρεσιακές επιδράσεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι απο-
8. Η κριτική των ενεργειών του/της δικαστή είναι καλοδεχούμενη, ιδίως όταν είναι τεκμηριωμένη και
καλοπροαίρετη, αλλά ο νόμος πρέπει να θέτει σαφή όρια μεταξύ αυτής της κριτικής και της προσπάθειας
εκφοβισμού.
9. Με τον όρο οικογένεια οι αρχές Bangalore ερμηνεύουν αυθεντικά: τον/την σύζυγο του/της δικαστή, τα
τέκνα, τους γαμπρούς και τις νύφες του/της, καθώς και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που διαμένει στην ίδια
οικία με τον/την δικαστή. Ενώ με τον όρο «σύζυγος» νοείται οποιοδήποτε πρόσωπο διαμένει με τον/την δικα-
στή ή άλλο πρόσωπο οποιουδήποτε φύλου, το οποίο έχει προσωπική σχέση με τον/την δικαστή.
10. Πρόκειται για έξι συγκεκριμένες αρχές που έχει διατυπώσει το Ανώτατο Δικαστήριο του Wisconsin
των ΗΠΑ κατά το έτος 1998.
11. Έτσι Massachusetts Committee on Judicial Ethics, Opinion no. 2000-15.8
Π ΕΤΡΟΣ Α ΛΙΚΑΚΟΣ
κλείεται να αποτανθεί σε κάποιον/κάποια ιεραρχικά ανώτερο/ανώτερη ή και ισόβαθ-
μο/ισόβαθμη για κάποια συμβουλή ή γνώμη σε συγκεκριμένη υπόθεση. Σημαίνει, όμως, ότι
δεν θα επιτρέψει να επηρεάσουν την τελική κρίση προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση με
σκοπό τη φαλκίδευση της δικαστικής κρίσεως.
Η δικαστική ανεξαρτησία αποτελεί κατά τις αρχές δικαστικής δεοντολογίας ένα
ιδιαίτερα σημαντικό παράγοντα της δικαστικής λειτουργίας. Το ανεξάρτητο από αθέμι-
τες επιδράσεις δικαστικό σώμα, δημιουργεί τη δημόσια πίστη ότι οι αποφάσεις του είναι
δίκαιες και αμερόληπτες. Από την άλλη η κοινωνία οφείλει να διαφυλάσσει και να βελ-
τιώνει τη δικαστική ανεξαρτησία, ως τον πιο θεμελιώδη παράγοντα λειτουργίας του δι-
καστικού σώματος και τελικά της ίδιας της δικαιοσύνης.
V. Αμεροληψία
Η αμεροληψία είναι επίσης ένας θεμελιώδης παράγοντας της απονομής της δικαιοσύ-
νης. Δεν αφορά μόνο στη δικαστική απόφαση επί μιας συγκεκριμένης υποθέσεως, αλλά
επίσης και στη διαδικασία που προηγείται της λήψεως της δικαστικής αποφάσεως. Σαφώς η
δικαστική ανεξαρτησία είναι η βάση της αμεροληψίας. Η αντίληψη της αμεροληψίας με-
τράται από έναν τρίτο προς μια υπόθεση αντικειμενικό παρατηρητή. Ο/Η μεροληπτι-
κός/μεροληπτική δικαστής φαίνεται από τη συμπεριφορά του/της στην έδρα ή ακόμη και
από τις διασυνδέσεις του/της και τις δραστηριότητές του/της εκτός του δικαστηρίου.
Σύμφωνα με τη νομολογία του ΕΔΔΑ 12 υφίστανται δύο πλευρές του αιτήματος της
αμεροληψίας. Πρώτον η υποκειμενική αμεροληψία, με την έννοια της έλλειψης προσωπικής
προκατάληψης απέναντι στο ζήτημα που εκδικάζεται και δεύτερον η αντικειμενική αμερο-
ληψία, με την έννοια της εκτίμησης της αμεροληψίας από έναν τρίτο εξωτερικό κριτή. Πε-
ραιτέρω το ΕΔΔΑ δέχεται ότι ο/η δικαστής που έχει κάποιο λόγο να μην είναι αμερόλη-
πτος/-η ως προς συγκεκριμένη υπόθεση, θα πρέπει να αποσύρεται από την εκδίκασή της 13 .
Ο/Η δικαστής θα πρέπει να εκτελεί τα δικαστικά καθήκοντά του/της χωρίς προκα-
τάληψη ή εύνοια. Ο/Η δικαστής που ενεργεί με προκαταλήψεις ή εμφορούμενος/-η από
ευνοιοκρατία διαβρώνει τη δημόσια πίστη στο δικαστικό σώμα. Η κρίση σχετικά με τη
μεροληψία του/της δικαστή είναι αποτέλεσμα τρίτου αντικειμενικού παρατηρητή. Η
προδιάθεση του/της δικαστή υπέρ μιας πλευράς ή υπέρ ενός αποτελέσματος στη δίκη
αποτελεί μεροληπτική συμπεριφορά. Τέτοια συμπεριφορά δεν συνιστά βέβαια η τήρηση
των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Ο/Η δικαστής έχει ορισμένη γενική άποψη για το δίκαιο και την κοινωνία. Αυτό δεν
τον/την αποτρέπει από το να δικάσει. Οφείλει όμως να τηρεί μια άψογη ισορροπία στη δια-
δικασία ως προς τα διάδικα μέρη και να μην δίδει την εντύπωση ότι μεροληπτεί. Εφιστάται
η προσοχή στη χρήση υποτιμητικών όρων, αρνητικών στερεοτύπων που αφορούν στο φύ-
λο, τη φυλή, το πολιτισμικό υπόβαθρο, καθώς και απειλητικών ή υβριστικών φράσεων.
Ακόμη και εκφράσεις του προσώπου μπορεί να απεικονίσουν προκατάληψη. Ο/Η δικαστής
πρέπει να παραμένει δικαστής, να μην γίνεται συνήγορος ή κατήγορος ή μάρτυρας.
12. Gregory v. United Kingdom, (1997), 25, EHRR, σ. 577.
13. Έτσι, Castillo Algar v. Spain, (1998), 30, EHRR, σ. 827.Η οικουμενική διάσταση της δικαστικής δεοντολογίας. Οι αρχές Bangalore
9
Οι κατ’ ιδίαν συναντήσεις με τα διάδικα μέρη πρέπει να αποφεύγονται. Όποτε κάτι
τέτοιο δεν μπορεί να αποφευχθεί η άλλη πλευρά πρέπει να πληροφορείται πλήρως για
τα διαμειφθέντα. Στην κατεύθυνση αυτή θα βοηθούσε και η πρόσληψη πρακτικογράφου
για τη συνάντηση, όπου κάτι τέτοιο είναι εφικτό.
Κρίσιμο μέγεθος ως προς τη δικαστική αμεροληψία είναι η λεγόμενη «σύγκρουση συμ-
φερόντων». Ο/Η δικαστής κατά τις αρχές Bangalore οφείλει να μειώνει στο ελάχιστο τις
περιπτώσεις που θα οδηγούσαν σε εξαίρεση ή αποχή από την εκδίκαση υποθέσεων. Οφείλει
με άλλα λόγια να οργανώνει τον βίο του/της με βάση αυτή την κατευθυντήρια οδηγία.
Σύγκρουση συμφερόντων μπορεί να υπάρξει σε κοινωνικό, οικογενειακό ή οικονο-
μικό επίπεδο. Ακόμη και η ενασχόληση του/της συζύγου με την πολιτική μπορεί να οδη-
γήσει σε σύγκρουση συμφερόντων. Στην περίπτωση αυτή η συμπεριφορά και ο τρόπος
υποστήριξης στον/στην σύζυγο πρέπει να γίνονται με πολλή διάκριση.
Άλλος σημαντικός παράγοντας είναι η σχέση του/της δικαστή με τα μέσα μαζικής
ενημέρωσης. Στον ρόλο των μέσων μαζικής ενημέρωσης ανάγεται η συλλογή πληροφο-
ριών σε σχέση με τη δικαιοσύνη και τις ετυμηγορίες της. Σε περίπτωση κριτικής μιας
δικαστικής αποφάσεως από τον τύπο, ο/η δικαστής δεν πρέπει να απαντήσει. Ο/Η δικα-
στής μιλάει μόνο μέσα από την αιτιολογία των κρίσεών του, κατά την εκδίκαση των υ-
ποθέσεων. Σε περίπτωση, όμως, λανθασμένης πληροφορίας από τα μέσα, τότε ο αρμό-
διος από το δικαστικό σώμα οφείλει να εκδώσει δελτίο τύπου ή να λάβει τα απαραίτητα
μέτρα, ώστε να διορθωθεί κατάλληλα η πληροφορία.
Παραπέρα, ο/η δικαστής οφείλει να απέχει από κάθε δίκη, κατά την οποία αισθάνε-
ται ότι δεν μπορεί να δικάσει με αμεροληψία ή ένας αντικειμενικός κριτής θα έβλεπε
δικαιολογημένα ότι ο/η δικαστής δεν μπορεί να είναι αμερόληπτος/-η 14 . Πρόκειται για
το αξίωμα ότι «ουδείς δύναται να δικάσει υπόθεση που τον αφορά». Αυτό ισχύει ακόμη
και αν τα διάδικα μέρη συναινούν στην εκδίκαση της υπόθεσης από τον/την δικαστή.
Περιπτώσεις, όπου δικαιολογείται αποχή ή εξαίρεση του/της δικαστή προβλέπονται
στο νόμο, είτε στην πολιτική δίκη (άρθρ. 52 ΚΠολΔ), είτε στην ποινική δίκη (άρθρ. 14,
15 ΚΠΔ). Ακόμη και ο Οργανισμός Δικαστηρίων στο άρθρο 91 περ. ζ προβλέπει ότι συ-
νιστά πειθαρχικό παράπτωμα η αποσιώπηση νόμιμου λόγου αποκλεισμού ή εξαίρεσης.
Η τήρηση της αρχής αυτής δεν πρέπει βέβαια να γίνεται καταχρηστικά, διότι και πάλι
τίθεται σε αμφιβολία η δυνατότητα αμεροληψίας του δικαστικού σώματος κατά την εκ-
δίκαση υποθέσεων από αυτό.
VI. Ακεραιότητα
Η ακεραιότητα αποτελεί απαραίτητο προσόν του φορέα του δικαστικού αξιώματος.
H ακεραιότητα είναι το χαρακτηριστικό της ευθύτητας και της δικαιοσύνης. Τα συστα-
τικά στοιχεία της είναι η τιμιότητα και το δικαστικό ήθος. Ο/Η δικαστής ενεργεί πάντο-
τε ελεύθερος από κάθε τι που τον/την ωθεί σε εξαπάτηση και πλαστογράφηση. Είναι
καλός/καλή και ενάρετος/ενάρετη στη συμπεριφορά και στο χαρακτήρα.
14. Στο αρχικό σχέδιο γινόταν αναφορά σε «λογικό, μέσο και πληροφορημένο πρόσωπο… το οποίο θα
μπορούσε να πιστέψει ότι ο/η δικαστής είναι ανίκανος να αποφασίσει με αμεροληψία» (reasonable, fair-
minded and informed person who might believe…).10
Π ΕΤΡΟΣ Α ΛΙΚΑΚΟΣ
Στη δεύτερη περίοδο οι αρχές δικαστικής δεοντολογίας αναφέρουν κάτι μοναδικό.
Ο/Η δικαστής οφείλει να διασφαλίζει ότι η συμπεριφορά του/της δεν μπορεί να κατα-
στεί αξιόμεμπτη στα μάτια ενός λογικού παρατηρητή. Αυτή ακριβώς η φράση θέτει τις
υψηλές προδιαγραφές στην ιδιωτική και δημόσια ζωή του/της δικαστή. Με την έννοια
αυτή θα πρέπει να διαφυλάσσονται οι παγκόσμια αποδεκτές κοινωνικές προδιαγραφές 15 .
Το ζητούμενο δεν είναι αν μια συμπεριφορά είναι ηθική ή ανήθικη με βάση θρησκευ-
τικές πεποιθήσεις ή ηθικά διδάγματα, ή ακόμη αν είναι αποδεκτή η όχι σε μια κοινωνία.
Το ζητούμενο είναι πως η συμπεριφορά αυτή αντανακλά στη βασική ικανότητα του/της
δικαστή να φέρνει σε πέρας τα δικαστικά καθήκοντα και αν αυτή η συμπεριφορά δια-
βρώνει τη δημόσια πίστη στη δικαστική του/της ικανότητα.
Η συνάδουσα με τη δικαστική ιδιότητα συμπεριφορά εξετάζεται κάτω από έξι παρά-
γοντες 16 :
1. Αποτελεί δημόσια ή ιδιωτική συμπεριφορά και έρχεται σε αντίθεση με το νόμο;
2. Σε ποιο εύρος η συμπεριφορά προστατεύεται ως ατομικό δικαίωμα;
3. Κατά πόσο ο/η δικαστής επέδειξε σύνεση και διακριτικότητα;
4. Η συμπεριφορά ήταν επιβλαβής σε αυτούς που σχετίζονται άμεσα με αυτή ή ήταν
δικαιολογημένα επιθετική σε άλλους;
5. Σε ποιο βαθμό δείχνει σεβασμό ή ασέβεια προς πρόσωπα είτε μεμονωμένα είτε ως
μέλη του κοινωνικού συνόλου;
6. Σε ποιο βαθμό η συμπεριφορά καταδεικνύει μισαλλοδοξία ή προκατάληψη ή μη απο-
δεκτό επηρεασμό;
Σε κάθε περίπτωση η δικαστική ακεραιότητα ισχυροποιείται όταν ο/η δικαστής δεν
εφαρμόζει νόμους που είναι αντίθετοι στα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα και στην
ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Έτσι, θα θεωρηθεί ακέραιος ο/η δικαστής που λειτουργεί σε
καθεστώς τύπου «apartheid» και παρ’ όλα αυτά δεν εφάρμοσε κάποιο ρατσιστικό νόμο.
Η συμπεριφορά του/της δικαστή οφείλει να επιβεβαιώνει την πίστη του κόσμου
στην ακεραιότητα όλου του δικαστικού σώματος. Καλός/καλή δικαστής δεν νοείται, αν
δεν είναι και καλός/καλή ως ανθρώπινη οντότητα. Ο/Η δικαστής οφείλει να ενσαρκώνει
τα ιδεώδη της δικαιοσύνης και της αλήθειας, στα οποία δομείται το κράτος δικαίου και
τα θεμέλια της δημοκρατίας. Το κοινό απαιτεί έναν/μία ηθικά ακέραιο/ακέραιη δικαστή.
Και συνεχίζουν οι αρχές Bangalore «η δικαιοσύνη δεν πρέπει μόνο να απονέμεται,
αλλά πρέπει επίσης να φαίνεται ότι απονέμεται». Ο/Η δικαστής δεν πρέπει μόνο να είναι
τίμιος/τίμια, αλλά να φαίνεται και τίμιος. Όσο σημαντικό είναι ο/η δικαστής να κατέχει
το δίκαιο, άλλο τόσο σημαντικό είναι να ενεργεί και να συμπεριφέρεται με τέτοιο τρόπο,
ώστε τα διάδικα μέρη να είναι σίγουρα για την αμεροληψία του/της.
VII. Ευπρέπεια
Η ευπρέπεια είναι θεμελιώδης για τη διενέργεια όλων των δραστηριοτήτων του/της
δικαστή, υποστηρίζουν οι αρχές δικαστικής δεοντολογίας. Η δημόσια γνώμη αναμένει
15. Πιστεύουμε ότι υφίσταται ένα consensus συμπεριφοράς σε ευρύτερες ομάδες κρατών. Π.χ. υπάρχει
μια τέτοια συναίνεση σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Το ευρωπαϊκό επίπεδο, όμως, διαφέρει π.χ. από το ασιατικό.
16. J. M. Shaman, S. Lubet, J. J. Alfini, Judicial Conduct and Ethics, 3 rd edition, 2000.Η οικουμενική διάσταση της δικαστικής δεοντολογίας. Οι αρχές Bangalore
11
υψηλές προδιαγραφές συμπεριφοράς από τον/την δικαστή. Το δοκιμαστικό τεστ της
απρεπούς συμπεριφοράς είναι αν αυτή η συμπεριφορά συνάδει με την ικανότητα
του/της δικαστή να εκτελεί τα δικαστικά του/της καθήκοντα με ακεραιότητα, αμερολη-
ψία, ανεξαρτησία και αποτελεσματικότητα.
Ως υποκείμενο διαρκούς δημόσιας εξέτασης, ο/η δικαστής οφείλει να αποδέχεται
προσωπικούς περιορισμούς, οι οποίοι μπορεί να φαίνονται φορτικοί σε άλλους πολίτες
και οφείλει να τους αποδέχεται ελεύθερα και εκούσια. Ειδικότερα, ο/η δικαστής οφείλει
να συμπεριφέρεται με τέτοιο τρόπο που να είναι συμβατός με την αξιοπρέπεια του δικα-
στικού λειτουργήματος.
Οι αρχές της δικαστικής δεοντολογίας Bangalore αφιερώνουν στο τμήμα της ευπρέ-
πειας έναν αρκετά λεπτομερή κατάλογο συμπεριφοράς από την πλευρά του/της δικα-
στή. Θα λέγαμε, μάλιστα, ότι ο κατάλογος είναι σχεδόν εξαντλητικός:
1. ο/η δικαστής θα πρέπει να είναι προσεκτικός/-ή στις σχέσεις με μέλη του δικηγορικού
επαγγέλματος, τα οποία συχνά ασκούν το λειτούργημά τους στο δικαστήριο του/της
και να αποφεύγει καταστάσεις που θα οδηγούσαν στην έγερση υποψιών ευνοιοκρα-
τίας ή μεροληψίας.
2. δεν θα πρέπει να συμμετέχει σε υπόθεση, στην οποία κάποιο μέλος της οικογένειάς
του/της εκπροσωπεί ένα διάδικο μέρος ή σχετίζεται με κάποιο τρόπο με την υπόθεση.
3. ο/η δικαστής δεν θα πρέπει να επιτρέπει στην κατοικία του/της να δέχεται ο/η σύζυγος
που είναι δικηγόρος πελάτες του/της ή άλλα μέλη του δικηγορικού επαγγέλματος
4. ο/η δικαστής, όπως κάθε μέλος της κοινωνίας, είναι φορέας του δικαιώματος της ελευ-
θερίας του λόγου, της διαμόρφωσης πεποιθήσεως και της συσσωματώσεως, εντούτοις
θα πρέπει να τα ενασκεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να τηρείται η αξιοπρέπεια του δικαστι-
κού αξιώματος και η ανεξαρτησία και αμεροληψία του δικαστικού σώματος.
5. ο/η δικαστής οφείλει να ενημερώνει σχετικά τα προσωπικά του/της και τα οικονομικά
του/της συμφέροντα και πρέπει να προβαίνει σε λογικές προσπάθειες αναζήτησης
των συμφερόντων της οικογένειάς του/της.
6. ο/η δικαστής οφείλει να αποτρέπει μέλη της οικογένειάς του/της και πρόσωπα του
κοινωνικού περιβάλλοντός του/της, από το να επηρεάζουν μη αποδεκτά τη δικαστική
του/της συμπεριφορά και τις δικαστικές κρίσεις.
7. ο/η δικαστής οφείλει να μην χρησιμοποιεί το δικαστικό αξίωμα, ώστε να αναβαθμίζει τα
ιδιωτικά του/της συμφέροντα ή κάποιου μέλους της οικογένειάς του/της ή οποιουδήπο-
τε άλλου, ούτε πρέπει να δίνει την εντύπωση ή να επιτρέπει άλλους να δίνουν την εντύ-
πωση, ότι μπορεί να επηρεαστεί κατά την ενάσκηση των δικαστικών του/της καθηκό-
ντων.
8. οποιαδήποτε πληροφορία λάβει ο/η δικαστής στο πλαίσιο των δικαστικών καθηκό-
ντων θα πρέπει να μην διαδίδεται παρά μόνο για σκοπούς της δικαιοσύνης.
9. Είναι επιτρεπτό από τον/την δικαστή:
ι. να συγγράφει, να παραδίδει μαθήματα ή διαλέξεις σχετικά με το δίκαιο, το νομικό
σύστημα, τη διοίκηση της δικαιοσύνης ή για συναφή ζητήματα
ιι. να εμφανίζεται σε δημόσια ακρόαση ενώπιον επίσημου οργάνου σχετικά με το
δίκαιο, το νομικό σύστημα, τη διοίκηση της δικαιοσύνης ή συναφή ζητήματα12
10.
11.
12.
13.
14.
Π ΕΤΡΟΣ Α ΛΙΚΑΚΟΣ
ιιι. να μετέχει ως μέλος ενός επισήμου οργάνου, ή άλλης κυβερνητικής επιτροπής ή
οποιασδήποτε επιτροπής ή συμβουλευτικού σώματος, εφόσον τέτοια συμμετοχή
δεν είναι ασύμβατη με την αμεροληψία και την πολιτική ουδετερότητα του/της
δικαστή
ιιιι. να προβαίνει σε άλλες δραστηριότητες, εφόσον αυτές δεν αποσπούν από την α-
ξιοπρέπεια του δικαστικού λειτουργήματος ή δεν παρεμβαίνουν με άλλο τρόπο
στην εκτέλεση των δικαστικών καθηκόντων
ο/η δικαστής δεν μπορεί να ασκεί δικηγορικό επάγγελμα ή επάγγελμα νομικού συμ-
βούλου όσο είναι δικαστής.
ο/η δικαστής μπορεί να δημιουργεί ή να εντάσσεται σε ενώσεις δικαστών ή να μετέ-
χει σε άλλους οργανισμούς που εκπροσωπούν τα συμφέροντα των δικαστών.
ο/η δικαστής, αλλά ούτε και κάποιο μέλος της οικογένειάς του, δεν πρέπει να ζητά ή
να αποδέχεται οποιοδήποτε δώρο, δάνειο ή χάρη σε σχέση με κάτι που έκανε ή πρό-
κειται να κάνει ή να παραλείψει σε σχέση με τα δικαστικά του καθήκοντα.
ο/η δικαστής δεν πρέπει ενσυνείδητα να επιτρέπει μέλος της ομάδας του ή άλ-
λον/άλλην που λειτουργεί υπό την επίβλεψή του/της να ζητά ή να αποδέχεται
οποιοδήποτε δώρο, δάνειο ή χάρη σε σχέση με κάτι που έκανε ή πρόκειται να κάνει
ή να παραλείψει σε σχέση με τα δικαστικά του/της καθήκοντα.
Με την επιφύλαξη του νόμου και για λόγους δημόσιας αβροφροσύνης ή εθίμου, ο/η
δικαστής μπορεί να λάβει ένα συμβολικό δώρο ή βραβείο, εφόσον αυτό το συμβολι-
κό δώρο ή το βραβείο δεν θα μπορούσε εύλογα να θεωρηθεί ότι έχει σκοπό τον επη-
ρεασμό του/της κατά την άσκηση των δικαστικών καθηκόντων ή με άλλο τρόπο να
οδηγήσει σε μια υπόνοια μεροληψίας.
VIII. Ισότητα
Οι αρχές δικαστικής δεοντολογίας Bangalore συνεχίζουν με την πέμπτη θεμελιώδη
αξία, αυτή της ισότητας. Θεμελιώδης για την ορθή λειτουργία του δικαστικού αξιώμα-
τος είναι η διαφύλαξη της ίσης μεταχείρισης όλων ενώπιον του δικαστηρίου. Σύμφωνα
με το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (άρθρ. 14 παρ. 1) όλα
τα πρόσωπα είναι ίσα ενώπιον του δικαστηρίου.
Προκειμένου να διαφυλαχθεί η ισότητα ο/η δικαστής θα πρέπει να αποφεύγει τη χρήση
στερεότυπων φράσεων, που δημιουργούν αίσθηση ανισότητας ή άνισης μεταχείρισης. Ι-
διαίτερα σημαντική είναι η αποφυγή φράσεων που ενέχουν διάκριση με βάση το φύλο, τη
φυλή, τη θρησκεία, το χρώμα, τη φυλετική καταγωγή, την ανικανότητα, την ηλικία, τον
σεξουαλικό προσανατολισμό, την προσωπική κατάσταση, την οικονομική ή κοινωνική θέ-
ση. Ο/Η δικαστής οφείλει όχι μόνο να αναγνωρίζει και να είναι εξοικειωμένος/-η με το γε-
γονός της διαφορετικότητας στην κοινωνία, αλλά να είναι απελευθερωμένος/-η από
οποιαδήποτε προκατειλημμένη συμπεριφορά ως προς αυτή τη διαφορετικότητα.
Κατά την εκφορά σχολίων από έδρας απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή στη διαφορετι-
κότητα των ανθρώπων και σεβασμός στη διαφορετικότητά τους. Οι άνθρωποι εντός του
δικαστηρίου, είτε είναι δικηγόροι, είτε διάδικοι, είτε μάρτυρες πρέπει να απολαμβάνουν
ίσης μεταχείρισης και μάλιστα ίσης αξιοπρεπούς μεταχείρισης. Την ίδια προσοχή επι-Η οικουμενική διάσταση της δικαστικής δεοντολογίας. Οι αρχές Bangalore
13
βάλλεται ο/η δικαστής να εφιστά και στους δικαστικούς υπαλλήλους, αλλά και στους
δικηγόρους, κατά την εκφορά των ερωτήσεών τους ή τις αγορεύσεις τους.
Αποτελεί θεμελιώδες καθήκον του/της δικαστή να διατηρεί μια ισορροπία ανάμεσα στα
διάδικα μέρη και να διασφαλίζει ότι θα απολαύσουν με ισότητα το δικαίωμα ακροάσεως.
Στην κατεύθυνση αυτή δεν υπάρχουν καθόλου περιθώρια για διακριτική συμπεριφορά ή
συμπεριφορά μισαλλόδοξη και τέτοιες συμπεριφορές πρέπει απολύτως να αποφεύγονται.
ΙΧ. Ικανότητα και επιμέλεια
Σύμφωνα με τις αρχές δικαστικής δεοντολογίας Bangalore η ικανότητα και η επιμέλεια
του/της δικαστή αποτελούν προϋποθέσεις για την ορθή εκτέλεση των καθηκόντων που
αφορούν στο δικαστικό αξίωμα. Η ικανότητα απαιτεί νομική γνώση, δεξιότητες, λεπτολο-
γία και προετοιμασία. Πτυχές της επιμέλειας είναι η καθαρή κρίση, η αμερόληπτη απόφαση
και η αποτελεσματική ενέργεια. Ειδικότερα η επιμέλεια εξαρτάται από τον φόρτο εργασίας,
την επάρκεια των μέσων (υποστηρικτικό προσωπικό και τεχνικά μέσα), το χρόνο για έρευ-
να, απόφαση και συγγραφή καθώς και την ύπαρξη άλλων καθηκόντων.
Παρ’ όλα αυτά πρέπει να αναγνωριστεί όμως και η ανάγκη του/της δικαστή να βρί-
σκεται με την οικογένειά του/της. Αλλά και να έχει επαρκή χρόνο για φυσική και πνευ-
ματική ανάταση και ευκαιρίες να βελτιώσει τις δεξιότητές του/της και τη γνώση
του/της. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στο δικαστικό άγχος (judicial stress) 17 . Στην επο-
χή μας το στρες και άλλοι ψυχολογικοί παράγοντες (π.χ. η κατάθλιψη) πλήττουν μεγά-
λο αριθμό δικαστικών λειτουργών. Στην αντιμετώπισή του παίζει ιδιαίτερο ρόλο η εκ-
παίδευση του/της δικαστή στη διαχείριση του δικαστικού χρόνου 18 .
Προκειμένου ο/η δικαστής να διαχειρίζεται ορθά τον δικαστικό χρόνο, οφείλει να
λάβει υπόψη την επόμενη φράση των αρχών δικαστικής δεοντολογίας: τα δικαστικά
καθήκοντα του/της δικαστή έχουν προτεραιότητα έναντι όλων των άλλων καθηκόντων.
Το πρωταρχικό καθήκον του/της δικαστή είναι η εκπλήρωση των υποχρεώσεών του/της
προς το δικαστήριο που ανήκει. Ο/Η δικαστής οφείλει να αντισταθεί σε κάθε πειρασμό
να αφιερώσει μια υπέρ το δέον προσοχή σε εξω-δικαστικές δραστηριότητες, εφόσον αυ-
τές μειώνουν την ικανότητα ανταπόκρισης στα δικαστικά καθήκοντα.
Παρ’ όλα αυτά ο/η δικαστής μπορεί να έχει και άλλα καθήκοντα που είναι σχετικά με
το δικαστικό αξίωμα ή με τη λειτουργία του δικαστηρίου. Μια τέτοια περίπτωση αποτελεί
και ο/η δικαστής που διευθύνει ένα δικαστήριο. Ακόμη ο/η δικαστής που συμμετέχει σε
επιτροπή εκ του νόμου και τέλος ο/η δικαστής που ασχολείται με τη δικαστική εκπαίδευση.
Ειδικά με τη δικαστική εκπαίδευση οι αρχές δικαστικής δεοντολογίας υπογραμμί-
ζουν ότι ο δικαστής οφείλει να επωφελείται της διαρκούς επιμόρφωσης. Το ηθικό καθή-
κον της εκτέλεσης των δικαστικών καθηκόντων με επαγγελματισμό και αποτελεσματι-
17. M. D. Kirby, Judicial Stress: An update, 1997, 71 Australian Law Journal, σ. 774 επ., 791. Βλ. επίσης
και ότι στη Βελγική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών η αντιμετώπιση του στρες αποτελεί μάθημα της σχολής
τόσο κατά την αρχική κατάρτιση, όσο και κατά την επιμόρφωση. Το μάθημα καλείται «mieux gérer son
stress» (http://www.igo-ifj.be/fr/content/igo-online).
18. Πολύ σημαντικό έργο έχει επιτελέσει στον τομέα αυτό η CEPEJ (Commission Européenne pour l’
efficacité de la justice): http://www.coe.int/t/dghl/cooperation/cepej/Delais/default_en.asp.14
Π ΕΤΡΟΣ Α ΛΙΚΑΚΟΣ
κότητα ισούται με το καθήκον για επιμόρφωση. Ο/Η δικαστής οφείλει να ενημερώνεται
για τις σύγχρονες εξελίξεις του δικαίου, αλλά και για τις σύγχρονες κοινωνικές μορφές,
τάσεις ή ακόμη και για παθήσεις, εφόσον θα κληθεί να εκδικάσει ιατρικές υποθέσεις.
Ιδιαίτερα σημαντική όμως είναι η διαρκής επιμόρφωση σε θέματα ηθικής και δικα-
στικής δεοντολογίας. Ως προς αυτή τη θεματική η επιμόρφωση αποκτά βαρύνοντα ρό-
λο. Η επανάληψη των αρχών δικαστικής δεοντολογίας, αλλά και η εμβάθυνσή τους,
βοηθάει τον/την δικαστή να μη λησμονεί τις βασικές αρχές της δικαστικής ηθικής κατά
την εκτέλεση των δικαστικών καθηκόντων.
Σήμερα η δικαστική εκπαίδευση, τόσο υπό τη μορφή της αρχικής κατάρτισης, όσο
και υπό τη μορφή της επιμόρφωσης αποτελούν μια δεδομένη πραγματικότητα στο δικα-
στικό λειτούργημα. Το Ευρωπαϊκό Δίκτυο για τη Δικαστική Εκπαίδευση (European
Judicial Training Network, EJTN) έχει ως μέλη του όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Έ-
νωσης. Μάλιστα κάποιες από αυτές τις χώρες διαθέτουν περισσότερες από μία δικαστι-
κές σχολές (π.χ. διαφορετική σχολή για δικαστές και διαφορετική για εισαγγελείς, όπως
η Ισπανία ή η Σουηδία ή διαφορετικές σχολές λόγω γεωγραφίας όπως συμβαίνει στο
Ηνωμένο Βασίλειο, με το κολλέγιο της Αγγλίας και της Ουαλίας, το Δικαστικό Ινστι-
τούτο της Σκωτίας και το Δικαστικό Συμβούλιο της Β. Ιρλανδίας). Άλλες χώρες, όπως η
Ο.Δ. της Γερμανίας και η Κύπρος διαθέτουν σχολή μόνο για επιμόρφωση.
Κατά τις αρχές Bangalore ο/η δικαστής οφείλει να ενημερώνεται για τις εξελίξεις του
διεθνούς δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των διεθνών συνθηκών και άλλων εργαλείων
που θεσπίζουν κανόνες ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Στην κατεύθυνση αυτή, δηλ. στην
επιμόρφωση του/της δικαστή σε ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ειδικότερα των
δικαιωμάτων που απορρέουν τόσο από την ΕΣΔΑ, όσο και από το Χάρτη Θεμελιωδών
Δικαιωμάτων της Ε.Ε., αλλά και τον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη, εργάζεται εδώ και
λίγα χρόνια το πρόγραμμα του Συμβουλίου της Ευρώπης με το όνομα HELP (Human
Rights Education for Legal Professionals). Η ΕΣΔι από το 2013 εκπροσωπείται στο πρό-
γραμμα και ήδη έχει πραγματοποιήσει 3 κύκλους μαθημάτων επιμόρφωσης δικαστικών
λειτουργών με τη μορφή του e-learning, ενώ και ο ΔΣΑ έχει πραγματοποιήσει 2 κύκλους
σπουδών επιμόρφωσης για τα μέλη του με την ίδια μορφή 19 .
Περαιτέρω, ο/η δικαστής οφείλει να διεξάγει τα δικαστικά καθήκοντα, συμπεριλαμ-
βανομένης της έκδοσης αποφάσεων, με αποτελεσματικότητα, δίκαια και εντός του δι-
καιολογημένου χρόνου. Ως προς το τελευταίο είναι δεδομένο ότι ο/η δικαστής οφείλει
να αποτρέπει τυχόν καθυστερήσεις στη διαδικασία και στην έκδοση αποφάσεων και να
διευκολύνει την ταχεία έκδοση των αποφάσεων. Φυσικά στο βωμό της ταχύτητας, δεν
19. Ως προς την ΕΣΔι πρόκειται για τους παρακάτω κύκλους σπουδών: 1. Κοινοτικές κυρώσεις και
εναλλακτικά της κράτησης μέτρα ως απάντηση στον υπερπληθυσμό των φυλακών, ο οποίος λειτούργησε το
έτος 2013-2014 και συμμετείχαν 20 δικαστές και εισαγγελείς του πρώτου βαθμού, 2. Τα εργασιακά δικαιώ-
ματα ως ανθρώπινα δικαιώματα, που λειτούργησε το έτος 2016-2017 και συμμετείχαν 34 άτομα, εκ των
οποίων 10 δικηγόροι και 24 δικαστές πρωτοδικείων και εφετείων και 3. Προστασία των αιτούντων άσυλο, ο
οποίος λειτούργησε το ίδιο έτος με 25 περίπου συμμετέχοντες διοικητικούς δικαστές. Ως προς τον ΔΣΑ
πραγματοποιήθηκαν δύο κύκλοι σπουδών. Ένας το 2013 με θέμα τις διακρίσεις και ένας το 2016 με θέμα την
προστασία των αιτούντων άσυλο, με 40 περίπου συμμετέχοντες την κάθε φορά.Η οικουμενική διάσταση της δικαστικής δεοντολογίας. Οι αρχές Bangalore
15
θα πρέπει να θυσιάζεται η ποιότητα. Έτσι θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η πολυ-
πλοκότητα της υπόθεσης.
Ο/Η δικαστής οφείλει να τηρεί την τάξη και την ευπρέπεια στο χώρο του δικαστηρίου.
Επίσης να είναι υπομονετικός/-ή, αξιοπρεπής και ευγενικός/-ή σε σχέση με τους διαδίκους,
τους ενόρκους, τους μάρτυρες, τους δικηγόρους και με όποιον έρχεται σε επαγγελματική
επαφή. Το ίδιο, όμως, οφείλουν να πράττουν και όσοι βρίσκονται υπό τις οδηγίες του/της.
Στο θέμα αυτό οι αρχές Bangalore είναι σαφείς. Η συμπεριφορά του/της δικαστή παίζει
ένα ιδιαίτερο, σημαντικό ρόλο στην εκτέλεση των δικαστικών καθηκόντων. Η δικαστική
συμπεριφορά με αυτή τη χροιά αποτελεί ένα μεγάλο κομμάτι της δικαστικής δεοντολογίας.
Έτσι οι αρχές κλείνουν με αυτό: «a judge shall not engage in conduct incompatible with the
diligent discharge of judicial duties», δηλ. ο/η δικαστής οφείλει να μην ασκεί συμπεριφορά
ασυμβίβαστη με την επιμελή εκτέλεση των δικαστικών καθηκόντων.
Χ. Επίλογος
Στις γραμμές που προηγήθηκαν έγινε μια παρουσίαση των αρχών δικαστικής δεοντο-
λογίας Bangalore 20 . Το ερώτημα που τίθεται είναι αν οι αρχές αυτές πρέπει ή μπορούν να
υιοθετηθούν από τα κράτη μέλη του Ο.Η.Ε. για το δικαστικό σώμα κάθε κράτους μέλους.
Πιστεύουμε ότι οι παγκόσμιες αρχές δικαστικής δεοντολογίας που προτείνουν όργανα του
Ο.Η.Ε., μπορούν να αποτελέσουν το γνώμονα για την κατάστρωση εθνικών αρχών δικα-
στικής δεοντολογίας. Το ίδιο το κείμενο των αρχών στην κατακλείδα του, η οποία αναφέ-
ρεται στη δυνατότητα εφαρμογής τους, αναφέρει ότι οι αρχές δικαστικής δεοντολογίας
Bangalore πρέπει να αποτελέσουν τμήμα της δεοντολογίας του δικαστικού σώματος.
Σχετικά η Ομάδα για τη Δικαστική Ακεραιότητα (Judicial Integrity Group) των Ηνω-
μένων Εθνών, η ομάδα που είναι η συντακτική επιτροπή των αρχών, όπως είπαμε και στην
αρχή, έχει προχωρήσει σε μια σειρά ενεργειών, προκειμένου το κείμενο να εφαρμοστεί με
επιτυχία στα δικαστικά συστήματα των κρατών μελών του Ο.Η.Ε. Η εφαρμογή που προ-
τείνεται δεν είναι δεσμευτική, ίσως δεν θα μπορούσε να είναι δεσμευτική, αλλά προτείνεται
να αποτελεί ένα είδος κατευθυντήριων αρχών δικαστικής δεοντολογίας, το οποίο θα μπο-
ρεί να προσαρμοστεί στο έθιμο και στις παραδόσεις του δικαστικού σώματος κάθε κράτους.
Εξάλλου, οι ίδιες οι αρχές τηρούν μια σχετικά γενική διατύπωση στο κείμενό τους και μόνο
σε συγκεκριμένα ζητήματα εισέρχονται σε περισσότερες λεπτομέρειες.
Στη χώρα μας, θεωρούμε, ότι ωρίμασε ο χρόνος για την κατάρτιση ενός κώδικα δεο-
ντολογίας του δικαστικού σώματος. Ενός κώδικα που θα προβλέπει τη δικαστική δεο-
ντολογία. Ίσως θα έπρεπε παράλληλα να προβλεφθεί και η σύσταση μιας επιτροπής δι-
καστικής δεοντολογίας, η οποία θα λειτουργεί συμβουλευτικά και ενισχυτικά σε ζητή-
ματα δικαστικής δεοντολογίας των μελών του δικαστικού σώματος. Η επιτροπή αυτή,
αλλά και ο κώδικας δικαστικής δεοντολογίας θα συμβουλεύουν και θα συμπαρίστανται
στους δικαστικούς λειτουργούς, ενώ παράλληλα θα διαφωτίζουν και τους λοιπούς πα-
ράγοντες των δικαστηρίων, αλλά και την κοινή γνώμη για τη δεοντολογική και ουσια-
στική σημασία του δικαστικού λειτουργήματος.
20. Το πλήρες κείμενο των αρχών υπάρχει σε αυτή τη διεύθυνση: http://www.unodc.org/pdf/crime/
corruption/judicial_group/Bangalore_principles.pdf.

32423423423

Το άσυλο׃ μία διαχρονική πολιτισμική αξία

Ο θεσμός του ασύλου στην εθιμική του μορφή είναι πανάρχαιος. Η πρώτη γραπτή μαρτυρία παραχώρησης ασύλου εμπεριέχεται στις Ικέτιδες του Αισχύλου και αφορά στην ασυλία που προσέφερε ο μυθικός βασιλιάς του Άργους Πελασγός στις 50 Δαναΐδες, οι οποίες προσέφυγαν στην πόλη του προκειμένου ν’αποφύγουν τον αιμομικτικό γάμο με τους 50 εξαδέλφους τους, γιους του βασιλιά Αιγύπτου. Αν και στην αχλύ της Ιστορίας, η συγκεκριμένη αναφορά έχει μεγάλη ιστορική αξία καθώς υποδηλώνει ότι το άσυλο αποτελεί μία αρχέγονη, αδήριτη πραγματικότητα. Από την άλλη, η παραχώρησή του μέσ’ από δημοκρατικές διαδικασίες, όπως αποτυπώνεται από τον μεγάλο Τραγωδό, εκφράζει τον πολιτισμό, όπως επίσης τη δομή και την ποιότητα της δημοκρατίας της Πολιτείας που το παρέσχε.
Κατά την Αρχαιότητα, από σειρά μαρτυριών (επιγραφές, νομίσματα, γραπτές πηγές) η ατομική ή ομαδική ασυλία τοποθετείται ιστορικά στην Αρχαϊκή και εκτείνεται έως τη Ρωμαϊκή περίοδο. Τόσο στην Κλασική όσο και αργότερα στην Ελληνιστική και τη Ρωμαϊκή εποχή, η έννοια του ασύλου ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με το «ιερόν», υπ’ οποιαδήποτε μορφή (ναοί, βωμοί, ιερές πόλεις κ. λπ.), και με την ιδιότητά του ως «άβατου, άγιου, άσυλου» ή πιο εμφατικά ως «άσυλου ιερού». Στην Αρχαία Ελλάδα ο ικέτης που προσέφευγε σε «ιερό άσυλο» ήταν θεωρητικά προστατευμένος από οποιασδήποτε μορφής βία, έστω και αν ήταν δολοφόνος, στασιαστής, σφετεριστής της νόμιμης εξουσίας, τύραννος, κ.λπ. Στην Αρχαία Αθήνα, για παράδειγμα, τόποι ιεροί, προορισμένοι για άσυλο ήταν ο ναός του Ηφαίστου (Θησείο), ο Βωμός του Ελέους στην Αγορά, ο Βωμός του Δία, κ. ά. Στον υπόλοιπο ελληνικό κόσμο, κορυφαία ιερά με δικαίωμα παροχής ασύλου ήταν ο ναός του Απόλλωνα στους Δελφούς και ο ναός της Ημιθέας στην Καρία της Ασίας. Ο Διόδωρος ο Σικελός απεικονίζει στην Ιστορία του το εύρος αποδοχής της ιερότητας και του σεβασμού του ναού της Ημιθέας ως ασύλου, όχι μόνο από τους Έλληνες αλλά και από τους εχθρούς, όπως ήταν οι Πέρσες.
Ευρεία εφαρμογή είχε λάβει το άσυλο ως εθιμικός θεσμός κατά την Ελληνιστική εποχή, όχι μόνο στο πεδίο των ιερών χώρων αλλά και σ’ εκείνο των ιερών πόλεων, πολλές εκ των οποίων εξασφάλιζαν το εδαφικό απαραβίαστο και το δικαίωμα προστασίας όσων προσέφευγαν σε αυτές. Στον ελλαδικό χώρο, εκτός από την Αρχαία Ηλεία -ιερός και απαραβίαστος χώρος για τη διαχείριση και ασφάλεια των Ολυμπιακών αγώνων- στην Ελληνιστική εποχή φημισμένη ήταν η παροχή ασύλου από την Αιτωλική Συμπολιτεία και από τους Κρήτες. Το εδαφικό απαραβίαστο αφορούσε σε πολλές πόλεις – κράτη, καταργήθηκε όμως με απόφαση της Ρώμης περί το 22 μ.Χ. Ο Λατίνος ιστορικός Λίβιος μάλιστα εμφανίζει το δικαίωμα του ασύλου ως ένα θεσμό που αφορούσε ιδιαίτερα τους Έλληνες.
Στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, παρότι η παράδοση ανάγει τις απαρχές του θεσμού στην εποχή του Ρωμύλου, ιδρυτή της Ρώμης, εν τούτοις στην καθαυτό Ρωμαϊκή εποχή, το δικαίωμα του ασύλου, με την έννοια που λειτουργούσε στις ελληνικές πόλεις-κράτη, δεν αναγνωριζόταν από τον ρωμαϊκό νόμο. Πέραν των νομοθετικών προβλέψεων για το άσυλο των δούλων, δύο μόνο ναοί είχαν ορισθεί ως χώροι ασύλου για κάθε είδους ικέτη. Φαίνεται πως οι σπουδαίες ελληνικές πολιτισμικές αξίες της φιλοξενίας και του ανθρωπισμού που χαρακτήριζαν τον ελληνιστικό πολιτισμό δεν ενσωματώθηκαν στον διάδοχό του ρωμαϊκό.
Περιορισμένη χρήση του δικαιώματος του ασύλου υπήρξε και στη Φαραωνική Αίγυπτο, όπου τα ιερά δεν αναγνωρίζονταν από τις πολιτικές αρχές ως άσυλα και όσοι προσέφευγαν σε αυτά συνήθως δεν έχαιραν ασυλίας. Αντίθετα, το άσυλο αναφέρεται στην εβραϊκή παράδοση, ως θεσμός καθιερωμένος, με τις έξι γνωστές ιερές πόλεις – άσυλα για κάθε ικέτη, ακόμη και δολοφόνο, αλλά και πολλές άλλες που λειτουργούσαν ως πόλεις – άσυλα υπό προϋποθέσεις.
Τομή στην ιστορία του ασύλου αποτέλεσαν οι νομοθετικές ρυθμίσεις του από τους βυζαντινούς αυτοκράτορες, όταν ο θεσμός πέρασε από την εθιμική στη νομική του έκφραση. Σειρά σχετικών νομοθετικών διατάξεων περιελήφθησαν στον Ιουστινιάνειο Κώδικα και, με ορισμένες διαφοροποιήσεις, σε όλους τους μεταγενέστερους νόμους που στηρίχθηκαν σ’ εκείνον. Σε αυτές, πέραν των περιορισμών ως προς το δικαίωμα παροχής ασύλου, προβλέπονταν οι ποινές των υπαιτίων παραβίασης του δικαιώματος ασύλου, πράξη που κατά τον νομοθέτη συνιστούσε έγκλημα ιεροσυλίας. Επειδή βέβαια δικαίωμα παροχής ασύλου, τόσο στο Βυζάντιο όσο και στη Μεσαιωνική Δύση, είχαν μόνο οι ναοί, τα μοναστήρια και οι περιβάλλοντες ιεροί χώροι, δικαιοδοσία επί του συγκεκριμένου θεσμού είχε και η Εκκλησία. Μέσω των εκκλησιαστικών Κανόνων της, παρενέβαινε δυναμικά, συνήθως σε ανταγωνισμό με την Πολιτεία για την υπερίσχυση της δικής της εξουσίας στο συγκεκριμένο ζήτημα, και διεκδικούσε περισσότερες εγγυήσεις από εκείνη αναφορικά με τον σεβασμό και την προστασία του δικαιώματος του ασύλου. Στη Μεσαιωνική Δύση ο θεσμός του ασύλου ισχυροποιήθηκε ιδιαίτερα μετά τον 10ο αιώνα, λόγω των δυσχερών κοινωνικών συνθηκών, ενώ η εφαρμογή του επεκτάθηκε με αυτοκρατορικά διατάγματα και στους «ευκτήριους οίκους».
Στη Δύση, κατά τους νεότερους χρόνους, η δημιουργία εθνικών κοσμικών κρατών συνοδεύτηκε από τη σταδιακή υποχώρηση και συχνά τη διαμφισβητούμενη απόρριψη τού θεσμού του ασύλου κατά το πρότυπο που λειτούργησε στην Αρχαιότητα και το Μεσαίωνα. Στη σύγχρονη εποχή, ο άλλοτε ανθρωπιστικού και ηθικού περιεχομένου θεσμός του ασύλου μετεξελίχθηκε σε διεθνές νομικό ζήτημα με τα ίδια αλλά και άλλα ιδεολογικά και πολιτικά χαρακτηριστικά, κατοχυρώθηκε μέσω Διεθνών Συμβάσεων και εντάχθηκε στο Διεθνές Δίκαιο, με κορυφαία στιγμή την υπογραφή της γνωστής Συνθήκης της Γενεύης (1951).-
Σοφία Πατούρα
Διευθύντρια Ερευνών Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών
Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών

32423423423

Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, η έννοια του συνόρου και η άλωση της Ρώμης: ένα επίκαιρο ιστορικό παράδειγμα

Σοφίας Πατούρα-Σπανού, Διευθύντριας Ερευνών Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών

O Claudio Magris, σε μια ιστορική παρέκβαση του λογοτεχνικού οδοιπορικού του στο Δούναβη, από το ομώνυμο βιβλίο του, παρατηρώντας τ’ απομεινάρια τού άλλοτε ισχυρού ρωμαϊκού limes, φαντάζεται το χωρικό του Μεσαίωνα να στέκεται απορημένος μπροστά στην πέτρινη γραμμή των ερειπωμένων κάστρων και οχυρώσεων που κάποτε ορθώνονταν απειλητικά και αγέρωχα κατά μήκος του μεγάλου ποταμού. Η ίδια η ιδέα του limes, το οποίο προσδιόριζε το βόρειο σύνορο της Αυτοκρατορίας μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα, ήταν για εκείνον κάτι το αδιανόητο, το εξωανθρώπινο – έργο μυστηριακών δυνάμεων.
Άγνοια για το σύνορο του Δούναβη και τον πέραν εκείνου κόσμο είχαν και οι περισσότεροι συγγραφείς της Aρχαιότητας -Έλληνες και Λατίνοι-, καθώς η εκείθεν του ποταμού περιοχή αποτελούσε terra incognita. Ο ποταμός λειτουργούσε στη συνείδησή τους ως φράγμα που χώριζε τη βαρβαρότητα από τον πολιτισμό. Από πολλούς συγγραφείς της ρωμαϊκής περιόδου διατυπώνεται ρητά ο χαρακτήρας των ποταμών ως φυσικών και πολιτικών συνόρων εντός των οποίων περικλείεται, προστατευμένη, η επικράτεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ίστρος και Ρήνος της ηγεμονίας όροι [σύνορα] εισίν, αναφέρουν οι Αππιανός Αλεξανδρεύς, Στράβων, Φλάβιος Ιώσηπος, κ. ά..
Ο μεγάλος, ωστόσο, εκπρόσωπος του ρωμαϊκού στωϊκισμού Σενέκας, στο έργο του Naturales Quaestiones, όχι μόνο αμφισβητεί αλλά και διακωμωδεί την ύπαρξη συνόρων μεταξύ των ανθρώπων. Αντίθετα, ο εξόριστος στον Πόντο ποιητής Οβίδιος χαρακτηρίζει το Δούναβη “βάρβαρο” και “συνωμότη” γιατί τα παγωμένα νερά του διευκολύνουν το πέρασμα των βαρβάρων στη νότια όχθη του.
Η σύγχυση και η αντιφατικότητα των ανθρώπων της ρωμαϊκής εποχής για τα σύνορα και τις δυνατότητες ή τις αδυναμίες τους να προστατεύσουν τα εδάφη τής Αυτοκρατορίας, διακρίνονται σαφέστερα στις ενέργειες δύο μεγάλων αυτοκρατόρων, του Τραϊανού και του Αδριανού. Ο Δίων Κάσσιος, στη Ρωμαϊκή Ιστορία του, αναφέρει ότι ο Τραϊανός έκτισε πέτρινη γέφυρα πάνω στο Δούναβη για τη μεταφορά στρατιωτών, ώστε ν’ αποτρέπουν λαθραίες διελεύσεις βαρβάρων στα ρωμαϊκά εδάφη, την οποία όμως κατέστρεψε ο Αδριανός, φοβούμενος μήπως οι βάρβαροι τη χρησιμοποιήσουν για να εισβάλουν στα εδάφη της Αυτοκρατορίας. Αργότερα, όταν κύματα μεταναστευτικών λαών κατέκλυζαν τις βορειοδουναβικές περιοχές και αναζητούσαν διέξοδο για την επιβίωσή τους, ο αυτοκράτορας Αυρηλιανός εγκατέλειψε τη ρωμαϊκή επαρχία Δακία, (την είχε προσαρτήσει στην Αυτοκρατορία ο Τραϊανός) και όρισε το σύνορο νοτιότερα, στη γραμμή του Δούναβη, ενισχύοντας τις οχυρώσεις του. Στόχος των Ρωμαίων δεν ήταν να κατακτήσουν και να ενσωματώσουν τους ξένους στη ρωμαϊκή κοινωνία αλλά να τους αναχαιτίσουν και να τους απωθήσουν πέραν και μακράν των συνόρων.
Η Αυτοκρατορία είχε οριστικά εισέλθει στη “μεγάλη κρίση του τρίτου αιώνα”. Η πολιτική αστάθεια, η εξασθένηση των θεσμών, η υποχώρηση του αμυντικού συστήματος, η νομισματική κατάρρευση και η έκπτωση αρχών και αξιών σηματοδότησαν την παρακμή της, προοιωνίζοντας τη νέα εποχή. Στα τέλη του 3ου και σε όλη τη διάρκεια του 4ου αιώνα, οι διελεύσεις του δουναβικού συνόρου από λαούς και έθνη που συνωθούνταν στη βόρεια όχθη τού ποταμού εντάθηκαν και νέοι λαοί κατέφθαναν στις βόρειες επαρχίες της Αυτοκρατορίας..
Η νέα κατάσταση που διαμορφώθηκε στον άγνωστο έως τότε Βορρά ευαισθητοποίησε και κινητοποίησε τους πολιτικούς και πνευματικούς κύκλους της Αυτοκρατορίας, προκαλώντας αντιδράσεις, αντιθέσεις και αντικρουόμενες πολιτικές πρακτικές. Η παραδοσιακή ιδεολογία περί διατήρησης της ρωμαιϊκότητας της Αυτοκρατορίας συγκρούσθηκε με τις νεωτερικές ρεαλιστικές αντιλήψεις αυτής της μεταβατικής περιόδου. Η σύγκρουση αυτή εκφράστηκε με συγκεκριμένες ενέργειες, οι οποίες συχνά οδηγούσαν τα πράγματα στα άκρα. Είναι χαρακτηριστική, για παράδειγμα, η πολιτικο – ιδεολογική διαμάχη που ξέσπασε ανάμεσα στους εκφραστές των δύο αντίρροπων τάσεων της εποχής, τον ρήτορα Θεμίστιο και τον φιλόσοφο Συνέσιο, μετά τη νόμιμη εγκατάσταση των προσφύγων Γότθων στα εδάφη της Αυτοκρατορίας. Ο πρώτος υπεραμύνθηκε της εισδοχής και ειρηνικής συμβίωσης των Γότθων με τους Ρωμαίους στα εδάφη της Αυτοκρατορίας, ενώ ο δεύτερος, σκληρός και αμείλικτος απέναντι σε αυτή την πολιτική, παρώτρυνε με πύρινους λόγους το νεαρό αυτοκράτορα Αρκάδιο να επαναπροωθήσει τους Γότθους στο Δούναβη και να τους απωθήσει πέραν εκείνου.
Η αντίσταση των εκπροσώπων της ρωμαϊκής ακεραιότητας και η αμφίθυμη συχνά στάση των ηγετών του ανατολικού τμήματος της Αυτοκρατορίας, εγκλώβισαν τα γοτθικά προσφυγικά φύλα και άλλα έθνη, για δεκαετίες, στις εξασθενημένες οικονομικά και κατεστραμμένες από τους πολέμους βόρειες επαρχίες της Θράκης, προκαλώντας σειρά αντιδράσεων στις τάξεις της πολιτικής και στρατιωτικής διοίκησης της περιοχής και στους κόλπους της τοπικής κοινωνίας. To προσφυγικό ζήτημα όξυνε έτι περαιτέρω τις σχέσεις Ανατολικής και Δυτικής Αυτοκρατορίας. Έγινε εργαλείο και όπλο στον σκληρό πολιτικό ανταγωνισμό τους, ο οποίος εκδηλωνόταν με ενέργειες που στρέφονταν σαφώς εναντίον αλλήλων. Το πλήθος των προσφύγων, διαρκώς διογκούμενο από νέες εθνικές ομάδες που περνούσαν το Δούναβη και υποκινούμενο με ποικίλους τρόπους, πότε από τη μία και πότε από την άλλη πλευρά, βρισκόταν σε μια αέναη μετακίνηση στον ταλαιπωρημένο από τους πολέμους χώρο της Βαλκανικής, που αδυνατούσε να το αφομοιώσει και να το εντάξει στους κόλπους της. Αποτέλεσε τον πιο ισχυρό κρίκο στην αλυσίδα των αλληλοϋπονομεύσεων και των αντικρουόμενων πολιτικών στρατηγικών των εκπροσώπων των δύο partes, η οποία περιέσφιξε και συνέθλιψε τελικά την ενότητα της ίδιας της Αυτοκρατορίας.
Οι ίδιοι οι πρόσφυγες, εγκλωβισμένοι στις άγονες και κατεστραμμένες επαρχίες του Δούναβη, αναζητούσαν απεγνωσμένα τρόπους φυγής προς την πλούσια μεν αλλά φθίνουσα πολιτικά και στρατιωτικά Δύση. Επωφελούμενοι από την οξύτατη πολιτική αντιπαράθεση και τη διαφαινόμενη διάσπαση των δύο τμημάτων της ενιαίας ακόμη Αυτοκρατορίας, εξεγέρθηκαν. Υπό την ηγεσία του δυναμικού ηγέτη Αλάριχου, επικεφαλής μιας πολυεθνικής συνομοσπονδίας, περιπλανήθηκαν σε ολόκληρη τη Βαλκανική για μία δεκαπενταετία. Το πλήθος των εξεγερμένων προσφύγων εγκατέλειψε την κλασική διαδρομή προς την Δύση, απ’ όπου ήταν αδύνατο να περάσει και κατευθύνθηκε στο Νότο. Διέτρεξε ολόκληρη την ηπειρωτική Ελλάδα (Μακεδονία, Θεσσαλία, Στερεά, Πελοπόννησο) και μέσω της Ηπείρου και του Ανατολικού Ιλλυρικού ξεκίνησε την μοιραία πορεία προς τη Δύση. Και καθώς “όλοι οι δρόμοι οδηγούσαν στη Ρώμη”, ο Αλάριχος με τους συνασπισμένους πρόσφυγες και μετανάστες άλωσαν τελικά την αιωνία πόλη το 410, εγκαινιάζοντας ουσιαστικά τη σταδιακή κατάλυση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και σηματοδοτώντας τον επερχόμενο Μεσαίωνα. Κατά τους δύο επόμενους αιώνες τα σύνορα του Ρήνου και του Δούναβη κατέρρευσαν από τις συνεχείς διελεύσεις ξένων λαών που εγκαθίσταντο στα εδάφη της Αυτοκρατορίας και οι ίδιοι οι ποταμοί απώλεσαν οριστικά την έννοια και τον ρόλο που τους είχαν προσδώσει οι Ρωμαίοι.-

32423423423

Η ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΑΝΑΜΟΡΦΩΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ ΣΤΗΝ ΠΡΑΞΗ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

Δ. Μουχίμογλου
Πρόεδρος Πρωτοδικών
Δικαστής Ανηλίκων Αθηνών

Εισαγωγή – σύντομη ιστορική αναδρομή

Το «τιμωρητικό πρότυπο» που ίσχυε για τον ανήλικο παραβάτη στην Ελλάδα, κυρίως έως τα τέλη του 19ου αιώνα στην Ελλάδα, κατά το οποίο η κύρια αποστολή της ποινής ήταν η ανταποδοτική τιμώρηση του δράστη, δηλαδή «να πληρώσει» για το έγκλημά του, ώστε να προκαλέσει με την καταδίκη του ένα ψυχολογικό καταναγκασμό στα υπόλοιπα μέλη της κοινωνίας να συμμορφώνονται με τις διατάξεις του νόμου, διαδέχθηκε μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, το «προνοιακό πρότυπο», βασικό χαρακτηριστικό του οποίου είναι ότι δεν ενδιαφέρεται τόσο για την παράνομη συμπεριφορά του ανηλίκου όσο κυρίως για την ίδια την προσωπικότητά του και τις δυνατότητες βελτίωσής της. Νομοθέτης και δικαστής δίνουν έμφαση σε μέτρα διαπαιδαγώγησης και πρόνοιας με σκοπό τη βελτίωση της προσωπικότητας του παραβάτη, τα οποία λαμβάνονται όχι εξ αιτίας της παράνομης συμπεριφοράς αλλά εξ΄αφορμής της. Κατά την αντίληψη αυτή, εφόσον για τις επιβαλλόμενες κυρώσεις δεν λαμβάνονταν ιδιαιτέρως υπόψη ούτε τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν στο θύμα, ούτε και το είδος της παράβασης του ανηλίκου, επαφιόταν στη διακριτική ευχέρεια του δικαστή τόσο η διάρκεια όσο και τα κριτήρια επιβολής μιας κύρωσης, η βαρύτητα της οποίας δεν τελούσε κατ΄ανάγκη σε αναλογία με τη βαρύτητα της παράβασης, ενώ επιπλέον, επικρατούσε η αντίληψη ότι ο παραβάτης δεν χρειαζόταν ν΄απολαμβάνει πληθώρας συνταγματικών δικαιωμάτων και αντιλήψεων [όπως λ.χ. το δικαίωμα ακρόασης, νομικής εκπροσώπησης και προσφυγής σε ανώτερη δικαστική αρχή] επειδή τέτοιες διευκολύνσεις θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο την επιτυχία του προγράμματος. Επομένως, με τις ασαφείς και περίπου αυθαίρετες ουσιαστικές και δικονομικές προϋποθέσεις που έτασσε το προνοιακό σύστημα, εύκολα ο ανήλικος στερείτο την προσωπική του ελευθερία με εισαγωγή του σε αναμορφωτικό ίδρυμα [λόγω «ηθικής παρεκτροπής»] ή σε σωφρονιστικό κατάστημα [λόγω «αλητείας» κατά το ήδη καταργηθέν άρθρο 408 Π.Κ.]. ΄Ετσι, το προνοιακό σύστημα εύκολα μπορούσε να μετατραπεί σε απαράδεκτο μέσο πατερναλιστικής καταπίεσης και αυθαίρετου περιορισμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών. Το προνοιακό πρότυπο διαδέχθηκε το «δικαιικό πρότυπο» που διαπνέει τα τελευταία χρόνια τις ποινικές νομοθεσίες των περισσότερων χωρών της Δυτικής Ευρώπης και της Β. Αμερικής. Σε σύγκριση με το προνοιακό πρότυπο, το δικαιικό διαφοροποιείται στο ότι: α] οι επιβαλλόμενες κυρώσεις είναι καταρχήν ανάλογες προς την συγκεκριμένη αξιόποινη πράξη που τέλεσε ο ανήλικος, δηλ. δεν μπορούν να είναι βαρύτερες από την ίδια την παράβαση [αρχή αναλογικότητας] β] τα κριτήρια επιβολής και η διάρκεια μιας κύρωσης πρέπει να είναι σαφή και ορισμένα γ] ο εγκλεισμός του δράστη είναι το έσχατο μέσο [ultima ratio] αντιμετώπισης της νεανικής παραβατικότητας και δ] αυτονόητη προϋπόθεση ποινικής μεταχείρισης του δράστη είναι ο σεβασμός των συνταγματικών του δικαιωμάτων και εγγυήσεων. Στην Ελλάδα, το ισχύον δίκαιο ανηλίκων, συνιστά μία σύζευξη, ένα συγκερασμό του προνοιακού και δικαιικού προτύπου, δηλαδή της προσωπικότητας του δράστη και των αναγκών της με τη βαρύτητα της αξιόποινης πράξης, ήτοι η προσοχή επικεντρώνεται στην παράλληλη συνεκτίμηση και των δύο αυτών παραμέτρων του ζητήματος δηλαδή και του παραβάτη και της παράβασης.
Ι. Τα ισχύοντα σήμερα αναμορφωτικά – θεραπευτικά μέτρα και οι προϋποθέσεις επιβολής του ποινικού σωφρονισμού
Α] Αναμορφωτικά μέτρα [άρθρο 122 Π.Κ.]
Τα αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα προβλέπονται για όλους τους παραβατικούς ανηλίκους ηλικίας 8 – 18 ετών συμπληρωμένων. Ήδη, με το ν. 3189/2003 και με βάση τις σύγχρονες τάσεις για «αποϊδρυματοποίηση», ο κατάλογος των αναμορφωτικών μέτρων εμπλουτίστηκε με σειρά σύγχρονων μέτρων τα οποία απαριθμούνται στο άρθρο 122 Π.Κ. και είναι τα εξής, με σειρά από τα ηπιότερα προς τα αυστηρότερα:
α] η επίπληξη, δηλ. η αποδοκιμασία της πράξης του ανηλίκου από το Δικαστήριο. Πρόκειται για παραινέσεις με έντονο προειδοποιητικό χαρακτήρα προς τον ανήλικο και τους γονείς του.
β] η ανάθεση της υπεύθυνης επιμέλειας του ανηλίκου στους γονείς ή στους επιτρόπους του. Σκοπός του μέτρου είναι η ενίσχυση της ευθύνης αυτών των ανθρώπων στη διαπαιδαγώγηση του ανηλίκου, οπότε δεν αποκλείεται η επιβολή σε αυτούς ποινής κατ΄άρθρο 360 Π.Κ. για παραμέληση εποπτείας ανηλίκου και κατ΄άρθρο 409 Π.Κ. για παραμέληση αποτροπής από επαιτεία ή αλητεία.
γ] η ανάθεση της υπεύθυνης επιμέλειας του ανηλίκου σε ανάδοχη οικογένεια, δηλ. επιδοτούμενη από το Κράτος ή και οικογένεια που δέχεται τον ανήλικο από εθελοντισμό.
δ] η ανάθεση της επιμέλειας του ανηλίκου σε προστατευτικές εταιρείες [Ε.Π.Α.], σε προνοιακά ιδρύματα ανηλίκων ή σε επιμελητές ανηλίκων της Υπηρεσίας Επιμελητών Ανηλίκων.
ε] η συνδιαλλαγή μεταξύ θύματος και ανήλικου δράστη για έκφραση συγγνώμης και για εν γένει εξώδικη διευθέτηση των συνεπειών της πράξης, για την οποία θα γίνει λόγος κατωτέρω.
στ] η αποζημίωση του θύματος ή κατ΄άλλον τρόπο άρση ή μείωση των συνεπειών της πράξης από τον ανήλικο, κυρίως όταν δεν είναι εφικτή η συνδιαλλαγή του ανήλικου δράστη με το θύμα του [και για το μέτρο αυτό θα γίνει λόγος κατωτέρω]
ζ] η παροχή κοινωφελούς εργασίας από τον ανήλικο, δηλαδή η χωρίς αμοιβή απασχόλησή του σε δημόσιους ή δημοτικούς φορείς [ομοίως για το μέτρο αυτό θα μιλήσουμε εκτενέστερα κατωτέρω]
η] η παρακολούθηση από τον ανήλικο κοινωνικών και ψυχολογικών προγραμμάτων σε κρατικούς, δημοτικούς, κοινοτικούς ή ιδιωτικούς φορείς
θ] η φοίτηση του ανηλίκου σε σχολές επαγγελματικής ή άλλης εκπαίδευσης ή κατάρτισης
ι] η παρακολούθηση από τον ανήλικο ειδικών προγραμμάτων κυκλοφοριακής αγωγής, μέτρο το οποίο εφαρμόζεται ιδίως σε ποινικές παραβάσεις του Κ.Ο.Κ.
ια] η ανάθεση της εντατικής επιμέλειας και επιτήρησης του ανηλίκου σε προστατευτικές εταιρείες ή επιμελητές ανηλίκων, που επιβάλλεται σε σοβαρά αδικήματα που διέπραξε ο ανήλικος, οπότε είναι αναγκαία η ιδιαίτερη ενασχόληση με τον ανήλικο από άποψη χρόνου και ποιοτικών επαφών προς διαπαιδαγώγηση και συμβουλευτική αυτού υποστήριξη και
ιβ] η τοποθέτηση του ανηλίκου σε κατάλληλο κρατικό, δημοτικό ή ιδιωτικό ίδρυμα αγωγής, όπου πρόκειται για αναγκαστικό εγκλεισμό του ανηλίκου σε Ίδρυμα. Πρόκειται για το επαχθέστερο αναμορφωτικό μέτρο, το οποίο επιβάλλεται πλέον, σύμφωνα με τις τελευταίες τροποποιήσεις του δικαίου των ανηλίκων [άρθρο 25 ν. 4356/22-12-2015], για κακουργηματικές μόνο πράξεις και εφόσον ο ανήλικος έχει συμπληρώσει το 15ο έτος της ηλικίας του. Το μόνο δε ίδρυμα αγωγής που λειτουργεί στη χώρα μας είναι το ίδρυμα αγωγής ανηλίκων αρένων Νέας Ιωνίας Βόλου.
Β] Θεραπευτικά μέτρα [άρθρο 123 Π.Κ.]
Όταν η κατάσταση του ανηλίκου απαιτεί ιδιαίτερη μεταχείριση και ειδικά όταν αυτός πάσχει από ψυχική ασθένεια ή τελεί σε νοσηρή διατάραξη των πνευματικών του λειτουργιών, ή από οργανική νόσο ή κατάσταση που του δημιουργεί σοβαρή σωματική δυσλειτουργία ή του έχει γίνει έξη η χρήση οινοπνευματωδών ποτών ή ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορεί να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις ή εμφανίζει ανώμαλη καθυστέρηση στην πνευματική και την ηθική του ανάπτυξη, τότε το Δικαστήριο επιβάλλει, κατά σειρά βαρύτητας, τα εξής θεραπευτικά μέτρα:
α] ανάθεση της υπεύθυνης επιμελείας του στους γονείς, στους επιτρόπους του ή στην ανάδοχη οικογένεια
β] ανάθεση της επιμέλειας του ανηλίκου σε προστατευτικές εταιρείες ή σε επιμελητές ανηλίκων
γ] παρακολούθηση από τον ανήλικο συμβουλευτικού θεραπευτικού προγράμματος [π.χ. στο ΚΕ.Θ.Ε.Α.] και
δ] παραπομπή του ανηλίκου σε θεραπευτικό ή άλλο κατάστημα. Τα θεραπευτικά μέτρα επιβάλλονται ύστερα από διάγνωση και γνωμοδότηση από εξειδικευμένη ομάδα ιατρών, ψυχολόγων και κοινωνικών λειτουργών, η οποία δεν έχει υποχρεωτικό χαρακτήρα για το Δικαστήριο.
Τα αναμορφωτικά και θεραπευτικά μέτρα δεν συνιστούν ποινές, είναι sui generis μέτρα που αποσκοπούν στη διαπαιδαγώγηση και αναμόρφωση του ανήλικου παραβάτη. Για το λόγο τούτο οι σχετικές αποφάσεις δεν μπορούσαν να προσβληθούν με ένδικα μέσα. Με την τροποποίηση της παρ.1 του άρθρου 489 Κ.Π.Δ., [άρθρο 26 ν. 3904/2010] προβλέπεται πλέον η δυνατότητα άσκησης έφεσης και κατά των αποφάσεων του μονομελούς και τριμελούς δικαστηρίου ανηλίκων με τις οποίες επιβλήθηκαν στην ανήλικο αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα.
Γ] Ποινικός σωφρονισμός [άρθρο 127 Π.Κ.]
Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειώσουμε ότι έχουμε δύο κατηγορίες ανηλίκων αναφορικά με την ποινική ευθύνη που υπέχουν. Είναι οι ποινικώς ανεύθυνοι και οι ποινικώς υπεύθυνοι. Ποινικώς ανεύθυνοι είναι οι ανήλικοι που κατά τον χρόνο τέλεσης της άδικης πράξης είναι ηλικίας από 8-15 ετών, οπότε η αξιόποινη πράξη δεν τους καταλογίζεται και επιβάλλονται σε αυτούς μόνο αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα. Ενώ, ποινικώς υπεύθυνοι, κατά την τελευταία τροποποίηση του άρθρου 127 Π.Κ. με το άρθρο 26 του ν. 4356/24-12-2015, είναι οι ανήλικοι που κατά τον χρόνο τέλεσης της άδικης πράξης είναι ηλικίας 15 ετών συμπληρωμένο και στους οποίους μπορεί να επιβληθεί ως ποινική κύρωση ο ποινικός σωφρονισμός, δηλαδή ο εγκλεισμός τους σε κατάστημα κράτησης νέων [φυλακή] και μόνο στις περιπτώσεις που έχουν τελέσει πράξη την οποία αν τελούσε ενήλικος θα ήταν κακούργημα απειλούμενο με την ποινή της ισόβιας κάθειρξης, καθώς και για την πράξη του βιασμού [άρθρο 336 Π.Κ.] εφόσον τελέσθηκε σε βάρος προσώπου νεότερου από 15 ετών. Ομοίως, ποινικός σωφρονισμός μπορεί να επιβληθεί και σε ανήλικο που έχει συμπληρώσει το 15ο έτος της ηλικίας του και του έχει επιβληθεί το αναμορφωτικό μέτρο της τοποθέτησής του σε ίδρυμα αγωγής, εάν μετά την τοποθέτησή του στο ίδρυμα αγωγής τελέσει έγκλημα το οποίο αν το τελούσε ενήλικος θα ήταν κακούργημα. Η επιβολή του ποινικού σωφρονισμού αποφεύγεται στο μέτρο του δυνατού και γίνεται χρήση του ως έσχατου καταφυγίου με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση, στην οποία ορίζεται επακριβώς η διάρκεια του ποινικού σωφρονισμού και ο λόγος για τον οποίο στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν κρίθηκαν επαρκή τα αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων συνθηκών τέλεσης της πράξης και της προσωπικότητας του ανηλίκου.
ΙΙ. Aναμορφωτικά μέτρα πρόσφορα εφαρμογής αποκαταστατικών – επανορθωτικών πρακτικών
Το δίκαιο των ανηλίκων αποτελεί πρόσφορο έδαφος εφαρμογής αποκαταστατικών – επανορθωτικών πρακτικών λόγω του ότι στοχεύει στη διαπαιδαγώγηση και όχι στην τιμωρία του ανήλικου δράστη με αντίστοιχο στιγματισμό του από την τυπική διαδικασία απονομής της ποινικής δικαιοσύνης. Ως προελέχθη, σκοποί της αποκαταστατικής δικαιοσύνης είναι α] ο δράστης να αναλάβει την ευθύνη του από την άδικη πράξη που τέλεσε και να αντιληφθεί τις συνέπειές της β] να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα επανόρθωσης της βλάβης των θυμάτων ή της κοινότητας ως έμμεσου θύματος και γ] να οδηγήσει τα μέρη, δηλαδή τον δράστη και το θύμα σε συμφιλίωση με επανένταξη του δράστη στην κοινότητα, καθόσον το έγκλημα συνιστά πρωτίστως πράξη που διαρρηγνύει τις ανθρώπινες σχέσεις.
Aπό τα προεκτεθέντα αναμορφωτικά μέτρα, τρία είναι εκείνα που η εφαρμογή τους συνιστά έκφραση της λεγόμενης επανορθωτικής – αποκαταστατικής δικαιοσύνης, ιδίως για τις περιπτώσεις αδικημάτων μειωμένης βαρύτητας: α] η συνδιαλλαγή μεταξύ θύματος και ανήλικου δράστη για έκφραση συγγνώμης και για εν γένει εξώδικη διευθέτηση των συνεπειών της πράξης β] η αποζημίωση του θύματος ή κατ΄άλλον τρόπο άρση ή μείωση των συνεπειών της πράξης από τον ανήλικο και γ] η παροχή κοινωφελούς εργασίας από τον ανήλικο. Ας τα δούμε καθένα χωριστά και πώς εφαρμόζονται στην πράξη.
1.Συνδιαλλαγή μεταξύ θύματος και ανήλικου δράστη για έκφραση συγγνώμης και για εν γένει εξώδικη διευθέτηση των συνεπειών της πράξης
Το μέτρο αυτό μπορεί να εφαρμοστεί μόνο στα αδικήματα που υπάρχει θύμα [κλοπές, απάτες, σωματικές βλάβες, εξυβρίσεις, φθορές ξένης ιδιοκτησίας κ.λ.π.]. Επομένως δεν μπορεί να εφαρμοστεί λ.χ. σε ποινικές παραβάσεις του Κ.Ο.Κ. που απαντώνται συχνότατα στην ανήλικη παραβατικότητα [οδήγηση οχήματος ή μοτ/τας άνευ άδειας ικανότητας οδήγησης] ή σε παραβάσεις της νομοθεσίας περί ναρκωτικών. Η συνδιαλλαγή μεταξύ θύματος και ανήλικου δράστη προϋποθέτει την απ΄ ευθείας επαφή του ανηλίκου με το θύμα με την βοήθεια και την επίβλεψη ενός τρίτου προσώπου, του διαμεσολαβητή, ενός προσώπου δηλαδή κατάλληλα εκπαιδευμένου ώστε να αντιληφθεί τις ανάγκες των θυμάτων με αμεροληψία και ουδετερότητα, τηρώντας τις αναγκαίες αποστάσεις από τα μέρη της συνδιαλλαγής. Ειδικά δε όταν, τόσο ο δράστης όσο και το θύμα είναι ανήλικοι, τότε έχουν ιδιαίτερη ανάγκη ενημέρωσης και καθοδήγησης κατά τη διαδικασία της συνδιαλλαγής. Τον ρόλο αυτό αναλαμβάνει εν προκειμένω ο Επιμελητής Ανηλίκων που λειτουργεί στην εφαρμογή του μέτρου τούτου ως διαμεσολαβητής. Κατά τη διαδικασία της συνδιαλλαγής, του διαλόγου δηλαδή που ανοίγεται μεταξύ δράστη και θύματος, το μεν θύμα – παθών έχει τη δυνατότητα τα εκφράσει τα συναισθήματά του, το θυμό, την πικρία του και τα αρνητικά συναισθήματα που προκάλεσε σε αυτόν το έγκλημα, ενώ ταυτόχρονα ο δράστης, αναλαμβάνοντας την ευθύνη και τις συνέπειες της πράξης του, εκφράζει τη συγγνώμη του που συνήθως συνοδεύεται με μια προσπάθεια αποκατάστασης της βλάβης του παθόντος. Άλλωστε το ζητούμενο για τα θύματα, βάσει δεδομένων εμπειρικών ερευνών, δεν είναι κυρίως η αποκατάσταση της υλικής τους ζημίας αλλά η ηθική τους ικανοποίηση. Βασική προϋπόθεση βέβαια για να ξεκινήσει η διαδικασία της συνδιαλλαγής είναι η αποδοχή του δράστη της πράξης που τέλεσε, ήτοι η ομολογία του ως προς τα πραγματικά περιστατικά της πράξης. Χωρίς αυτό το προαπαιτούμενο η εφαρμογή του μέτρου στερείται σημασίας.
Η εφαρμογή του μέτρου στην πράξη. Η ίδια η διατύπωση του συγκεκριμένου αναμορφωτικού μέτρου που κάνει λόγο «για εν γένει εξώδικη διευθέτηση των συνεπειών της πράξης» παραπέμπει σε εξωδικαστηριακή «κατά παρέκκλιση διαδικασία» από την τυπική διαδικασία που ακολουθεί το δικαστήριο κατά την κύρια ακροαματική διαδικασία. Η επιβολή επομένως του μέτρου αυτού με απόφαση του δικαστηρίου, κατά την άποψή μου, έρχεται σε αντίθεση με την ίδια τη φύση και το σκοπό της διάταξης που είναι η εκούσια προσπάθεια των μερών να συμφιλιωθούν. Η συνδιαλλαγή χρειάζεται προετοιμασία. Ωστόσο, αν αυτή έχει αποτύχει κατά το στάδιο της προδικασίας [εφαρμογή του άρθρου 45Α Κ.Π.Δ.], κατά τα προλεχθέντα της κ. Εισαγγελέως, τούτο δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να επιχειρηθεί κατά το στάδιο της κύριας διαδικασίας. Η επιβολή όμως του μέτρου αυτού από το Δικαστήριο κατά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας και εφόσον καταφαθεί ότι ο δράστης τέλεσε την πράξη, αναιρεί την ίδια τη φύση του μέτρου, αφού στην περίπτωση αυτή, άνευ οποιασδήποτε προετοιμασίας και ενημέρωσης των μερών για το τι θα ακολουθήσει, δράστης και θύμα οδηγούνται πλέον «υποχρεωτικά» σε συνδιαλλαγή, ως επιβληθείσα πλέον ποινική κύρωση που εξαναγκάζει τα μέρη σε συμβιβασμό χωρίς να ερωτηθούν αν δέχονται να συνδιαλλαχθούν. Επομένως, στην περίπτωση αυτή, όπου το εν λόγω μέτρο επιβάλλεται με απόφαση του δικαστηρίου, ως συμβαίνει στη δικαστηριακή πρακτική, ακυρώνεται ο αποκαταστατικός του σκοπός και η συναινετική συμφιλίωση των μερών μετατρέπεται σε στείρα υποχρέωση. Ελλείψει δε διαδικαστικού πλαισίου διεξαγωγής της διαμεσολάβησης, γεγονός που δεν υποβοηθεί καθόλου την ομοιόμορφη εφαρμογή του μέτρου στην πράξη, ας εξετάσουμε πώς θα μπορούσε να εφαρμοστεί το αναμορφωτικό αυτό μέτρο κατά το διάστημα που μεσολαβεί από την άσκηση της ποινικής δίωξης και την παραπομπή του δράστη στο δικαστήριο ανηλίκων μέχρι την ακροαματική διαδικασία. Στο διάστημα αυτό ο επιμελητής ανηλίκων στον οποίο έχει χρεωθεί η υπόθεση μπορεί να δράσει διαμεσολαβητικά. Στην περίπτωση που ο επιμελητής έχει καταφέρει να επικοινωνήσει και να έρθει σε επαφή τόσο με τον ανήλικο δράστη, όσο και με το θύμα, μπορεί να προχωρήσει, κατόπιν ενημέρωσης και προετοιμασίας των μερών, στη συμφιλίωσή τους και την συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, εφόσον βέβαια ο δράστης αποδέχεται ότι τέλεσε την πράξη. Αν η διαμεσολάβηση αποβεί επιτυχής και τα μέρη συμφιλιωθούν με έκφραση συγγνώμης εκ μέρους του δράστη και αποδοχή αυτής από το θύμα ή και με ενδεχόμενη επιπλέον συμβολική ή πλήρη αποκατάσταση της βλάβης που υπέστη, τότε ο επιμελητής με σύνταξη σχετικής έκθεσης, θα ενημερώσει το δικαστήριο κατά την ακροαματική διαδικασία για την επίτευξη της συνδιαλλαγής. Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο, στα μεν κατ΄έγκληση διωκόμενα εγκλήματα, μπορεί να προχωρήσει σε οριστική παύση της ποινικής δίωξης, εκτιμώντας τη συμφιλιωτική ειρήνευση του αγαθού που επλήγη ως ανάκληση της έγκλησης, οπότε αποφεύγει να αποφανθεί ότι ο ανήλικος δράστης τέλεσε την πράξη, ενώ στα αυτεπαγγέλτως διωκόμενα εγκλήματα μπορεί ν΄αποφανθεί ότι ο ανήλικος δράστης δεν χρήζει επιβολής οιουδήποτε αναμορφωτικού μέτρου λόγω εξώδικης επιτυχούς συνδιαλλαγής. Αν η συνδιαλλαγή αποτύχει, το δικαστήριο θα επιβάλλει άλλο αναμορφωτικό μέτρο που κατά την κρίση του θα είναι το προσφορότερο για την προσωπικότητα του δράστη και ανάλογο της βαρύτητας της πράξης που τέλεσε. Στην περίπτωση τώρα που η επαφή με το θύμα δεν κατέστη δυνατή, με συνακόλουθη αδυναμία του επιμελητή να επιχειρήσει οποιαδήποτε διαμεσολάβηση, τότε δράστης και θύμα συναντώνται το πρώτον κατά την ακροαματική διαδικασία. Το δικαστήριο μπορεί, κατά την ακροαματική διαδικασία και εφόσον ο δράστης ομολογεί την πράξη του, να διερευνήσει με σχετικές ερωτήσεις σε αμφότερα τα μέρη, αν υπάρχουν περιθώρια συναινετικής επίλυσης της διαφοράς ή ακόμη μπορεί και να προτρέψει τα μέρη σε συνδιαλλαγή, εκθέτοντας τα οφέλη που και οι δύο πλευρές μπορούν να αποκομίσουν. Αν τα διάδικα μέρη αντιμετωπίσουν θετικά την εκδοχή αυτή, τότε το δικαστήριο, αναβάλλοντας την εκδίκαση της υπόθεσης σε μεταγενέστερο χρόνο, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση σε διαμεσολάβηση, προκειμένου τα μέρη να ενημερωθούν και να προχωρήσουν με την καθοδήγηση του επιμελητή σε συνδιαλλαγή. Κατά δε την μετ΄αναβολήν δίκη, το δικαστήριο, αναλόγως με την επιτυχή ή μη έκβαση της συνδιαλλαγής, θα αποφανθεί κατά τα προαναφερόμενα [ δηλ. οριστική παύση της ποινικής δίωξης ή μη ανάγκη επιβολής κάποιου αναμορφωτικού μέτρου ή επιβολή άλλου καταλληλότερου]. Οι παραπάνω προτεινόμενες επιλογές, κατά τις οποίες το δικαστήριο διαδραματίζει σημαντικό ρόλο χωρίς να επιβάλει το ίδιο ως ποινική κύρωση το μέτρο της συνδιαλλαγής ανηλίκου δράστη και θύματος, εκτιμώ ότι εναρμονίζονται με το χαρακτήρα και τη φύση του μέτρου, κυρίως δε επιτυγχάνεται στην πράξη η εξώδικη διευθέτηση των συνεπειών της πράξης, που συμβαδίζει και με το γράμμα του νόμου.
Μέχρι σήμερα, δεν υπάρχει ρύθμιση εκ του νόμου του διαδικαστικού πλαισίου διεξαγωγής του εν λόγω μέτρου, με αποτέλεσμα να μην αντιμετωπίζονται σημαντικά ζητήματα, όπως η προθεσμία και ο τρόπος παροχής της συναίνεσης των μερών, το περιεχόμενο της τελευταίας, η δυνατότητα ανάκλησης της σχετικής συναίνεσης χωρίς συνέπειες, το δικαίωμα νομικής συμπαράστασης και αρωγής δράστη και θύματος, η δυνατότητα συμμετοχής των γονέων ειδικά στην περίπτωση των ανήλικων δραστών, η σύνταξη έκθεσης μετά το πέρας της συνδιαλλαγής, η προθεσμία μέσα στην οποία αυτή πρέπει να ολοκληρωθεί κ. ά. Η τήρηση ορισμένων κατευθυντηρίων αρχών είναι αναγκαία για την διασφάλιση και την προστασία των δικαιωμάτων των μερών, αλλά και την τήρηση των διαδικαστικών τους εγγυήσεων. Οι δε επιμελητές ανηλίκων πρέπει να είναι κατάλληλα εκπαιδευμένοι για να εξασφαλίζεται η αμεροληψία και ουδετερότητα που απαιτεί η ορθή εφαρμογή του μέτρου, καθώς από τη φύση του ρόλου τους έρχονται πρωτίστως σε επαφή με τους δράστες και τα συγγενικά τους πρόσωπα με στόχο την ανεύρεση του καταλληλότερου γι αυτούς αναμορφωτικού μέτρου, το οποίο και θα προτείνουν στο δικαστήριο. Συνεπώς, εκ της φύσεως του έργου τους «ταυτίζονται» περισσότερο με τον δράστη ως τον περισσότερο αδύναμο κρίκο που χρήζει προστασίας λόγω της ανηλικότητάς του και λιγότερο με το θύμα, με αποτέλεσμα το κύριο έργο τους να αντιβαίνει στο ρόλο του αμερόληπτου και ουδέτερου διαμεσολαβητή.
2.Η αποζημίωση του θύματος ή η κατ΄άλλον τρόπο άρση ή μείωση των συνεπειών της πράξης
Το μέτρο αυτό εφαρμόζεται κυρίως όταν δεν είναι εφικτή η συνδιαλλαγή του ανήλικου δράστη με το θύμα του, λόγω της άρνησης για παράδειγμα του θύματος να συμμετάσχει. Σκοπό έχει να θέσει τον ανήλικο δράστη προ των ευθυνών του, ώστε να αντιληφθεί το μέγεθος της βλάβης που προξένησε. Η επανόρθωση της βλάβης αποτελεί στόχο των αποκαταστατικών διαδικασιών. Αποτελεί μερικότερη έννοια και εμπεριέχεται στο προηγούμενο μέτρο της συνδιαλλαγής ανηλίκου δράστη – θύματος, εφόσον στην τελευταία συμπεριλαμβάνεται και η αποζημίωση του θύματος ή η κατ΄άλλον τρόπο άρση ή μείωση των συνεπειών της πράξης. Άλλον δε τρόπο άρσης ή μείωσης των συνεπειών της πράξης μπορεί να συνιστά οποιαδήποτε πράξη επανόρθωσης και όχι μόνο η επανόρθωση της βλάβης σε χρήμα όπως π.χ. μπορεί να είναι η παροχή προσωπικής εργασίας στο κατάστημα του θύματος που ο ανήλικος δράστης προκάλεσε φθορές ή αφαίρεσε αντικείμενα. Η επιβολή του μέτρου αυτού επιτελεί τον αποκαταστατικό του σκοπό όταν έχει ήδη χωρήσει η επικοινωνία του θύματος με τον δράστη, η οποία δίνει τη δυνατότητα της επανόρθωσης της ρήξης που προκάλεσε το έγκλημα. Στο νόμο δεν διευκρινίζεται αν με τον όρο αποζημίωση εννοείται η πλήρης κάλυψη της ζημίας του θύματος. Επειδή όμως η επανορθωτική αξία του εν λόγω μέτρου έγκειται στην καταβολή της αποζημίωσης από τον ίδιο τον ανήλικο, όπως τούτο άλλωστε ρητά αναφέρεται και στην εισηγητική έκθεση του ν. 3189/2003, το ύψος της αποζημίωσης ή η κατ΄άλλον τρόπο επανόρθωση της βλάβης του θύματος, θα πρέπει να γίνεται στο μέτρο των δυνατοτήτων του ανηλίκου και να μην ξεπερνά ένα ανώτατο όριο, ανάλογο και των ικανοτήτων του. Η αποζημίωση δηλαδή θα πρέπει να εκπληρώνεται από τον ανήλικο «κατά δύναμη» και με βάση τους πόρους του.
3.Η παροχή κοινωφελούς εργασίας
Η παροχή κοινωφελούς εργασίας είναι η χωρίς αμοιβή απασχόληση του ανηλίκου παραβάτη σε ένα έργο κοινωνικής αλληλεγγύης, όπως κηπουρικών εργασιών, εργασιών δασοπυρόσβεσης, δενδροφύτευσης, καθαρισμού ακτών, εργασιών σε νοσηλευτικά ιδρύματα, σε ιδρύματα αποκατάστασης ηλικιωμένων κ. ά. Αποτελεί δομικό μέτρο της αποκαταστατικής δικαιοσύνης, καθώς παρέχεται από τον ανήλικο στην κοινότητα ως επανόρθωση της βλάβης που της προκάλεσε με την πράξη του, όπως στην περίπτωση διακεκριμένων φθορών πραγμάτων που χρησιμεύουν για κοινό όφελος, προσβολή της δημόσιας τάξης, παρακώλυση συγκοινωνιών κ.ά. Επειδή το εν λόγω μέτρο ενέχει τιμωρητικά στοιχεία, η εφαρμογή του κατά το στάδιο της προδικασίας από τον Εισαγγελέα θα πρέπει να γίνεται με σύνεση ώστε να μην παραβιάζεται το τεκμήριο αθωότητας. Τέτοιος κίνδυνος βέβαια δεν ελλοχεύει όταν η κοινωφελής εργασία επιβάλλεται με απόφαση του δικαστηρίου, μετά την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας και εφόσον καταφαθεί ότι ο ανήλικος τέλεσε την αποδιδόμενη σε αυτόν πράξη. Ελλείψει συγκεκριμένης νομοθετικής ρύθμισης, γεννώνται δύο ζητήματα 1] αν για την επιβολή του μέτρου αυτού θα απαιτείται ή όχι η συναίνεση του ανηλίκου ή και των γονέων του και 2] ποία θα είναι η διάρκειά του και ο ανώτατος επιτρεπτός αριθμός ωρών εκτέλεσης του μέτρου σε ημερήσια και εβδομαδιαία βάση. Ως προς το πρώτο ζήτημα, κατά την εισηγητική έκθεση του ν. 3189/2003, το μέτρο, λόγω του κατ΄εξοχήν διαπαιδαγωγικού του χαρακτήρα, επιβάλλεται από το δικαστήριο ανηλίκων ανεξάρτητα από τη συναίνεση του ανηλίκου ή των γονέων του, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι όταν υπάρχει έντονη αντίδραση θα επιβληθεί το μέτρο ούτως ή άλλως. Η επικρατούσα άποψη είναι ότι η συναίνεση αυτή θα πρέπει να προϋπάρχει βάσει της απαγόρευσης οποιασδήποτε μορφής αναγκαστικής εργασίας από το Σύνταγμα [άρθρο 22 παρ.4]. Αντίλογος της άποψης αυτής είναι ότι η σωρευτική προϋπόθεση της συναίνεσης τόσο του ανηλίκου όσο και των γονέων του, θα δυσχεράνει ιδιαίτερα την επιβολή του μέτρου, ενώ επιπλέον οι συνήγοροι των ανηλίκων θα τους προτρέπουν να μην συναινούν για να τους επιβληθεί άλλο ηπιότερο, γεγονός που θα καταστήσει το μέτρο ημι-ενεργό αν όχι ανενεργό. Στην πράξη ωστόσο, το Δικαστήριο θέλει και ζητά τη συναίνεση του ανηλίκου, όχι τόσο ένεκα των παραπάνω συνταγματικών απαγορεύσεων, αλλά για λόγους καθαρά ουσιαστικούς. Αν ο ανήλικος δεν συναινέσει συνειδητά στην παροχή εκ μέρους του κοινωφελούς εργασίας, κατανοώντας την απαξία της πράξης του με αντίστοιχη θέληση αποκατάστασης της βλάβης που επέφερε, απλούστατα δεν θα την παρέχει ή θα την παρέχει πλημμελώς. Δεν είναι λίγες οι φορές που επιβάλλεται ως μέτρο η παροχή κοινωφελούς εργασίας, κατόπιν συναίνεσης του ανηλίκου και αυτός ουδέποτε εμφανίζεται στον κοινωνικό φορέα που του υπεδείχθη για την παροχή της εργασίας του. Συνεπώς, η συναίνεση, αν δεν είναι συνειδητή, δεν εγγυάται την εκτέλεση του μέτρου από τον ανήλικο. Τώρα, ως προς το ζήτημα του είδους της εργασίας, της διάρκειας αυτής και του ανώτατου επιτρεπτού ωρών εκτέλεσης σε ημερήσια και εβδομαδιαία βάση, αυτό θα πρέπει να κρίνεται βάσει της αρχής της αναλογικότητας ως προς τη βαρύτητα της πράξης, τις συνθήκες διαβίωσης του ανηλίκου και την προσωπικότητά του, λαμβανομένων υπόψη της κατάστασης της υγείας του, των δεξιοτήτων του, των σχολικών του υποχρεώσεων και της ιδιοσυγκρασίας του. Η εφαρμογή του μέτρου είναι επιτυχής όταν η κοινωφελής εργασία παρέχεται κοντά στον τόπο διαμονής του ανηλίκου, το είδος της εργασίας ανταποκρίνεται στις κλίσεις του, καθίσταται δε επωφελέστερη για τον ανήλικο όταν του παρέχει τη δυνατότητα εκμάθησης κάποιας τέχνης ή άλλης επικερδούς εργασίας. Ωστόσο, η παροχή κοινωφελούς εργασίας δεν πρέπει να ξεπερνά τις 3 ώρες ημερησίως, τις 15 ώρες εβδομαδιαίως και συνολικά τις 50 – 60 ώρες, ούτε το χρονικό διάστημα των έξι [6] μηνών. Υπέρβαση των άνω ορίων είναι δυνατή σε κακουργηματικές πράξεις ή σε κατ΄επανάληψη τέλεση αξιοποίνων πράξεων. Με την υπ΄αριθ. 108073/13 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών – Εσωτερικών – Παιδείας και Θρησκευμάτων – Υγείας –Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας – Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων [ΦΕΚ 1371/29-5-2014] καταρτίστηκε πίνακας με τις υπηρεσίες του κράτους, τους ΟΤΑ, τα Ν.Π.Δ.Δ., τα μη κερδοσκοπικά Κοινωφελή Ν.Π.Ι.Δ. και τις ΜΗ.ΚΥ.Ο., που έχουν τη δυνατότητα να δεχτούν ανηλίκους παραβάτες για παροχή κοινωφελούς εργασίας, ενώ επίσης καθορίστηκε ο τρόπος παροχής της εργασίας αυτής και προβλέφθηκε η κατάρτιση σχετικού συμφωνητικού που υπογράφεται από τον Επιμελητή που επιβλέπει την κοινωφελή εργασία του ανηλίκου και τον ανήλικο. Στο συμφωνητικό αναγράφονται λεπτομερώς οι ώρες, οι ημέρες της εβδομάδας, η διάρκεια, η έναρξη και η λήξη της παροχής κοινωφελούς εργασίας, καθώς και όλες οι υποχρεώσεις του ανηλίκου που παρέχει κοινωφελή εργασία. Στην πράξη, το εν λόγω συμφωνητικό υπογράφει και ο φορέας που αναλαμβάνει τον ανήλικο, καθώς και οι γονείς του τελευταίου. Επίσης ο φορέας ορίζει επόπτη του ανηλίκου που τηρεί αρχείο με τις παρουσίες του ανηλίκου, παρακολουθεί την τήρηση των καθηκόντων του, παρέχοντάς του καθοδήγηση και υποστήριξη και ενημερώνει σχετικά με την πρόοδο και υλοποίηση του μέτρου τον Επιμελητή του ανηλίκου. Το ζήτημα βέβαια που παραμένει σε εκκρεμότητα και δημιουργεί δυσχέρεια στην εφαρμογή του μέτρου είναι η ασφαλιστική κάλυψη του ανηλίκου σε περίπτωση ατυχήματος κατά την παροχή της εργασίας του.
ΙΙΙ. Εφαρμογή των άνω μέτρων την τελευταία πενταετία [2010 - 2015]
Παρά τον ιδιαίτερα παιδαγωγικό και αποκαταστατικό τους χαρακτήρα, τα παραπάνω τρία αναμορφωτικά μέτρα τυγχάνουν περιορισμένης εφαρμογής σε σχέση με τα υπόλοιπα, εκ των οποίων, τα περισσότερο εφαρμοζόμενα αριθμητικά, είναι κατά σειρά η επίπληξη και η ανάθεση της επιμέλειας του ανηλίκου στην Υπηρεσία Επιμελητών Ανηλίκων. Σύμφωνα με τους στατιστικούς πίνακες των αποφάσεων του Δικαστηρίου Ανηλίκων Αθηνών [Μονομελούς και Τριμελούς] κατά την άνω πενταετία, παρατηρούμε ότι:
Δικαστικό έτος 2010 – 2011
Επί συνόλου 2.628 αποφάσεων [Μονομελούς & Τριμελούς] επιβλήθηκαν:
Συνδιαλλαγή δράστη – θύματος / έκφρ. συγγνώμης : 8
Αποζημίωση θύματος : 10
Παροχή κοινωφελούς εργασίας : 2
Δικαστικό έτος 2011 – 2012
Επί συνόλου 2.093 αποφάσεων [Μονομελούς & Τριμελούς] επιβλήθηκαν:
Συνδιαλλαγή δράστη – θύματος / έκφρ. συγγνώμης : 18
Αποζημίωση θύματος : 89
Παροχή κοινωφελούς εργασίας : 10
Δικαστικό έτος 2012 – 2013
Επί συνόλου 1.732 αποφάσεων [Μονομελούς & Τριμελούς] επιβλήθηκαν:
Συνδιαλλαγή δράστη – θύματος / έκφρ. συγγνώμης : 3
Αποζημίωση θύματος : 142
Παροχή κοινωφελούς εργασίας : 11
Δικαστικό έτος 2013 – 2014
Επί συνόλου 1.184 αποφάσεων [Μονομελούς & Τριμελούς] επιβλήθηκαν:
Συνδιαλλαγή δράστη – θύματος / έκφρ. συγγνώμης : 0
Αποζημίωση θύματος : 53
Παροχή κοινωφελούς εργασίας : 10
Δικαστικό έτος 2014 – 2015
Επί συνόλου 1.344 αποφάσεων [Μονομελούς & Τριμελούς] επιβλήθηκαν:
Συνδιαλλαγή δράστη – θύματος / έκφρ. συγγνώμης : 27
Αποζημίωση θύματος : 83
Παροχή κοινωφελούς εργασίας : 16
Παρατηρούμε δηλαδή ότι η επιβολή της συνδιαλλαγής δράστη – θύματος και της κοινωφελούς εργασίας δεν ξεπερνούν καθεμία τις 10 – 20 κατά μέσο όρο ετησίως, ενώ αντίθετα η επιβολή της αποζημίωσης του θύματος έχει σταθερή άνοδο και πολύ ευρύτερη εφαρμογή σε σχέση με τα δύο άλλα μέτρα. Τα παραπάνω στατιστικά στοιχεία υποδηλώνουν ότι η έλλειψη διαδικαστικού πλαισίου εφαρμογής του μέτρου της συνδιαλλαγής δράστη – θύματος και η μόλις το έτος 2014 κατάρτιση πίνακα των φορέων που μπορούν να δέχονται ανηλίκους προς παροχή κοινωφελούς εργασίας κατά την προαναφερθείσα ΚΥΑ, η οποία έθεσε και το σχετικό πλαίσιο εφαρμογής του μέτρου, έχουν καταστήσει δυσχερή την εφαρμογή τους τόσο από το Δικαστήριο όσο και την προετοιμασία τους, ως προτεινόμενων μέτρων, από τους Επιμελητές Ανηλίκων.
Aναμορφωτικά μέτρα πρόσφορα εφαρμογής αποκαταστατικών – επανορθωτικών πρακτικών
I. Συνδιαλλαγή μεταξύ θύματος και ανήλικου δράστη για έκφραση συγγνώμης και για εν γένει εξώδικη διευθέτηση των συνεπειών της πράξης
προϋποθέσεις εφαρμογής
[ύπαρξη θύματος – ομολογία πράξης – διαμεσολαβητής]
προτάσεις για την εφαρμογή του μέτρου κατά το στάδιο μετά την προδικασία
ΙΙ. Η αποζημίωση του θύματος ή η κατ΄άλλον τρόπο άρση ή μείωση των συνεπειών της πράξης
ΙΙΙ. Η παροχή κοινωφελούς εργασίας
συναίνεση ή μη του ανηλίκου
διάρκεια του μέτρου
διαδικαστικό πλαίσιο – πίνακας φορέων αποδοχής της κοινωφελούς εργασίας του ανηλίκου [ΚΥΑ 108073/13 ΦΕΚ 1371/29-5-2014]

32423423423

Η πρακτική εφαρμογή της Αποκαταστατικής Δικαιοσύνης στο πεδίο των ενδοοικογενειακών συγκρούσεων: συνεδρίες οικογενειακών ομάδων: το παράδειγμα του Καναδά και της Νέας Ζηλανδίας – Προβληματική και Αντίλογος – Ποια η στάση της ελληνικής κοινωνίας και των Ελλήνων Δικαστικών Λειτουργών απέναντι στην πρακτική εφαρμογή των αρχών της Αποκαταστατικής Δικαιοσύνης»

Αναστασία Ξηρογιάννη,
Πρωτοδίκης Αθηνών, Τακτική Ανακρίτρια Πρωτοδικείου Αθηνών, Αναπληρώτρια Δικαστής Ανηλίκων

ΠΡΟΛΟΓΟΣ: ΟΡΙΣΜΟΣ ΕΝΔΟΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ ΒΙΑΣ – ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ
ΕΝΝΟΙΕΣ ΑΝΤΑΠΟΔΟΤΙΚΗΣ – ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ
ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗ – ΣΥΝΕΔΡΙΕΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ: ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΟΥ ΚΑΝΑΔΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΖΗΛΑΝΔΙΑΣ
ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΗ: ΕΦΑΡΜΟΣΙΜΕΣ ΣΕ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΕΝΔΟΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ ΒΙΑΣ / ΑΝΤΙΛΟΓΟΣ
ΠΟΙΑ Η ΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ
ΕΠΙΛΟΓΟΣ – ΤΕΛΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Ορισμός ενδοοικογενειακής βίας και μορφές αυτής: Η ενδοοικογενειακή βία δεν περιλαμβάνει μόνο τη σωματική κακοποίηση, αλλά τις άμεσες και έμμεσες απειλές, τη συναισθηματική και ψυχολογική βία, τη σεξουαλική κακοποίηση, την κοινωνική απομόνωση, τον οικονομικό έλεγχο και γενικότερα όλες εκείνες τις συμπεριφορές που ωθούν ένα άτομο να ζει υπό ένα διαρκή φόβο. Συνδέεται δε άρρηκτα με την καταπάτηση των κυρίαρχων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της ασφάλειας και ισότητας μέσα στην οικογένεια και τη νομική προστασία.
Όταν μιλάμε για βία μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον δεν εννοούμε μόνο τη σωματική. Το παιδί μπορεί να βιώνει τη βία μέσα στην οικογένειά του μέσα από διάφορες θέσεις: α) ως θύμα οποιασδήποτε μορφής βίας (σωματικής, λεκτικής, ψυχολογικής, σεξουαλικής) είτε ενεργητικής είτε παθητικής (παραμέληση) από τους γονείς ή από άλλα μέλη της οικογένειας, β) ως θεατής παρακολουθώντας σκηνές βίας απέναντι σε αδέρφια ή μεταξύ γονέων.
Η ψυχολογική ή συναισθηματική κακοποίηση αφορά περιπτώσεις όπου οι γονείς/ κηδεμόνες αγνοούν το παιδί τους, το θέτουν σε κίνδυνο ή το τρομοκρατούν. Συνήθως το παιδί αισθάνεται ότι δεν αξίζει την αγάπη των γονιών του, αίσθημα αποτυχίας και στρες να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις τους. Οι υπερβολικές προσδοκίες, η μη αναγνώριση των επιτυχιών του παιδιού ή ο συνεχής υποβιβασμός του αποτελούν μορφές συναισθηματικής κακοποίησης η οποία μπορεί να έχει αποτελέσματα στη ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξή του ανάλογης σοβαρότητας με αυτά της σωματικής βίας.
Η παραμέληση σχετίζεται με περιπτώσεις όπου οι γονείς συστηματικά αγνοούν τη φροντίδα του παιδιού, δηλαδή την στέρηση στέγης, φαγητού, ιατρικής περίθαλψης, καθαριότητας. Επίσης στη παραμέληση περιλαμβάνεται η αδιαφορία για την εκπαίδευση του παιδιού εκ μέρους του γονέα που αδιαφορεί να το γράψει στο σχολείο. Περιπτώσεις παραμέλησης εμφανίζονται συχνότερα σε οικογένειες με γονείς χρήστες ναρκωτικών ουσιών, χαμηλού μορφωτικού επιπέδου, με προβλήματα ψυχικής υγείας είτε μονογονεϊκές οικογένειες.
Η σωματική βία έχει να κάνει με περιστατικά όπου οι γονείς κακομεταχειρίζονται το παιδί προκαλώντας του τραύματα, πληγές και μώλωπες με διάφορους τρόπους (ξύλο, εγκαύματα κ.α.). Συνήθως πρόκειται για γονείς που είτε έζησαν παρόμοιες καταστάσεις ως παιδιά ή δε μπορούν να κατανοήσουν τα όρια της τιμωρίας και με αυτό τον τρόπο προσπαθούν να επιβληθούν στο παιδί προκειμένου να το τιμωρήσουν. Πολλές έρευνες υποστηρίζουν πως ένα μεγάλο ποσοστό των παιδιών που έπεσαν θύματα σωματικής βίας μοιραία θα ακολουθήσουν την ίδια συμπεριφορά στο μέλλον ως γονείς, γι’ αυτό και κρίνεται πολύ σημαντική η ψυχοθεραπεία ως μέσο αποφυγής τέτοιων συμπεριφορών που δημιουργούν ένα φαύλο κύκλο.
Τέλος μια ακόμα μορφή κακοποίησης εις βάρος ενός παιδιού είναι αυτή της σεξουαλικής. Είναι ένα ιδιαίτερο και λεπτό ζήτημα που δυστυχώς σύμφωνα με μελέτες έχει μεγαλύτερη διάσταση από όση βλέπουμε ή πιστεύουμε. Συνήθως τα θύματα σεξουαλικής κακοποίησης σιωπούν και δεν αναφέρουν το περιστατικό στις αρχές με αποτέλεσμα να μην μπορεί να γίνει μια πιο έγκυρη εκτίμηση των περιπτώσεων. Η σεξουαλική κακοποίηση περιλαμβάνει κάθε είδους ερωτικής φύσης δραστηριότητες στις οποίες εξαναγκάζεται το παιδί να συμμετέχει. Συνήθως ο θύτης προέρχεται από το οικογενειακό και το στενό περιβάλλον (θείοι, ξαδέρφια, συγγενείς) του παιδιού ή είναι ένα άτομο που το παιδί γνωρίζει και συμπαθεί. Ο θύτης φροντίζει να τρομοκρατεί το παιδί προκειμένου να μη μιλήσει γεμίζοντας το με αντιφατικά συναισθήματα. Ακόμα και αν επιθυμεί να καταγγείλει το γεγονός, αισθάνεται ντροπή, φόβο και ενοχές με αποτέλεσμα να παραμένει χωρίς βοήθεια.
Συνέπειες της ενδοοικογενειακής βίας ως προς τη ψυχοσύνθεση του παιδιού: Ανεξάρτητα αν το ίδιο το παιδί είναι θύμα ή θεατής της ενδοοικογενειακής βίας σίγουρα δε παραμένει ανεπηρέαστο. Η ψυχοσυναισθηματική του ανάπτυξη αναπόφευκτα επηρεάζεται αρνητικά και ειδικά αν μιλάμε για τη βρεφική και νηπιακή ηλικία είναι δυνατόν το τραύμα της βίας να επηρεάσει τη λειτουργία του εγκεφάλου, τη συμπεριφορά, τη μνήμη ή τη ρύθμιση του συναισθήματος. Μπορεί κάποιος να παρατηρήσει σημάδια στη συμπεριφορά ενός παιδιού που βιώνει στην οικογένειά του περιστατικά βίας και να τα αναγνωρίσει. Αν πρόκειται για σωματική βία σίγουρα υπάρχουν μώλωπες και τραύματα που μπορεί κανείς να εντοπίσει αλλά δυστυχώς σε ένα παιδί μπορεί να ασκείται ψυχολογική και λεκτική βία και τα «σημάδια» τους να μην είναι τόσο ορατά.
Ένα παιδί που έχει πέσει θύμα κακοποίησης παρουσιάζει συχνά αντικοινωνική συμπεριφορά, συναισθηματικές διαταραχές, χαμηλές σχολικές επιδόσεις, απόσυρση και απομόνωση από τους συνομηλίκους του, παράλογους φόβους, κοιλιακούς πόνους χωρίς ιατρική αιτία, βραδινή ενούρηση, εφιάλτες. Παράλληλα και ειδικά αν πρόκειται για περιπτώσεις παραμέλησης, το παιδί παρουσιάζεται ατημέλητο, λιποβαρές με κακή σωματική υγιεινή. Η ζωή των παιδιών αυτών διατρέχει το κίνδυνο σοβαρών ψυχολογικών διαταραχών που δύσκολα μπορούν να ξεπεραστούν στην ενήλικη ζωή.
Ενδοοικογενειακή βία – αποκαταστατική δικαιοσύνη: Όπως κατωτέρω θα αναπτυχθεί, ιδίως σε περιπτώσεις που οι ως άνω μορφές ενδοοικογενειακής βίας αποκτούν ποινική απαξία, η εφαρμογή της τυπικής ποινικής διαδικασίας αφήνει άλυτα πολλά θέματα και δεν θα ήταν υπερβολή να λέγαμε ότι κάθε άλλο παρά δικαιώνει το θύμα, το οποίο – πρωτίστως – επιζητεί αφενός μεν την συναισθηματική του «αποκατάσταση», αφετέρου την ειρήνευση και την επούλωση των πληγών του μέσω της εξομάλυνσης των ενδοοικογενειακών συγκρούσεων. Από την εμπειρία μου ως Δικαστής Ανηλίκων αλλά και ως Τακτική Ανακρίτρια, έχω διαπιστώσει ότι στις περισσότερες περιπτώσεις κρουσμάτων ενδοοικογενειακής βίας το θύμα δεν επιθυμεί την αποξένωση από το τοξικό οικογενειακό του περιβάλλον, αντιθέτως επιζητεί τρόπους να «επαναφέρει» την οικογενειακή γαλήνη μέσω της νουθετήσεως του δράστη, να πάψει να αυτοενοχοποιείται για την βία που έχει δεχθεί και – εί δυνατόν – να επιστρέψει σε μια αναμορφωμένη οικογένεια που δεν θα επαναλάβει στο μέλλον τέτοιες συμπεριφορές. Συνεπώς, σε περιπτώσεις όπου θύτης και θύμα συνδέονται με άρρηκτους συγγενικούς και οικογενειακούς δεσμούς, υπάρχει γόνιμο έδαφος να καλλιεργηθεί η ιδέα της αποκατάστασης και όχι της ανταπόδοσης, να εφαρμοστούν δηλαδή μέτρα αποκαταστατικής δικαιοσύνης που θα δράσουν θεραπευτικά σε αμφότερους δράστη και θύμα.
Στοιχεία της ανταποδοτικής και της αποκαταστατικής δικαιοσύνης: Για να κατανοήσουμε βαθύτερα την έννοια και τους στόχους της αποκαταστατικής δικαιοσύνης πρέπει πρώτα να την αντιδιαστείλουμε από τις πλέον παραδοσιακές μορφές και στόχους της δικαιοσύνης και να μελετήσουμε τα βαθύτερα αίτια αυτών των παραδοσιακών μορφών αλλά και τις διεργασίες μέσα από τις οποίες αναπτύχθηκε η έννοια της αποκατάστασης ως στόχου στο δικαιικό σύστημα διεθνώς:
Έννοια ανταποδοτικής δικαιοσύνης: Η τιμωρία δεν αποτελεί το μέσον για την επίτευξη κάποιου άλλου στόχου της ποινής αλλά τον ίδιο το στόχο της. Βάσει της καντιανής φιλοσοφικής προσέγγισης, η ανταπόδοση συγκεκριμενοποιείται μέσα από δύο αξιώματα: ότι μόνο οι εγκληματίες μπορούν να τιμωρηθούν και ότι όλοι οι εγκληματίες πρέπει να τιμωρηθούν. Η ιδέα του ‘χρέους’ που κάποιος οφείλει να πληρώσει ενσαρκώθηκε αρχικά, μέσα από το ιουδαϊκό ‘οφθαλμός αντί οφθαλμού’, το νόμο του αντιπεπονθότος ή της ταυτοπάθειας και το ρωμαϊκό lex talionis. Στο πλαίσιο αυτό, η ηθικότητα της τιμωρίας που οφείλει να υποστεί ο εγκληματίας δεν βασίζεται στο χρέος του μόνο απέναντι στο θύμα αλλά απέναντι στην ευρύτερη κοινωνία. Κατ’ αυτό τον τρόπο η αποκατάσταση της δικαιοσύνης επιδιώκεται «με την ανταπόδοση του εγκληματικού κακού με άλλο ισάξιο» και η εξιλέωση και η μετάνοια που «επέρχονται με την τιμωρία» συνδέουν τη ‘λειτουργία’ της ανταπόδοσης με την αιτία της ποινής, εφόσον ο εγκληματίας τιμωρείται «επειδή έσφαλε». Η ανταπόδοση (retribution) αναφέρεται, άρα, στο παρελθόν (δηλαδή στο κακό που προξένησε ο εγκληματίας) και ως εκ τούτου διακρίνεται από τις μεταγενέστερες τελολογικές προσεγγίσεις της αναμόρφωσης (rehabilitation) και της αποτροπής μέσα από τη γενική και ειδική πρόληψη.
Έννοια της αναμόρφωσης: Στον αντίποδα της προσέγγισης αυτής τοποθετείται η αναμόρφωση (rehabilitation) του εγκληματία ως βασική σκοπιμότητα της ποινής, η οποία αποτέλεσε την κυρίαρχη ποινική φιλοσοφία μετά το β΄παγκόσμιο πόλεμο. Εστιάζοντας στους παράγοντες που οδήγησαν τον εγκληματία στη διάπραξη του εγκλήματος, η προσέγγιση αυτή έθεσε ως στόχο την αντιμετώπιση με κοινωνικοθεραπευτικές επεμβάσεις που δεν είχαν τιμωρητικό χαρακτήρα εφόσον γίνονταν ‘για το καλό του. Η εν λόγω τάση είχε έντονα τα χαρακτηριστικά των ‘ειδικών’ και της επιστήμης που είχαν αναλάβει την αναμόρφωση των ποινικών πρακτικών, ώστε να γίνουν «πιο ανθρώπινες, πιο δίκαιες και πιο αποτελεσματικές». Συνδυασμένη με την κοινωνική επανένταξη, που χαρακτήρισε το θεραπευτικό πρότυπο της μεταπολεμικής περιόδου, έθεσε ως υποχρέωση της πολιτείας τη βελτίωση και αποκατάσταση του εγκληματία.
Διαμόρφωση της αποκαταστατικής δικαιοσύνης: Η πολιτικοποίηση του εγκληματικού προβλήματος βασίστηκε σε σημαντικό βαθμό στην αμφισβήτηση της κρατικής ικανότητας για την αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων που ήταν εντονότερη μεταξύ των πολιτών που εξέφραζαν αισθήματα ανασφάλειας και φόβου του εγκλήματος. Η επισταμένη εμπειρική διερεύνηση των άτυπων αυτών κοινωνικών αντιδράσεων οδήγησε, ωστόσο, στην κοινά αποδεκτή διαπίστωση ότι η σύνδεση φόβου και εγκλήματος είναι καταχρηστική, εφόσον ο φόβος του εγκλήματος παρουσιάζεται οξυμένος ακόμα και σε περιόδους που το έγκλημα μειώνεται. Καθίσταται, λοιπόν, προφανές ότι οι τιμωρητικές πολιτικές που υιοθετήθηκαν την τελευταία εικοσαετία στόχευαν βασικά στην αντιμετώπιση του φαινομένου της ανασφάλειας παρά στην αντιμετώπιση του εγκληματικού φαινομένου.
Ανάπτυξη της «Θυματολογίας»: Στο πλαίσιο αυτό, ο ρόλος του θύματος γίνεται ιδιαίτερα σημαντικός αλλά και αμφίσημος. Ήδη, πριν τον β’ παγκόσμιο πόλεμο, δημιουργήθηκε μια νέα επιστημονική κατεύθυνση, η Θυματολογία, η οποία περιέγραφε αρχικά «μια περιοχή μελέτης σχετικής με τη σχέση μεταξύ θύματος και δράστη» αλλά από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 και μετά μια γενικότερη προσέγγιση σχετική με το θύμα και αναφερόταν, συχνά, ως τομέας της επιστήμης της Εγκληματολογίας. Παράλληλα, αρχίζουν να δραστηριοποιούνται και οι διεθνείς οργανισμοί προς την κατεύθυνση της προστασίας των δικαιωμάτων των θυμάτων και υιοθετήθηκαν μια σειρά σημαντικά μέτρα όπως η «αποζημίωση των θυμάτων του εγκλήματος» (απόφαση (77) 27 της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης, στις 28 Σεπτεμβρίου 1977), (Αλεξιάδης, 2005, 99), η υπογραφή της διεθνούς «Σύμβασης για την αποζημίωση των θυμάτων εγκλημάτων βίας» (1983)37, (Φαρσεδάκης, χ.χ., 177), οι Συστάσεις R(85) 11 για τη «Θέση του θύματος στο πλαίσιο του ποινικού δικαίου και της ποινικής διαδικασίας», καθώς και R(87)21 για τη «βοήθεια προς τα θύματα και την πρόληψη της θυματοποίησης», του Συμβουλίου της Ευρώπης38. Η Σύσταση 11 του 1985 επισημαίνει, μάλιστα, στο εισαγωγικό της κείμενο, πως η παραδοσιακή στόχευση του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης στη σχέση κράτους-εγκληματία, «έτεινε μάλλον να αυξήσει παρά να ελαττώσει τα προβλήματα του θύματος». Έτσι, διατυπώνεται η σαφής θέση ότι «…θεμελιώδη λειτουργία της ποινικής δικαιοσύνης πρέπει να αποτελεί η ικανοποίηση των αναγκών και η προστασία των συμφερόντων του θύματος», η οποία αιτιολογείται, άλλωστε, μέσα από την ανάγκη για τόνωση της εμπιστοσύνης του θύματος στην ποινική δικαιοσύνη και αποδοτικότερη συνεργασία μαζί της. Υπογραμμίζεται, τέλος, ότι τα προτεινόμενα μέτρα δεν συγκρούονται με «άλλους στόχους του ποινικού δικαίου… όπως είναι η ενίσχυση των κοινωνικών τύπων και η επανένταξη των εγκληματιών» αλλά μπορεί να βοηθούν και σε ενδεχόμενο συμβιβασμό μεταξύ δράστη και θύματος Και ο ΟΗΕ επέδειξε έμπρακτα το ενδιαφέρον του για τα θύματα, μέσα από τη «Διακήρυξη βασικών Αρχών Δικαιοσύνης για τα θύματα του εγκλήματος και της κατάχρησης εξουσίας», η οποία διατυπώθηκε από το 7ο Συνέδριό του, στο Μιλάνο, το 1985, καθώς και η δημοσίευση των «Βασικών Αρχών και Κατευθύνσεων που πρέπει να διέπουν την αποκατάσταση και αποζημίωση των θυμάτων παραβίασης του διεθνούς δικαίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου», από την Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Οικονομικού και Κοινωνικού Συμβουλίου των Η.Ε., το 2000 40. Το πνεύμα της συμπαράστασης στα θύματα και πρόληψης της μελλοντικής θυματοποίησης ενυπάρχει, άλλωστε, και σε μια σειρά από άλλα διεθνή κείμενα, όπως και στη Διακήρυξη των κρατών-μελών του ΟΗΕ της 25-4-200541. Πολλές εθνικές νομοθεσίες έχουν λάβει σειρά μέτρων προστασίας και αποζημίωσης των θυμάτων εγκληματικότητας και ιδιαίτερα βίαιης. Αρκετά από αυτά αποσκοπούν στην ενίσχυση της κοινωνικής αλληλεγγύης και στην άμβλυνση της έντασης μεταξύ δράστη και θύματος, μέσα και από την προώθηση της διαμεσολάβησης. Έχει διατυπωθεί, μάλιστα, η άποψη πως αμβλύνονται τα όποια ανταποδοτικά συναισθήματα των θυμάτων, εφόσον «η ανταπόδοση είναι αποτέλεσμα της απογοήτευσης από τη σωφρονιστική-αναμορφωτική και γενικοπροληπτική πολιτική». Τα μέτρα αυτά προβλέπουν, εκτός από τις περιπτώσεις αποζημίωσης, και άλλες μορφές συμπαράστασης στο θύμα και εντάσσονται στη γενικότερη κατεύθυνση της αποκαταστατικής δικαιοσύνης (restorative justice, justice restaurative). Στο πλαίσιο αυτό επιδιώκεται η επίλυση του «βασικού κοινωνικού προβλήματος» του εγκλήματος και των αποδιοργανωτικών συνεπειών του στο δεδομένο κοινωνικό σύνολο46 (Αλεξιάδης, 2007, 992). Οι υποστηρικτές της αποκαταστατικής (ή επανορθωτικής) δικαιοσύνης πιστεύουν ότι «έχει τη δυνατότητα να φθάσει σε ένα σύστημα πιο δίκαιο για το θύμα, πιο καθησυχαστικό για την κοινότητα και πιο ευνοϊκό για τον παραβάτη», (Μαγγανάς, 2000, 555). Το σύστημα αυτό θεωρείται ότι παρουσιάζει περισσότερα πλεονεκτήματα από το τιμωρητικό/ανταποδοτικό σύστημα, το οποίο στηρίζεται στην αντιπαράθεση δράστη-θύματος, και από το ποινικό-προνοιακό σύστημα, το οποίο «παραμελεί» το θύμα (Το ίδιο). Οι διαδικασίες της επανορθωτικής δικαιοσύνης και, κυρίως, η ποινική διαμεσολάβηση εκλαμβάνονται, άλλωστε, και ως «τρίτη οδός ανάμεσα στην κατασταλτική και την αναμορφωτική δικαιοσύνη» (Τσήτσουρα, 2001, 725). Ο αποδιδόμενος στην αποκαταστατική δικαιοσύνη στόχος είναι η επίτευξη κοινωνικής ειρήνης και για το λόγο αυτό αποκαλείται και «Ειρηνοποιός Εγκληματολογία». Έντονος προβληματισμός διατυπώνεται, ωστόσο, ακόμα και από τους υπέρμαχους του κινήματος προστασίας των θυμάτων, σχετικά με τα όρια των δικαιωμάτων των θυμάτων. Ενδεικτική είναι η επισήμανση αναφορικά με «την ανάγκη ανάπτυξης δεοντολογίας στο πλαίσιο της Θυματολογίας, έτσι ώστε «η μελέτη του θύματος και η αντίδραση στη θυματοποίηση να είναι όσο το δυνατό περισσότερο αντικειμενικές» και να μην οδηγούν σε «ανταποδοτικές στάσεις ως προς τον δράστη αλλά μάλλον να επιζητείται, με τη συμβολή των δύο μερών, η καλύτερη λύση στο πρόβλημα που δημιουργήθηκε». Η επιζητούμενη, στο πλαίσιο της ποινικής δικαιοσύνης, ισορροπία μεταξύ δράστη θύματος δεν επιτυγχάνεται εύκολα στην πράξη. Αντίθετα, τις τελευταίες δύο δεκαετίες το θύμα διαδραματίζει, σε επικοινωνιακό επίπεδο, κεντρικό ρόλο στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης και «κινητήρια δύναμη των ποινικών πολιτικών». Είναι ενδεικτικό ότι στην Αμερική πολλοί νόμοι που ψηφίστηκαν πήραν τα ονόματα θυμάτων, όπως Megan’s law, Jenna’s law, the Brady bill κ.λπ.. Η εμπειρία του θύματος δεν είναι πλέον «ατομική και άτυπη» αλλά «κοινή και συλλογική» και ένα νέο συλλογικό νόημα αποδίδεται στην ιδιότητα/κατάσταση του θύματος (victimhood), μια νέα ‘ταυτότητα’ αποδίδεται σε μια μερίδα πολιτών, η οποία κάθε άλλο παρά ομοιογενής είναι. Επιπρόσθετα, η ‘κατάσταση’ αυτή πολιτικοποιήθηκε πολύ εύκολα, εφόσον το θύμα είναι η αδύναμη πλευρά και ουδείς θα μπορούσε να της αρνηθεί τη βοήθεια και συμπαράστασή του. Προκειμένου να αιτιολογηθούν οι «θυματοκεντρικές»μεταρρυθμίσεις γίνεται επίκληση της έννοιας της ισορροπίας. Η έννοια αυτή εκφραζόμενη μέσα από τον αγγλικό όρο balance, που σημαίνει και ζυγαριά, ορθά θεωρείται ότι παραπέμπει, μέσα από ένα σχήμα λόγου, σε μια απλουστευτική προσέγγιση του ζητήματος, η οποία δεν αρμόζει για την εξέταση του θέματος. Οι θυματοκεντρικές πολιτικές συνδέονται με μια γενικότερη στροφή της αντεγκληματικής πολιτικής προς την ‘κοινότητα’, η οποία είχε μεν ξεκινήσει ήδη από το 1960 από τον αγγλοσαξονικό χώρο αλλά στις μέρες μας έχει λάβει μεγάλες διαστάσεις. Η συμμετοχική αντεγκληματική πολιτική αναπτύχθηκε και στην υπόλοιπη Ευρώπη κατά τη δεκαετία του 1980, συνδυάζοντας την αποκέντρωση των κρατικών αρμοδιοτήτων και τη συνεργασία με τοπικούς/κοινοτικούς ή και ιδιωτικούς φορείς, στη βάση της διεταιρικότητας που αποσκοπεί στην ‘υπευθυνοποίηση’ των κοινωνικών εταίρων (Ζαραφωνίτου, 2003, Παπαθεοδώρου, 2005). Στη βάση αυτή αναπτύσσονται στον αγγλοσαξονικό χώρο, οι σύγχρονες τάσεις της Εγκληματολογίας «της καθημερινής ζωής». Δίνοντας έμφαση στις περιστάσεις και ευκαιρίες, η τάση αυτή ενισχύει ιδιαίτερα την περιστασιακή πρόληψη και την αποτροπή της εγκληματικότητας μέσα από την αυστηροποίηση των ποινικών κυρώσεων. Στόχος ήταν βασικά η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης του κοινού απέναντι στην ποινική δικαιοσύνη και η αναζήτηση του πληγέντος γοήτρου του ‘ισχυρού κράτους’. Είναι ενδεικτικά και όσα αναφέρονται για την εξέλιξη της ‘κοινοτικής πρόληψης’ από τον T.Hope, σύμφωνα με τον οποίο η βασισμένη στην αστεακή ανάπτυξη πρόληψη είχε ως αφετηρία κατά το πρώτο μισό του 20ου αιώνα, την ‘κοινωνική αποδιοργάνωση’, μεταπολεμικά εστιάστηκε στα ‘κοινωνικά προβλήματα’ και από το 1980 και μετά επικεντρώνεται στο πλαίσιο της ‘τρομοκρατημένης πόλης’. Στο πλαίσιο αυτό διαπιστώνεται, διεθνώς, η αύξηση του σωφρονιστικού πληθυσμού, η ένταση της αστυνόμευσης, ως συνέπεια και της αύξησης των ιδιωτικών υπηρεσιών φρούρησης, και η επέκταση των τεχνικών και ηλεκτρονικών μέτρων επιτήρησης. Τα τελευταία 20-30 χρόνια διαπιστώνεται, γενικά, η ύπαρξη μιας έντονης τιμωρητικότητας τόσο στις κοινωνικές στάσεις όσο και στο θεσμικό πλαίσιο των δυτικών χωρών αναφορικά με το έγκλημα και την αντιμετώπισή του. Η αυστηροποίηση των ποινικών κυρώσεων, μέσα και από την κατά πολύ αυξημένη προσφυγή στις στερητικές της ελευθερίας ποινές, είναι ενδεικτική της μιας όψης του φαινομένου. Η επέκταση του κοινωνικού ελέγχου και της επιτήρησης των σύγχρονων μορφών ‘αταξίας’ και ‘αντικοινωνικότητας’ μέσα και από προληπτικές πολιτικές αποτελεί μία ακόμη όψη του με πολυδιάστατη σημασία και συνέπειες, εφόσον έχει ως αποδέκτες το γενικότερο κοινωνικό σύνολο και όχι μόνο όσους εμπλέκονται στην εγκληματικότητα. Ο συνδετικός κρίκος της τιμωρητικής αυτής τάσης, ως στοιχείου τόσο των κοινωνικών στάσεων όσο και της επίσημης αντεγκληματικής πολιτικής τοποθετείται στην διάχυτη ανασφάλεια, όπως αυτή οριοθετείται απέναντι στο έγκλημα και στο ενδεχόμενο θυματοποίησης, αν και είναι επιστημονικά διαπιστωμένη η συσχέτισή της με γενικότερες μορφές αποστέρησης. Με δεδομένη την εξασθένιση του κοινωνικού χαρακτήρα του σύγχρονου κράτους, τα γενικότερα ανικανοποίητα που απορρέουν από το βαθμό ένταξης στις κοινωνικές παροχές και το ρυθμιστικό ρόλο του κράτους, η αντιμετώπιση κοινωνικών προβλημάτων μετατίθεται πολύ συχνά στο ποινικό πεδίο και στην ενεργοποίηση πολιτικών κατασταλτικού χαρακτήρα, προβαλλόμενων ως ‘άμεσων απαντήσεων’ στο αίτημα για περισσότερη ασφάλεια.
Έννοια και περιεχόμενο της αποκαταστατικής δικαιοσύνης: Κοινά αποδεκτός ορισμός της αποκαταστατικής δικαιοσύνης δεν υπάρχει. Το περιεχόμενό της είναι ευρύτατο και περιλαμβάνει από την «πολιτική της ποινικής δικαιοσύνης έως την πολιτική για τη ρύθμιση της ευημερίας των παιδιών, σχολείων, εταιριών, αστικών υποθέσεων και των αυταρχικών καθεστώτων που καταπατούν τα ανθρώπινα δικαιώματα».
Απόπειρες ορισμών έχουν γίνει πολλές (Marshall 1999, Paul McCord 1996, United Nations 1999). Άλλοι ορισμοί τονίζουν την έννοια της διαδικασίας (process) κατά την οποία όλες οι πλευρές που σχετίζονται με ένα συγκεκριμένο έγκλημα συγκεντρώνονται με στόχο να αντιμετωπίσουν συλλογικά τις συνέπειες της πράξης και τις επιπλοκές στο μέλλον (Paul Mc Cord). Άλλοι τονίζουν τις «αξίες» της αποκαταστατικής δικαιοσύνης, όπως η λογοδοσία των θυτών στα θύματα, η αποκατάσταση της ζημίας ή βλάβης, η επανένταξη των δραστών στην κοινότητα, ο σεβασμός στο διάλογο κ.α. Σημαντική –εννοιολογική και λειτουργική – είναι η διάκριση της αποκαταστατικής δικαιοσύνης σε ουσιαστική και δικονομική από τον Αλεξιάδη . Η μόνη συμφωνία που υπάρχει στη βιβλιογραφία σήμερα είναι ότι δεν υπάρχει συμφωνία για το τι είναι αποκαταστατική δικαιοσύνη. Πρόκειται για μια «έννοια –ομπρέλα» που περιλαμβάνει ποικιλία πρακτικών, όπως διαμεσολάβηση, συνεδρίες σε κύκλους ή/και στο πλαίσιο των τοπικών κοινωνιών, χωρίς έναν καθολικά αποδεκτό ορισμό.
Ωστόσο, για αναλυτικούς λόγους επισημαίνουμε τα κοινά στοιχεία των ορισμών που έχουν έως σήμερα διατυπωθεί:
α. η αποκαταστατική δικαιοσύνη στοχεύει στη συμπλήρωση, την αλλαγή ή/και τον μετασχηματισμό του κυρίαρχου συστήματος της ποινικής δικαιοσύνης.
β. η αποκαταστατική δικαιοσύνη αντιμετωπίζει το έγκλημα όχι ως μια αφηρημένη και θεωρητική έννοια, ως πράξη κατά του κράτους, αλλά ως βλάβη και παραβίαση των διαπροσωπικών σχέσεων.
γ. Άρα, η δικαιοσύνη οφείλει και πρέπει να είναι επανορθωτική ή αποκαταστατική, με στόχο την επανόρθωση της ζημίας ή του κακού που έχει προκληθεί από το δράστη στα θύματα.
δ. Η αποκαταστατική δικαιοσύνη είναι μια ειδική μέθοδος χειρισμού του εγκλήματος που φέρνει κοντά ή μαζί το δράστη, το/ τα θύματά του, τις οικογένειές τους και τους φίλους τους για να συζητήσουν τις επιπτώσεις του γεγονότος και τα βήματα που πρέπει να γίνουν για να αποκατασταθεί το κακό ή η βλάβη που προξένησε ο δράστης.
Γενικές αρχές της αποκαταστατικής δικαιοσύνης είναι η αποκατάσταση των θυμάτων και των κοινοτήτων, η προώθηση των επανένταξης των δραστών, καθώς και η αποκατάσταση των σχέσεων μεταξύ δράστη, θύματος και τοπικών κοινωνιών. Συγκριτικά δε με τις «κλασικές» μορφές απονομής δικαιοσύνης, η αποκαταστατική δικαιοσύνη –σύμφωνα με τους υποστηρικτές της- φαίνεται να έχει περισσότερο «δημοκρατικό», πλουραλιστικό και καινοτόμο χαρακτήρα, επειδή τα ενδιαφερόμενα μέρη αξιολογούν και συν-αποφασίζουν το αποτέλεσμα, έχουν δυνατότητα επιλογής του αποτελέσματος ή των ποινών, και επειδή τελικά- συμβάλλει στην εμπέδωση του αισθήματος δικαίου στην κοινότητα.
Στόχοι της αποκαταστατικής δικαιοσύνης: 1. Να ενθαρρύνει και να διευκολύνει την κατάλληλη επανόρθωση από τους δράστες της βλάβης που προκάλεσαν στα θύματα, 2. Να οδηγήσει τους δράστες στη συνειδητοποίηση των συνεπειών και του αντικτύπου των εγκλημάτων τους στα θύματα και 3. Να επιτύχει τη συμφιλίωση μεταξύ θυμάτων και δραστών, όταν αυτό είναι δυνατόν, και σε κάθε περίπτωση να επανεντάξει τόσο τα θύματα όσο και τους δράστες μέσα στην ευρύτερη κοινότητα. Την εκπλήρωση των παραπάνω σκοπών της η αποκαταστατική δικαιοσύνη υλοποιεί με τις αποκαταστατικές διαδικασίες, οι οποίες έχουν συνήθως τη μορφή συνεδριών και αποσκοπούν στη σύναψη συμφωνιών που αφορούν προγράμματα ή μέτρα αποζημίωσης, επανόρθωσης της βλάβης, υπηρεσίας στην κοινότητα (κοινωφελούς εργασίας) κ.α.
Έκφανση πρακτικής εφαρμογής της αποκαταστατικής δικαιοσύνης – Συνεδρίες οικογενειακών ομάδων: Μία από τις πλέον ενδιαφέρουσες και αντιπροσωπευτικές πρακτικές μορφές αποκαταστατικής δικαιοσύνης είναι και αυτή των συνεδριών οικογενειακών ομάδων, πρακτική η οποία χρησιμοποιείται ευρέως σε δύο περιοχές του κόσμου, τη Νέα Ζηλανδία και τη Νότια Αυστραλία. Θεσμοθετήθηκαν για πρώτη φορά στη Νέα Ζηλανδία το 1989 με τον νόμο «Τα παιδιά, τα Νεαρά Πρόσωπα και οι Οικογένειές τους», προκειμένου να αντιμετωπισθούν όλα τα μέσης βαρύτητας αλλά και τα σοβαρά ποινικά αδικήματα που τελούνται από ανήλικους δράστες. Αποτέλεσαν, δε, ένα ριζικά νέο σύνολο πρακτικών, το οποίο, όμως, ενσωμάτωνε παλαιές παραδόσεις των αυτοχθόνων (Μαορί) για την επίλυση των διαφορών σε περιπτώσεις νεαρών δραστών αδίκων πράξεων και έτεινε στην αποφυγή της αίθουσας του ποινικού δικαστηρίου και του στιγματισμού του ποινικού μηχανισμού. Οι συνεδρίες οικογενειακών ομάδων μετεμφυτεύθηκαν από τη Νέα Ζηλανδία στη Νότια Αυστραλία και από εκεί στις περισσότερες Πολιτείες της Αμερικής και στον Καναδά, όπως επίσης και στην Ευρώπη.
Γενική ιδέα και στόχοι: η γενική ιδέα είναι ότι ο δράστης που έχει κάνει την παραδοχή της πράξης του, οι υποστηρικτές του, το θύμα καθώς και μέλη των οικογενειών τους, πρόσωπα του περιβάλλοντός τους ή ακόμη και εκπρόσωποι των φορέων του συστήματος απονομής της ποινικής δικαιοσύνης, όπως αστυνομικοί, συγκεντρώνονται για να συζητήσουν για το ποινικό αδίκημα και τον αντίκτυπό του. Οι συμμετέχοντες στη συνεδρία συζητούν, προκειμένου να προτείνουν ένα «σχέδιο δράσης» για την αντιμετώπιση του συγκεκριμένου ποινικού αδικήματος και των συνεπειών του, το οποίο μπορεί να προβλέπει την απολογία του δράστη, την οικονομική επανόρθωση της ζημίας του θύματος ή την εργασία υπέρ αυτού ή της κοινότητας, μια απαγόρευση ή την ανάληψη μιας δέσμευσης για τη μελλοντική συμπεριφορά του δράστη κ.α. Εάν το σχέδιο δράσης δεν τηρηθεί, πράγμα σπάνιο, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει τις συμβατικές ποινικές κυρώσεις.
Αντίλογος έναντι του αποκαταστατικού χαρακτήρα της δικαιοσύνης και ειδικότερα έναντι των συνεδριών οικογενειακών ομάδων: 1. Ευτελισμός του εγκλήματος και επανιδιωτικοποίηση της ενδοοικογενειακής βίας: οι εγκληματίες ή οι εν δυνάμει εγκληματίες λαμβάνουν λανθασμένο μήνυμα για τη βαρύτητα των πράξεών τους, ενώ η βία μέσα στην οικογένεια επανιδιωτικοποιείται , τη στιγμή που χρειάστηκαν δεκαετίες φεμινιστικού ακτιβισμού για να την κάνουν δημόσιο θέμα, 2. Η αποτυχία αναγνώρισης της ευθύνης του δράστη: αντιθέτως: οι βαθιά ριζωμένοι τρόποι κακοποίησης που υιοθετούν οι διωκόμενοι ποινικά δράστες δεν μπορούν να αντιμετωπισθούν από το σύστημα απονομής της ποινικής δικαιοσύνης. Η αποκαταστατική δικαιοσύνη, όμως, είναι σε θέση να προσφέρει τους τρόπους με τους οποίους θα έρθουν αυτοί αντιμέτωποι με τους παράγοντες που υποκρύπτονται στη συμπεριφορά τους, καθώς και με τις συνέπειές της στο θύμα. Προσδοκάται, ειδικότερα, ότι οι τεχνικές που χρησιμοποιεί ο δράστης για να εξουδετερώσει την ευθύνη του θα τεθούν υπό αμφισβήτηση από αυτόν τον ίδιο, με αποτέλεσμα να προβεί σε αναγνώριση της ευθύνης του αυτής. Η δε βαθιά μεταμέλεια και απολογία του – έννοιες κλειδιά στην αποκαταστατική προσέγγιση – θα διαρρήξουν τον κύκλο της κακοποίησης, 3. Η αναπαραγωγή της ανισορροπίας της εξουσίας: πολλές μορφές παιδικής γενετήσιας κακοποίησης σχετίζονται με την άσκηση εξουσίας και ελέγχου, ενώ η άσκηση αυτή είναι ιδιαιτέρως εμφανής στις οικογενειακές σχέσεις εν όψει της δομικής ανισότητας που τις χαρακτηρίζει σε μια πατριαρχική κοινωνία. Η ανισορροπία αυτή της εξουσίας μεταξύ θύματος-δράστη, μπορεί να ενισχυθεί και να αναπαραχθεί, όταν αυτοί έρθουν σε επαφή πρόσωπο με πρόσωπο, ιδιαιτέρως όταν το θύμα είναι παιδί και έχει κακοποιηθεί σεξουαλικά από ενήλικο άτομο. Το πρόβλημα αυτό συνδέεται και με την άσκηση πίεσης από τον δράστη στο θύμα, ώστε να μην είναι σε θέση αυτό να διεκδικήσει τα δικαιώματά του. Για τον λόγο αυτόν εμφανίζονται περιπτώσεις θυμάτων που προτιμούν να εκπροσωπηθούν από το κράτος για την καλύτερη υποστήριξη των συμφερόντων τους. Αντιθέτως: στο φόρουμ της αποκαταστατικής διαδικασίας, το θύμα μπορεί να εξηγήσει με σαφήνεια στον δράστη τις συνέπειες της κακοποίησης, ενώ οι φίλοι και τα μέλη της οικογένειάς του μπορούν να βοηθήσουν στη μείωση του συναισθήματος απομόνωσης που αυτό βιώνει, παρέχοντάς του μια υποστηρικτική βάση, ώστε να ακουστεί η φωνή του. Από την άλλη, και ο ίδιος ο δράστης μπορεί να εξηγήσει τη συμπεριφορά του προς το θύμα, ενώ ταυτοχρόνως τα αισθήματα μετάνοιας και αιδούς που αυτός βιώνει μπορούν να έχουν θεραπευτικό και αποκαταστατικό αποτέλεσμα και για το ίδιο το θύμα. 4. Ο κίνδυνος συντήρησης της κακοποίησης και επαναθυματοποίησης του παιδιού: Οι αποκαταστατικές συνεδρίες κατηγορούνται ότι είναι πιθανόν να συντηρούν την παραμονή των θυμάτων σε καταστάσεις κακοποίησης και να προκαλούν την επαναθυματοποίησή τους, εξαιτίας του άτυπου και συμφιλιωτικού τους χαρακτήρα. Όσοι υπερασπίζονται τις διαδικασίες, ωστόσο, υποστηρίζουν ότι κάθε φορά που τα θύματα ακολουθούν τη συμβατική οδό, δεν είναι αυτονόητο ότι επιθυμούν να διαλύσουν την προϋπάρχουσα σχέση τους με το δράστη ή να μην έλθουν σε επαφή μαζί του. Παρατηρούνται, για παράδειγμα, πολλές περιπτώσεις παιδιών, τα οποία, παρότι έχουν κακοποιηθεί από τους γονείς τους, επιθυμούν για μια σειρά από λόγους να παραμείνουν στο σπίτι ή να επιστρέψουν σε αυτό. Εάν, συνεπώς, η επανασύνδεση και η συνέχιση της σχέσης με το δράστη είναι ακόμη επιθυμητή, η αποκαταστατική συνεδρία, ακολουθούμενη σε ένα πρώιμο στάδιο της κακοποίησης του παιδιού, μπορεί να δημιουργήσει τις ευκαιρίες. Επιπλέον, η αποκαταστατική διευθέτηση της διαφοράς μπορεί να οδηγήσει σε αποφυγή της επαναθυματοποίησης και του τραυματισμού των παιδιών-θυμάτων γενετήσιας κακοποίησης που λαμβάνουν χώρα κατά τη συμβατική δικαστική διαδικασία, εφόσον η αίθουσα του δικαστηρίου δεν παύει να είναι ένα περιβάλλον που επιδρά εκφοβιστικά στους ανηλίκους και τους εφήβους. Η υπερασπιστική των αποκαταστατικών διαδικασιών άποψη ισχυρίζεται περαιτέρω, ότι η αποκαταστατική δικαιοσύνη μπορεί ακόμη να αυξάνει την ασφάλεια των παιδιών, ιδιαιτέρως όταν οι κοινότητες που ενσωματώνουν τις αποκαταστατικές αξίες διατηρούν δίκτυα υποστήριξης και ελέγχου, όπου είναι απαραίτητο. Κατά τον τρόπο αυτόν, μπορούν να παρεμποδίζουν τις εν λόγω συμπεριφορές, πράγμα που δεν μπορούν να επιτύχουν οι παρεμβάσεις του συμβατικού συστήματος ποινικής δικαιοσύνης, εάν ο εγκληματίας δεν υποπέσει στην αντίληψή του.
TΕΛΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ:
Κατά πόσο είναι έτοιμη η ελληνική κοινωνία και οι Έλληνες δικαστικοί λειτουργοί για την λήψη μέτρων και την εφαρμογή αποκαταστατικής δικαιοσύνης: Σύμφωνα με την Αρτινοπούλου, ένας βασικός παράγοντας δυσπιστίας της κοινής γνώμης απέναντι στην αποκαταστατική δικαιοσύνη σχετίζεται με την ίδια τη φύση και τα χαρακτηριστικά της έννοιας της αποκατάστασης: Η προσέγγιση της αποκαταστατικής δικαιοσύνη αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στα συναισθήματα του δράστη (ντροπή, μεταμέλεια, μετάνοια), του θύματος (θυμός, πικρία, μεγαθυμία) και της τοπικής κοινωνίας (συγχώρεση, δυνατότητα επικοινωνίας και επιλογής της τιμωρίας). Οι δυναμικές διεργασίες που διαμορφώνονται στο μικρο-επίπεδο των συνεδριών της διαμεσολάβησης και των κοινοτικών συνεδριών άρχισαν να γίνονται αντικείμενο μελέτης και από συναφείς επιστήμες, όπως η κοινωνική ψυχολογία, η γνωστική και η κλινική ψυχολογία. Η αποκαταστατική δικαιοσύνη προκαλεί ευρύτερο ενδιαφέρον ως αντικείμενο μελέτης και έρευνας σε όλο σχεδόν το φάσμα των κοινωνικών επιστημών. Ωστόσο δεν παρατηρείται αυξημένο επίπεδο ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης του γενικού πληθυσμού στις αξίες, τους στόχους και τις πρακτικές της αποκαταστατικής δικαιοσύνης. Η μυστικότητα διεξαγωγής των διαδικασιών διαμεσολάβησης, συμφιλίωσης, κοινοτικής συνεδρίας, η μη δημοσιοποίηση της ταυτότητας του δράστη, η έλλειψη πρόσβασης στα μέσα μαζικής επικοινωνίας από τους επαγγελματίες της αποκαταστατικής δικαιοσύνης και εν τέλει η διαφοροποίηση αυτής της μορφής δικαιοσύνης από την εικόνα που προβάλλουν τα ΜΜΕ για το έγκλημα και τον εγκληματία, φαίνεται να αποτελούν μερικούς από τους λόγους που συμβάλλουν στην περιορισμένη προβολή της αποκαταστατικής δικαιοσύνης. Αντίθετα με τις παραδοσιακές μορφές επικοινωνίας (π.χ. έντυπες εφημερίδες, τηλεόραση) οι οποίες δεν προβάλλουν τα σχετικά με την αποκαταστατική δικαιοσύνη ζητήματα, το internet και οι διαδικτυακές συζητήσεις (blogs) παρέχουν άπλετο χώρο επικοινωνίας για κάθε ενδιαφερόμενο. Αποτελούν δε τα κύρια μέσα επικοινωνίας και δημοσιοποίησης των προγραμμάτων, των ακαδημαϊκών σπουδών, των επαγγελματιών κ.α. Η αναγκαιότητα πληροφόρησης και ευαισθητοποίησης τόσο σε γενικές όσο και σε ειδικές κατηγορίες πληθυσμού και επαγγελματιών αναγνωρίζεται σε υπερεθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο και αποτελεί κύριο στόχο των συλλογικών φορέων και οργανώσεων για την αποκαταστατική δικαιοσύνη.
Η στάση των Ελλήνων Δικαστικών Λειτουργών ως προς την αποκαταστατική δικαιοσύνη: Ενδιαφέρον παρουσιάζει μια έρευνα που διεξήχθη σχετικά με τη στάση των δικαστικών λειτουργών της Αθήνας και του Πειραιά όσον αφορά την αποκαταστατική δικαιοσύνη και τις πρακτικές εφαρμογές της, πιο συγκεκριμένα την ποινική διαμεσολάβηση σε περιπτώσεις παραβατικότητας ανηλίκων και ενδοοικογενειακών διαφορών, όπως υλοποιούνται στη χώρα. Η έρευνα εστιάζεται στη μελέτη των στάσεων των Ελλήνων δικαστών και εισαγγελέων που υπηρετούν στα δικαστήρια Αθηνών και Πειραιώς απέναντι στις προαναφερθείσες αλλαγές. Από το σύνολο του πληθυσμού των δικαστών και εισαγγελέων που υπηρετούσαν στα δικαστήρια Αθηνών και Πειραιώς το 2014, ήτοι 2.831 (2.431 δικαστές και 400 εισαγγελείς), εκ των οποίων οι 1.279 (που αντιστοιχεί στο 45% του συνολικού πληθυσμού) υπηρετούν στα δικαστήρια Αθηνών και Πειραιώς ( 1.026 δικαστές και 253 εισαγγελείς), επιλέχθηκε ένα δείγμα 180 ατόμων το οποίο αντιπροσωπεύει το 6% του συνόλου των δικαστών και εισαγγελέων και ταυτόχρονα το 14% του πλήθους που έχουν ως έδρα τους την Αθήνα και τον Πειραιά. Τελικά από τα 180 απεσταλμένα ερωτηματολόγια συγκεντρώθηκαν 102 άρτια συμπληρωμένα ερωτηματολόγια, αριθμός που αντιστοιχεί στο 8% του πληθυσμού που υπηρετεί σε Αθήνα και Πειραιά και στο 4% επί του συνόλου των δικαστικών λειτουργών πανελλαδικά.
Συμπεράσματα: 1. Οι δικαστικοί λειτουργοί οι οποίοι θεωρούν ότι ο σκοπός της ποινής είναι η επιβολή στο δράστη της κατάλληλης τιμωρίας, εμφανίζονται θετικοί απέναντι στην αποκαταστατική δικαιοσύνη και την εισαγωγή της ως μέρος του ποινικού συστήματος. Παρότι θα ήταν αναμενόμενο ίσως να συμβαίνει το αντίθετο, δεν προκύπτει κάτι τέτοιο από τα αποτελέσματα της έρευνας. Η στάση τους, αν και είναι δύσκολο να ερμηνευτεί, θα μπορούσε να αποδοθεί στην πιθανότητα να μην έχουν κατανοήσει επακριβώς τι αφορά η αποκαταστατική δικαιοσύνη, ποιες είναι οι αρχές που τη διέπουν και οι διαδικασίες που εφαρμόζονται στο πλαίσιο της, δεδομένου ότι εφόσον επικεντρώνονται στην επιβολή της ποινής ως απάντησης στο έγκλημα, φαίνεται, κατά συνέπεια, ότι αποδίδουν λιγότερη βαρύτητα στην ενεργό συμμετοχή του θύματος και των μελών της κοινότητας, για να αναφερθούν μόνο κάποια από τα συστατικά στοιχεία της επανορθωτικής δικαιοσύνης. Στον αντίποδα, δεν μπορεί να παραβλεφθεί και το ενδεχόμενο να γνωρίζουν καλά οι δικαστικοί λειτουργοί που συμμετείχαν στην έρευνα ότι η αποκαταστατική δικαιοσύνη αναπόφευκτα εμπεριέχει και τιμωρητικά στοιχεία, υπό την έννοια ότι οι αποκαταστατικές διαδικασίες μπορεί να καταλήξουν και σε ποινές στερητικές της ελευθερίας, συνεπώς δεν πρόκειται για μια πρακτική που απέχει πολύ από τις επαγγελματικές τους πεποιθήσεις.
2. Η μακρόχρονη επαγγελματική εμπειρία έχει αρνητική επίδραση στην αποδοχή της αποκαταστατικής δικαιοσύνης από τους δικαστικούς λειτουργούς. Οι δικαστές και εισαγγελείς που υπηρετούν στα ελληνικά δικαστήρια για πολλά έτη είναι περισσότερο επιφυλακτικοί στις νέες πρακτικές, τις οποίες χαρακτηρίζουν ως αναξιόπιστες, προβληματικές και ανεπαρκείς, επειδή θεωρούν ότι μέσω αυτών, οι δράστες μένουν τελικά ατιμώρητοι. Η στάση τους αυτή, όπως καταδεικνύεται και από άλλες έρευνες, μπορεί να αποδοθεί στην επαγγελματική τους ιδεολογία και την εξοικείωση τους με τη τυπική νομική διαδικασία. Η πολύχρονη επαγγελματική εμπειρία λειτουργεί ανασταλτικά ως προς την αποδοχή της αποκαταστατικής δικαιοσύνης, καθώς σταδιακά, με την πάροδο των ετών, οι δικαστικοί λειτουργοί καθίστανται λιγότερο ευέλικτοι και λιγότερο δεκτικοί σε νέες εναλλακτικές, συγκριτικά με νεότερους συναδέλφους τους. Επιπροσθέτως, η ικανότητα αφομοίωσης νέων εναλλακτικών περιπλέκεται από την παγίωση μιας συγκεκριμένης επαγγελματικής ταυτότητας όπου υπερισχύουν οι στάσεις που ανταποκρίνονται στην κλασική ιδεολογία του ποινικού δικαίου, υπό την έννοια της αντιμετώπισης των παραβατικών πράξεων αποκλειστικά μέσω της επιβολής ποινικών κυρώσεων. Η επίδραση που φαίνεται να έχει η πολυετής επαγγελματική εμπειρία στις στάσεις των δικαστικών λειτουργών απέναντι στην αποκαταστατική δικαιοσύνη, μπορεί ακόμη να αποδοθεί και σε ενδεχόμενη απροθυμία να παραχωρήσουν μέρος της εξουσίας που τους έχει θεσμικά ανατεθεί, προκειμένου να αφήσουν χώρο για τις νέες πρακτικές και τις αλλαγές που θα σημάνουν, εύρημα στο οποίο κατέληξαν και άλλοι ερευνητές. Με βάση τα παραπάνω, προκύπτει η ανάγκη για μια πιο οργανωμένη κατάρτιση των δικαστικών λειτουργών σχετικά με την αποκαταστατική δικαιοσύνη, ήδη από τη Σχολή δικαστών, αλλά και στη συνέχεια, κατά την έναρξη της επαγγελματικής πορείας τους. Περαιτέρω η συνεχής ανατροφοδότηση γνώσης αναφορικά με το συγκεκριμένο πεδίο θα διευρύνει το θετικιστικό τρόπο θεώρησης του εγκλήματος και του εγκληματία, εστιάζοντας στην αντιμετώπιση των συνεπειών της εγκληματικής πράξης και όχι αποκλειστικά στην πράξη καθεαυτή και τελικά θα συμβάλλει θετικά στην εξοικείωση με το νέο θεσμό.
3. Ερευνητικό ενδιαφέρον παρουσιάζει και η διαφοροποίηση που καταγράφηκε σε απόψεις των δικαστικών με βάση την επαγγελματική τους ιδιότητα. Πιο συγκεκριμένα, οι εισαγγελείς σε μεγαλύτερο ποσοστό από τους δικαστές, θεωρούν ότι ο ρόλος του ποινικού συστήματος έγκειται στην αποκατάσταση της κοινωνικής ισορροπίας και του αισθήματος δικαίου. Επιπλέον, οι εισαγγελείς δείχνουν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη από τους δικαστές στις νέες μεθόδους για την αποσυμφόρηση των ελληνικών δικαστηρίων και την εξοικονόμηση κόστους και χρόνου. Από την άλλη πλευρά, οι δικαστές εμφανίζονται λιγότερο διαλλακτικοί αναφορικά με το φάσμα των επαγγελματιών που μπορούν να αναλάβουν το ρόλο του διαμεσολαβητή, συγκριτικά με τους εισαγγελείς, οι οποίοι εκφράζουν πιο σθεναρά την προτίμησή τους και σε άλλες ειδικότητες, πέραν των νομικών. Οι ανωτέρω διαφοροποιήσεις είναι δυνατό να οφείλονται στο γεγονός ότι οι εισαγγελείς είναι αυτοί στους οποίους ο Έλληνας νομοθέτης έχει αναθέσει το ρόλο του διαμεσολαβητή κατά την ποινική διαμεσολάβηση. Αυτό συνεπάγεται ότι οι εισαγγελείς, λόγω ενασχόλησης με το αντικείμενο είναι αφενός περισσότερο εξοικειωμένοι και αφετέρου έχουν άμεση γνώση των αναγκών, των ελλείψεων αλλά και των δυνατοτήτων που παρέχει ο νέος θεσμός της ποινικής διαμεσολάβησης. Σημαντικά ευρήματα για τις στάσεις των δικαστικών λειτουργών απέναντι στην αποκαταστατική δικαιοσύνη, αφορούν επίσης την καταγραφή των πρακτικών δυσκολιών οι οποίες δυσχεραίνουν την εφαρμογή της ποινικής διαμεσολάβησης. Όπως προκύπτει, η απουσία αναλυτικού θεσμικού πλαισίου με σαφείς οδηγίες φαίνεται να συμβάλει σημαντικά στη δημιουργία ενός κλίματος αβεβαιότητας, το οποίο ενδέχεται με τη σειρά του να αυξήσει την απροθυμία υιοθέτησης των νέων μεθόδων. Ομοίως, η έλλειψη υποστηρικτικών δομών αλλά και η απουσία ενός κώδικα δεοντολογίας και σαφών κατευθυντήριων γραμμών λειτουργούν αποτρεπτικά και αποθαρρύνουν τους δικαστικούς λειτουργούς να κάνουν χρήση των νέων μεθόδων. Όπως επισημάνθηκε ήδη, η ανάγκη επιμόρφωσης σχετικά με τις αρχές και τους στόχους της αποκαταστατικής δικαιοσύνης, ώστε να αρθούν οι όποιες παρερμηνείες και η συνεπακόλουθη αβεβαιότητα αποδεικνύεται και από τα πορίσματα αντίστοιχων μελετών.
4. Αναφορικά με τα είδη των εγκλημάτων για την αντιμετώπιση των οποίων μπορεί να εφαρμοστεί η ποινική διαμεσολάβηση, οι δικαστικοί λειτουργοί συγκλίνουν στην άποψη ότι ενδείκνυται για κλοπές, για εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας, για εγκλήματα με ανήλικους δράστες και για περιπτώσεις πλημμελημάτων που ο δράστης και το θύμα γνωρίζονται μεταξύ τους. Ωστόσο, είναι αντίθετοι με τη χρήση της σε περιπτώσεις ανθρωποκτονιών, σε εγκλήματα με θύματα παιδιά και σε μια γενικευμένη αδιαφοροποίητη χρήση της σε ενήλικους δράστες.
Επίλογος: Πρέπει η ελληνική κοινωνία, κομμάτι της οποίας αποτελούμε και εμείς οι δικαστικοί λειτουργοί, να αντιληφθεί την αναγκαιότητα της αποκατάστασης ως στόχου της δικαιοσύνης, η οποία στη σημερινή ελληνική πραγματικότητα καθίσταται πιο επιτακτική από ποτέ, ιδίως στο ευαίσθητο πεδίο των ενδοικογενειακών συγκρούσεων, όπου θύτης και θύμα είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι: το ελληνικό δικαιικό σύστημα αλλά και το σύστημα αξιών και αρχών των Ελλήνων γενικότερα διέρχεται βαθιά κρίση, το σωφρονιστικό σύστημα έχει καταρρεύσει κυριολεκτικά, οι πολίτες, είτε βρίσκονται από την πλευρά του θύματος είτε από την πλευρά του δράστη αντιμετωπίζουν με ολοένα μεγαλύτερη δυσπιστία το ελληνικό ποινικό δικονομικό σύστημα, ιδίως, δε, το θύμα της ενδοοικογενειακής βίας – είτε ανήλικος είτε ενήλικος – κάθε άλλο παρά δικαίωση αισθάνεται μετά το πέρας της ποινικής διαδικασίας, η οποία τον επαναθυματοποιεί επανειλημμένα και σε βάθος χρόνου. Είναι πλέον καιρός να δοκιμάσουμε νέους τρόπους απονομής της δικαιοσύνης, νέες εφαρμογές, νέες πρακτικές εξωδικαστικής επίλυσης των διαφορών, με γνώμονα τις αρχές της εγκληματολογίας ως κοινωνικής επιστήμης και με σεβασμό στις αξίες του νομικού πολιτισμού και την οικουμενικότητα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Για να γίνει αυτό εφικτό, απαιτείται πληροφόρηση και ευαισθητοποίηση της ελληνικής κοινωνίας αλλά και ειδικευμένη επιμόρφωση των δικαστικών λειτουργών, σε εθνικό επίπεδο, ενώ ανάγκη ανακύπτει για τη θέσπιση σαφών κατευθυντηρίων γραμμών και κωδίκων δεοντολογίας προκειμένου να υιοθετηθούν και στο ελληνικό δικαιικό σύστημα οι αρχές της αποκαταστικής δικαιοσύνης.