32423423423

Το άσυλο׃ μία διαχρονική πολιτισμική αξία

Ο θεσμός του ασύλου στην εθιμική του μορφή είναι πανάρχαιος. Η πρώτη γραπτή μαρτυρία παραχώρησης ασύλου εμπεριέχεται στις Ικέτιδες του Αισχύλου και αφορά στην ασυλία που προσέφερε ο μυθικός βασιλιάς του Άργους Πελασγός στις 50 Δαναΐδες, οι οποίες προσέφυγαν στην πόλη του προκειμένου ν’αποφύγουν τον αιμομικτικό γάμο με τους 50 εξαδέλφους τους, γιους του βασιλιά Αιγύπτου. Αν και στην αχλύ της Ιστορίας, η συγκεκριμένη αναφορά έχει μεγάλη ιστορική αξία καθώς υποδηλώνει ότι το άσυλο αποτελεί μία αρχέγονη, αδήριτη πραγματικότητα. Από την άλλη, η παραχώρησή του μέσ’ από δημοκρατικές διαδικασίες, όπως αποτυπώνεται από τον μεγάλο Τραγωδό, εκφράζει τον πολιτισμό, όπως επίσης τη δομή και την ποιότητα της δημοκρατίας της Πολιτείας που το παρέσχε.
Κατά την Αρχαιότητα, από σειρά μαρτυριών (επιγραφές, νομίσματα, γραπτές πηγές) η ατομική ή ομαδική ασυλία τοποθετείται ιστορικά στην Αρχαϊκή και εκτείνεται έως τη Ρωμαϊκή περίοδο. Τόσο στην Κλασική όσο και αργότερα στην Ελληνιστική και τη Ρωμαϊκή εποχή, η έννοια του ασύλου ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με το «ιερόν», υπ’ οποιαδήποτε μορφή (ναοί, βωμοί, ιερές πόλεις κ. λπ.), και με την ιδιότητά του ως «άβατου, άγιου, άσυλου» ή πιο εμφατικά ως «άσυλου ιερού». Στην Αρχαία Ελλάδα ο ικέτης που προσέφευγε σε «ιερό άσυλο» ήταν θεωρητικά προστατευμένος από οποιασδήποτε μορφής βία, έστω και αν ήταν δολοφόνος, στασιαστής, σφετεριστής της νόμιμης εξουσίας, τύραννος, κ.λπ. Στην Αρχαία Αθήνα, για παράδειγμα, τόποι ιεροί, προορισμένοι για άσυλο ήταν ο ναός του Ηφαίστου (Θησείο), ο Βωμός του Ελέους στην Αγορά, ο Βωμός του Δία, κ. ά. Στον υπόλοιπο ελληνικό κόσμο, κορυφαία ιερά με δικαίωμα παροχής ασύλου ήταν ο ναός του Απόλλωνα στους Δελφούς και ο ναός της Ημιθέας στην Καρία της Ασίας. Ο Διόδωρος ο Σικελός απεικονίζει στην Ιστορία του το εύρος αποδοχής της ιερότητας και του σεβασμού του ναού της Ημιθέας ως ασύλου, όχι μόνο από τους Έλληνες αλλά και από τους εχθρούς, όπως ήταν οι Πέρσες.
Ευρεία εφαρμογή είχε λάβει το άσυλο ως εθιμικός θεσμός κατά την Ελληνιστική εποχή, όχι μόνο στο πεδίο των ιερών χώρων αλλά και σ’ εκείνο των ιερών πόλεων, πολλές εκ των οποίων εξασφάλιζαν το εδαφικό απαραβίαστο και το δικαίωμα προστασίας όσων προσέφευγαν σε αυτές. Στον ελλαδικό χώρο, εκτός από την Αρχαία Ηλεία -ιερός και απαραβίαστος χώρος για τη διαχείριση και ασφάλεια των Ολυμπιακών αγώνων- στην Ελληνιστική εποχή φημισμένη ήταν η παροχή ασύλου από την Αιτωλική Συμπολιτεία και από τους Κρήτες. Το εδαφικό απαραβίαστο αφορούσε σε πολλές πόλεις – κράτη, καταργήθηκε όμως με απόφαση της Ρώμης περί το 22 μ.Χ. Ο Λατίνος ιστορικός Λίβιος μάλιστα εμφανίζει το δικαίωμα του ασύλου ως ένα θεσμό που αφορούσε ιδιαίτερα τους Έλληνες.
Στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, παρότι η παράδοση ανάγει τις απαρχές του θεσμού στην εποχή του Ρωμύλου, ιδρυτή της Ρώμης, εν τούτοις στην καθαυτό Ρωμαϊκή εποχή, το δικαίωμα του ασύλου, με την έννοια που λειτουργούσε στις ελληνικές πόλεις-κράτη, δεν αναγνωριζόταν από τον ρωμαϊκό νόμο. Πέραν των νομοθετικών προβλέψεων για το άσυλο των δούλων, δύο μόνο ναοί είχαν ορισθεί ως χώροι ασύλου για κάθε είδους ικέτη. Φαίνεται πως οι σπουδαίες ελληνικές πολιτισμικές αξίες της φιλοξενίας και του ανθρωπισμού που χαρακτήριζαν τον ελληνιστικό πολιτισμό δεν ενσωματώθηκαν στον διάδοχό του ρωμαϊκό.
Περιορισμένη χρήση του δικαιώματος του ασύλου υπήρξε και στη Φαραωνική Αίγυπτο, όπου τα ιερά δεν αναγνωρίζονταν από τις πολιτικές αρχές ως άσυλα και όσοι προσέφευγαν σε αυτά συνήθως δεν έχαιραν ασυλίας. Αντίθετα, το άσυλο αναφέρεται στην εβραϊκή παράδοση, ως θεσμός καθιερωμένος, με τις έξι γνωστές ιερές πόλεις – άσυλα για κάθε ικέτη, ακόμη και δολοφόνο, αλλά και πολλές άλλες που λειτουργούσαν ως πόλεις – άσυλα υπό προϋποθέσεις.
Τομή στην ιστορία του ασύλου αποτέλεσαν οι νομοθετικές ρυθμίσεις του από τους βυζαντινούς αυτοκράτορες, όταν ο θεσμός πέρασε από την εθιμική στη νομική του έκφραση. Σειρά σχετικών νομοθετικών διατάξεων περιελήφθησαν στον Ιουστινιάνειο Κώδικα και, με ορισμένες διαφοροποιήσεις, σε όλους τους μεταγενέστερους νόμους που στηρίχθηκαν σ’ εκείνον. Σε αυτές, πέραν των περιορισμών ως προς το δικαίωμα παροχής ασύλου, προβλέπονταν οι ποινές των υπαιτίων παραβίασης του δικαιώματος ασύλου, πράξη που κατά τον νομοθέτη συνιστούσε έγκλημα ιεροσυλίας. Επειδή βέβαια δικαίωμα παροχής ασύλου, τόσο στο Βυζάντιο όσο και στη Μεσαιωνική Δύση, είχαν μόνο οι ναοί, τα μοναστήρια και οι περιβάλλοντες ιεροί χώροι, δικαιοδοσία επί του συγκεκριμένου θεσμού είχε και η Εκκλησία. Μέσω των εκκλησιαστικών Κανόνων της, παρενέβαινε δυναμικά, συνήθως σε ανταγωνισμό με την Πολιτεία για την υπερίσχυση της δικής της εξουσίας στο συγκεκριμένο ζήτημα, και διεκδικούσε περισσότερες εγγυήσεις από εκείνη αναφορικά με τον σεβασμό και την προστασία του δικαιώματος του ασύλου. Στη Μεσαιωνική Δύση ο θεσμός του ασύλου ισχυροποιήθηκε ιδιαίτερα μετά τον 10ο αιώνα, λόγω των δυσχερών κοινωνικών συνθηκών, ενώ η εφαρμογή του επεκτάθηκε με αυτοκρατορικά διατάγματα και στους «ευκτήριους οίκους».
Στη Δύση, κατά τους νεότερους χρόνους, η δημιουργία εθνικών κοσμικών κρατών συνοδεύτηκε από τη σταδιακή υποχώρηση και συχνά τη διαμφισβητούμενη απόρριψη τού θεσμού του ασύλου κατά το πρότυπο που λειτούργησε στην Αρχαιότητα και το Μεσαίωνα. Στη σύγχρονη εποχή, ο άλλοτε ανθρωπιστικού και ηθικού περιεχομένου θεσμός του ασύλου μετεξελίχθηκε σε διεθνές νομικό ζήτημα με τα ίδια αλλά και άλλα ιδεολογικά και πολιτικά χαρακτηριστικά, κατοχυρώθηκε μέσω Διεθνών Συμβάσεων και εντάχθηκε στο Διεθνές Δίκαιο, με κορυφαία στιγμή την υπογραφή της γνωστής Συνθήκης της Γενεύης (1951).-
Σοφία Πατούρα
Διευθύντρια Ερευνών Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών
Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών

32423423423

Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, η έννοια του συνόρου και η άλωση της Ρώμης: ένα επίκαιρο ιστορικό παράδειγμα

Σοφίας Πατούρα-Σπανού, Διευθύντριας Ερευνών Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών

O Claudio Magris, σε μια ιστορική παρέκβαση του λογοτεχνικού οδοιπορικού του στο Δούναβη, από το ομώνυμο βιβλίο του, παρατηρώντας τ’ απομεινάρια τού άλλοτε ισχυρού ρωμαϊκού limes, φαντάζεται το χωρικό του Μεσαίωνα να στέκεται απορημένος μπροστά στην πέτρινη γραμμή των ερειπωμένων κάστρων και οχυρώσεων που κάποτε ορθώνονταν απειλητικά και αγέρωχα κατά μήκος του μεγάλου ποταμού. Η ίδια η ιδέα του limes, το οποίο προσδιόριζε το βόρειο σύνορο της Αυτοκρατορίας μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα, ήταν για εκείνον κάτι το αδιανόητο, το εξωανθρώπινο – έργο μυστηριακών δυνάμεων.
Άγνοια για το σύνορο του Δούναβη και τον πέραν εκείνου κόσμο είχαν και οι περισσότεροι συγγραφείς της Aρχαιότητας -Έλληνες και Λατίνοι-, καθώς η εκείθεν του ποταμού περιοχή αποτελούσε terra incognita. Ο ποταμός λειτουργούσε στη συνείδησή τους ως φράγμα που χώριζε τη βαρβαρότητα από τον πολιτισμό. Από πολλούς συγγραφείς της ρωμαϊκής περιόδου διατυπώνεται ρητά ο χαρακτήρας των ποταμών ως φυσικών και πολιτικών συνόρων εντός των οποίων περικλείεται, προστατευμένη, η επικράτεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ίστρος και Ρήνος της ηγεμονίας όροι [σύνορα] εισίν, αναφέρουν οι Αππιανός Αλεξανδρεύς, Στράβων, Φλάβιος Ιώσηπος, κ. ά..
Ο μεγάλος, ωστόσο, εκπρόσωπος του ρωμαϊκού στωϊκισμού Σενέκας, στο έργο του Naturales Quaestiones, όχι μόνο αμφισβητεί αλλά και διακωμωδεί την ύπαρξη συνόρων μεταξύ των ανθρώπων. Αντίθετα, ο εξόριστος στον Πόντο ποιητής Οβίδιος χαρακτηρίζει το Δούναβη “βάρβαρο” και “συνωμότη” γιατί τα παγωμένα νερά του διευκολύνουν το πέρασμα των βαρβάρων στη νότια όχθη του.
Η σύγχυση και η αντιφατικότητα των ανθρώπων της ρωμαϊκής εποχής για τα σύνορα και τις δυνατότητες ή τις αδυναμίες τους να προστατεύσουν τα εδάφη τής Αυτοκρατορίας, διακρίνονται σαφέστερα στις ενέργειες δύο μεγάλων αυτοκρατόρων, του Τραϊανού και του Αδριανού. Ο Δίων Κάσσιος, στη Ρωμαϊκή Ιστορία του, αναφέρει ότι ο Τραϊανός έκτισε πέτρινη γέφυρα πάνω στο Δούναβη για τη μεταφορά στρατιωτών, ώστε ν’ αποτρέπουν λαθραίες διελεύσεις βαρβάρων στα ρωμαϊκά εδάφη, την οποία όμως κατέστρεψε ο Αδριανός, φοβούμενος μήπως οι βάρβαροι τη χρησιμοποιήσουν για να εισβάλουν στα εδάφη της Αυτοκρατορίας. Αργότερα, όταν κύματα μεταναστευτικών λαών κατέκλυζαν τις βορειοδουναβικές περιοχές και αναζητούσαν διέξοδο για την επιβίωσή τους, ο αυτοκράτορας Αυρηλιανός εγκατέλειψε τη ρωμαϊκή επαρχία Δακία, (την είχε προσαρτήσει στην Αυτοκρατορία ο Τραϊανός) και όρισε το σύνορο νοτιότερα, στη γραμμή του Δούναβη, ενισχύοντας τις οχυρώσεις του. Στόχος των Ρωμαίων δεν ήταν να κατακτήσουν και να ενσωματώσουν τους ξένους στη ρωμαϊκή κοινωνία αλλά να τους αναχαιτίσουν και να τους απωθήσουν πέραν και μακράν των συνόρων.
Η Αυτοκρατορία είχε οριστικά εισέλθει στη “μεγάλη κρίση του τρίτου αιώνα”. Η πολιτική αστάθεια, η εξασθένηση των θεσμών, η υποχώρηση του αμυντικού συστήματος, η νομισματική κατάρρευση και η έκπτωση αρχών και αξιών σηματοδότησαν την παρακμή της, προοιωνίζοντας τη νέα εποχή. Στα τέλη του 3ου και σε όλη τη διάρκεια του 4ου αιώνα, οι διελεύσεις του δουναβικού συνόρου από λαούς και έθνη που συνωθούνταν στη βόρεια όχθη τού ποταμού εντάθηκαν και νέοι λαοί κατέφθαναν στις βόρειες επαρχίες της Αυτοκρατορίας..
Η νέα κατάσταση που διαμορφώθηκε στον άγνωστο έως τότε Βορρά ευαισθητοποίησε και κινητοποίησε τους πολιτικούς και πνευματικούς κύκλους της Αυτοκρατορίας, προκαλώντας αντιδράσεις, αντιθέσεις και αντικρουόμενες πολιτικές πρακτικές. Η παραδοσιακή ιδεολογία περί διατήρησης της ρωμαιϊκότητας της Αυτοκρατορίας συγκρούσθηκε με τις νεωτερικές ρεαλιστικές αντιλήψεις αυτής της μεταβατικής περιόδου. Η σύγκρουση αυτή εκφράστηκε με συγκεκριμένες ενέργειες, οι οποίες συχνά οδηγούσαν τα πράγματα στα άκρα. Είναι χαρακτηριστική, για παράδειγμα, η πολιτικο – ιδεολογική διαμάχη που ξέσπασε ανάμεσα στους εκφραστές των δύο αντίρροπων τάσεων της εποχής, τον ρήτορα Θεμίστιο και τον φιλόσοφο Συνέσιο, μετά τη νόμιμη εγκατάσταση των προσφύγων Γότθων στα εδάφη της Αυτοκρατορίας. Ο πρώτος υπεραμύνθηκε της εισδοχής και ειρηνικής συμβίωσης των Γότθων με τους Ρωμαίους στα εδάφη της Αυτοκρατορίας, ενώ ο δεύτερος, σκληρός και αμείλικτος απέναντι σε αυτή την πολιτική, παρώτρυνε με πύρινους λόγους το νεαρό αυτοκράτορα Αρκάδιο να επαναπροωθήσει τους Γότθους στο Δούναβη και να τους απωθήσει πέραν εκείνου.
Η αντίσταση των εκπροσώπων της ρωμαϊκής ακεραιότητας και η αμφίθυμη συχνά στάση των ηγετών του ανατολικού τμήματος της Αυτοκρατορίας, εγκλώβισαν τα γοτθικά προσφυγικά φύλα και άλλα έθνη, για δεκαετίες, στις εξασθενημένες οικονομικά και κατεστραμμένες από τους πολέμους βόρειες επαρχίες της Θράκης, προκαλώντας σειρά αντιδράσεων στις τάξεις της πολιτικής και στρατιωτικής διοίκησης της περιοχής και στους κόλπους της τοπικής κοινωνίας. To προσφυγικό ζήτημα όξυνε έτι περαιτέρω τις σχέσεις Ανατολικής και Δυτικής Αυτοκρατορίας. Έγινε εργαλείο και όπλο στον σκληρό πολιτικό ανταγωνισμό τους, ο οποίος εκδηλωνόταν με ενέργειες που στρέφονταν σαφώς εναντίον αλλήλων. Το πλήθος των προσφύγων, διαρκώς διογκούμενο από νέες εθνικές ομάδες που περνούσαν το Δούναβη και υποκινούμενο με ποικίλους τρόπους, πότε από τη μία και πότε από την άλλη πλευρά, βρισκόταν σε μια αέναη μετακίνηση στον ταλαιπωρημένο από τους πολέμους χώρο της Βαλκανικής, που αδυνατούσε να το αφομοιώσει και να το εντάξει στους κόλπους της. Αποτέλεσε τον πιο ισχυρό κρίκο στην αλυσίδα των αλληλοϋπονομεύσεων και των αντικρουόμενων πολιτικών στρατηγικών των εκπροσώπων των δύο partes, η οποία περιέσφιξε και συνέθλιψε τελικά την ενότητα της ίδιας της Αυτοκρατορίας.
Οι ίδιοι οι πρόσφυγες, εγκλωβισμένοι στις άγονες και κατεστραμμένες επαρχίες του Δούναβη, αναζητούσαν απεγνωσμένα τρόπους φυγής προς την πλούσια μεν αλλά φθίνουσα πολιτικά και στρατιωτικά Δύση. Επωφελούμενοι από την οξύτατη πολιτική αντιπαράθεση και τη διαφαινόμενη διάσπαση των δύο τμημάτων της ενιαίας ακόμη Αυτοκρατορίας, εξεγέρθηκαν. Υπό την ηγεσία του δυναμικού ηγέτη Αλάριχου, επικεφαλής μιας πολυεθνικής συνομοσπονδίας, περιπλανήθηκαν σε ολόκληρη τη Βαλκανική για μία δεκαπενταετία. Το πλήθος των εξεγερμένων προσφύγων εγκατέλειψε την κλασική διαδρομή προς την Δύση, απ’ όπου ήταν αδύνατο να περάσει και κατευθύνθηκε στο Νότο. Διέτρεξε ολόκληρη την ηπειρωτική Ελλάδα (Μακεδονία, Θεσσαλία, Στερεά, Πελοπόννησο) και μέσω της Ηπείρου και του Ανατολικού Ιλλυρικού ξεκίνησε την μοιραία πορεία προς τη Δύση. Και καθώς “όλοι οι δρόμοι οδηγούσαν στη Ρώμη”, ο Αλάριχος με τους συνασπισμένους πρόσφυγες και μετανάστες άλωσαν τελικά την αιωνία πόλη το 410, εγκαινιάζοντας ουσιαστικά τη σταδιακή κατάλυση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και σηματοδοτώντας τον επερχόμενο Μεσαίωνα. Κατά τους δύο επόμενους αιώνες τα σύνορα του Ρήνου και του Δούναβη κατέρρευσαν από τις συνεχείς διελεύσεις ξένων λαών που εγκαθίσταντο στα εδάφη της Αυτοκρατορίας και οι ίδιοι οι ποταμοί απώλεσαν οριστικά την έννοια και τον ρόλο που τους είχαν προσδώσει οι Ρωμαίοι.-

32423423423

Η ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΑΝΑΜΟΡΦΩΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ ΣΤΗΝ ΠΡΑΞΗ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

Δ. Μουχίμογλου
Πρόεδρος Πρωτοδικών
Δικαστής Ανηλίκων Αθηνών

Εισαγωγή – σύντομη ιστορική αναδρομή

Το «τιμωρητικό πρότυπο» που ίσχυε για τον ανήλικο παραβάτη στην Ελλάδα, κυρίως έως τα τέλη του 19ου αιώνα στην Ελλάδα, κατά το οποίο η κύρια αποστολή της ποινής ήταν η ανταποδοτική τιμώρηση του δράστη, δηλαδή «να πληρώσει» για το έγκλημά του, ώστε να προκαλέσει με την καταδίκη του ένα ψυχολογικό καταναγκασμό στα υπόλοιπα μέλη της κοινωνίας να συμμορφώνονται με τις διατάξεις του νόμου, διαδέχθηκε μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, το «προνοιακό πρότυπο», βασικό χαρακτηριστικό του οποίου είναι ότι δεν ενδιαφέρεται τόσο για την παράνομη συμπεριφορά του ανηλίκου όσο κυρίως για την ίδια την προσωπικότητά του και τις δυνατότητες βελτίωσής της. Νομοθέτης και δικαστής δίνουν έμφαση σε μέτρα διαπαιδαγώγησης και πρόνοιας με σκοπό τη βελτίωση της προσωπικότητας του παραβάτη, τα οποία λαμβάνονται όχι εξ αιτίας της παράνομης συμπεριφοράς αλλά εξ΄αφορμής της. Κατά την αντίληψη αυτή, εφόσον για τις επιβαλλόμενες κυρώσεις δεν λαμβάνονταν ιδιαιτέρως υπόψη ούτε τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν στο θύμα, ούτε και το είδος της παράβασης του ανηλίκου, επαφιόταν στη διακριτική ευχέρεια του δικαστή τόσο η διάρκεια όσο και τα κριτήρια επιβολής μιας κύρωσης, η βαρύτητα της οποίας δεν τελούσε κατ΄ανάγκη σε αναλογία με τη βαρύτητα της παράβασης, ενώ επιπλέον, επικρατούσε η αντίληψη ότι ο παραβάτης δεν χρειαζόταν ν΄απολαμβάνει πληθώρας συνταγματικών δικαιωμάτων και αντιλήψεων [όπως λ.χ. το δικαίωμα ακρόασης, νομικής εκπροσώπησης και προσφυγής σε ανώτερη δικαστική αρχή] επειδή τέτοιες διευκολύνσεις θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο την επιτυχία του προγράμματος. Επομένως, με τις ασαφείς και περίπου αυθαίρετες ουσιαστικές και δικονομικές προϋποθέσεις που έτασσε το προνοιακό σύστημα, εύκολα ο ανήλικος στερείτο την προσωπική του ελευθερία με εισαγωγή του σε αναμορφωτικό ίδρυμα [λόγω «ηθικής παρεκτροπής»] ή σε σωφρονιστικό κατάστημα [λόγω «αλητείας» κατά το ήδη καταργηθέν άρθρο 408 Π.Κ.]. ΄Ετσι, το προνοιακό σύστημα εύκολα μπορούσε να μετατραπεί σε απαράδεκτο μέσο πατερναλιστικής καταπίεσης και αυθαίρετου περιορισμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών. Το προνοιακό πρότυπο διαδέχθηκε το «δικαιικό πρότυπο» που διαπνέει τα τελευταία χρόνια τις ποινικές νομοθεσίες των περισσότερων χωρών της Δυτικής Ευρώπης και της Β. Αμερικής. Σε σύγκριση με το προνοιακό πρότυπο, το δικαιικό διαφοροποιείται στο ότι: α] οι επιβαλλόμενες κυρώσεις είναι καταρχήν ανάλογες προς την συγκεκριμένη αξιόποινη πράξη που τέλεσε ο ανήλικος, δηλ. δεν μπορούν να είναι βαρύτερες από την ίδια την παράβαση [αρχή αναλογικότητας] β] τα κριτήρια επιβολής και η διάρκεια μιας κύρωσης πρέπει να είναι σαφή και ορισμένα γ] ο εγκλεισμός του δράστη είναι το έσχατο μέσο [ultima ratio] αντιμετώπισης της νεανικής παραβατικότητας και δ] αυτονόητη προϋπόθεση ποινικής μεταχείρισης του δράστη είναι ο σεβασμός των συνταγματικών του δικαιωμάτων και εγγυήσεων. Στην Ελλάδα, το ισχύον δίκαιο ανηλίκων, συνιστά μία σύζευξη, ένα συγκερασμό του προνοιακού και δικαιικού προτύπου, δηλαδή της προσωπικότητας του δράστη και των αναγκών της με τη βαρύτητα της αξιόποινης πράξης, ήτοι η προσοχή επικεντρώνεται στην παράλληλη συνεκτίμηση και των δύο αυτών παραμέτρων του ζητήματος δηλαδή και του παραβάτη και της παράβασης.
Ι. Τα ισχύοντα σήμερα αναμορφωτικά – θεραπευτικά μέτρα και οι προϋποθέσεις επιβολής του ποινικού σωφρονισμού
Α] Αναμορφωτικά μέτρα [άρθρο 122 Π.Κ.]
Τα αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα προβλέπονται για όλους τους παραβατικούς ανηλίκους ηλικίας 8 – 18 ετών συμπληρωμένων. Ήδη, με το ν. 3189/2003 και με βάση τις σύγχρονες τάσεις για «αποϊδρυματοποίηση», ο κατάλογος των αναμορφωτικών μέτρων εμπλουτίστηκε με σειρά σύγχρονων μέτρων τα οποία απαριθμούνται στο άρθρο 122 Π.Κ. και είναι τα εξής, με σειρά από τα ηπιότερα προς τα αυστηρότερα:
α] η επίπληξη, δηλ. η αποδοκιμασία της πράξης του ανηλίκου από το Δικαστήριο. Πρόκειται για παραινέσεις με έντονο προειδοποιητικό χαρακτήρα προς τον ανήλικο και τους γονείς του.
β] η ανάθεση της υπεύθυνης επιμέλειας του ανηλίκου στους γονείς ή στους επιτρόπους του. Σκοπός του μέτρου είναι η ενίσχυση της ευθύνης αυτών των ανθρώπων στη διαπαιδαγώγηση του ανηλίκου, οπότε δεν αποκλείεται η επιβολή σε αυτούς ποινής κατ΄άρθρο 360 Π.Κ. για παραμέληση εποπτείας ανηλίκου και κατ΄άρθρο 409 Π.Κ. για παραμέληση αποτροπής από επαιτεία ή αλητεία.
γ] η ανάθεση της υπεύθυνης επιμέλειας του ανηλίκου σε ανάδοχη οικογένεια, δηλ. επιδοτούμενη από το Κράτος ή και οικογένεια που δέχεται τον ανήλικο από εθελοντισμό.
δ] η ανάθεση της επιμέλειας του ανηλίκου σε προστατευτικές εταιρείες [Ε.Π.Α.], σε προνοιακά ιδρύματα ανηλίκων ή σε επιμελητές ανηλίκων της Υπηρεσίας Επιμελητών Ανηλίκων.
ε] η συνδιαλλαγή μεταξύ θύματος και ανήλικου δράστη για έκφραση συγγνώμης και για εν γένει εξώδικη διευθέτηση των συνεπειών της πράξης, για την οποία θα γίνει λόγος κατωτέρω.
στ] η αποζημίωση του θύματος ή κατ΄άλλον τρόπο άρση ή μείωση των συνεπειών της πράξης από τον ανήλικο, κυρίως όταν δεν είναι εφικτή η συνδιαλλαγή του ανήλικου δράστη με το θύμα του [και για το μέτρο αυτό θα γίνει λόγος κατωτέρω]
ζ] η παροχή κοινωφελούς εργασίας από τον ανήλικο, δηλαδή η χωρίς αμοιβή απασχόλησή του σε δημόσιους ή δημοτικούς φορείς [ομοίως για το μέτρο αυτό θα μιλήσουμε εκτενέστερα κατωτέρω]
η] η παρακολούθηση από τον ανήλικο κοινωνικών και ψυχολογικών προγραμμάτων σε κρατικούς, δημοτικούς, κοινοτικούς ή ιδιωτικούς φορείς
θ] η φοίτηση του ανηλίκου σε σχολές επαγγελματικής ή άλλης εκπαίδευσης ή κατάρτισης
ι] η παρακολούθηση από τον ανήλικο ειδικών προγραμμάτων κυκλοφοριακής αγωγής, μέτρο το οποίο εφαρμόζεται ιδίως σε ποινικές παραβάσεις του Κ.Ο.Κ.
ια] η ανάθεση της εντατικής επιμέλειας και επιτήρησης του ανηλίκου σε προστατευτικές εταιρείες ή επιμελητές ανηλίκων, που επιβάλλεται σε σοβαρά αδικήματα που διέπραξε ο ανήλικος, οπότε είναι αναγκαία η ιδιαίτερη ενασχόληση με τον ανήλικο από άποψη χρόνου και ποιοτικών επαφών προς διαπαιδαγώγηση και συμβουλευτική αυτού υποστήριξη και
ιβ] η τοποθέτηση του ανηλίκου σε κατάλληλο κρατικό, δημοτικό ή ιδιωτικό ίδρυμα αγωγής, όπου πρόκειται για αναγκαστικό εγκλεισμό του ανηλίκου σε Ίδρυμα. Πρόκειται για το επαχθέστερο αναμορφωτικό μέτρο, το οποίο επιβάλλεται πλέον, σύμφωνα με τις τελευταίες τροποποιήσεις του δικαίου των ανηλίκων [άρθρο 25 ν. 4356/22-12-2015], για κακουργηματικές μόνο πράξεις και εφόσον ο ανήλικος έχει συμπληρώσει το 15ο έτος της ηλικίας του. Το μόνο δε ίδρυμα αγωγής που λειτουργεί στη χώρα μας είναι το ίδρυμα αγωγής ανηλίκων αρένων Νέας Ιωνίας Βόλου.
Β] Θεραπευτικά μέτρα [άρθρο 123 Π.Κ.]
Όταν η κατάσταση του ανηλίκου απαιτεί ιδιαίτερη μεταχείριση και ειδικά όταν αυτός πάσχει από ψυχική ασθένεια ή τελεί σε νοσηρή διατάραξη των πνευματικών του λειτουργιών, ή από οργανική νόσο ή κατάσταση που του δημιουργεί σοβαρή σωματική δυσλειτουργία ή του έχει γίνει έξη η χρήση οινοπνευματωδών ποτών ή ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορεί να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις ή εμφανίζει ανώμαλη καθυστέρηση στην πνευματική και την ηθική του ανάπτυξη, τότε το Δικαστήριο επιβάλλει, κατά σειρά βαρύτητας, τα εξής θεραπευτικά μέτρα:
α] ανάθεση της υπεύθυνης επιμελείας του στους γονείς, στους επιτρόπους του ή στην ανάδοχη οικογένεια
β] ανάθεση της επιμέλειας του ανηλίκου σε προστατευτικές εταιρείες ή σε επιμελητές ανηλίκων
γ] παρακολούθηση από τον ανήλικο συμβουλευτικού θεραπευτικού προγράμματος [π.χ. στο ΚΕ.Θ.Ε.Α.] και
δ] παραπομπή του ανηλίκου σε θεραπευτικό ή άλλο κατάστημα. Τα θεραπευτικά μέτρα επιβάλλονται ύστερα από διάγνωση και γνωμοδότηση από εξειδικευμένη ομάδα ιατρών, ψυχολόγων και κοινωνικών λειτουργών, η οποία δεν έχει υποχρεωτικό χαρακτήρα για το Δικαστήριο.
Τα αναμορφωτικά και θεραπευτικά μέτρα δεν συνιστούν ποινές, είναι sui generis μέτρα που αποσκοπούν στη διαπαιδαγώγηση και αναμόρφωση του ανήλικου παραβάτη. Για το λόγο τούτο οι σχετικές αποφάσεις δεν μπορούσαν να προσβληθούν με ένδικα μέσα. Με την τροποποίηση της παρ.1 του άρθρου 489 Κ.Π.Δ., [άρθρο 26 ν. 3904/2010] προβλέπεται πλέον η δυνατότητα άσκησης έφεσης και κατά των αποφάσεων του μονομελούς και τριμελούς δικαστηρίου ανηλίκων με τις οποίες επιβλήθηκαν στην ανήλικο αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα.
Γ] Ποινικός σωφρονισμός [άρθρο 127 Π.Κ.]
Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειώσουμε ότι έχουμε δύο κατηγορίες ανηλίκων αναφορικά με την ποινική ευθύνη που υπέχουν. Είναι οι ποινικώς ανεύθυνοι και οι ποινικώς υπεύθυνοι. Ποινικώς ανεύθυνοι είναι οι ανήλικοι που κατά τον χρόνο τέλεσης της άδικης πράξης είναι ηλικίας από 8-15 ετών, οπότε η αξιόποινη πράξη δεν τους καταλογίζεται και επιβάλλονται σε αυτούς μόνο αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα. Ενώ, ποινικώς υπεύθυνοι, κατά την τελευταία τροποποίηση του άρθρου 127 Π.Κ. με το άρθρο 26 του ν. 4356/24-12-2015, είναι οι ανήλικοι που κατά τον χρόνο τέλεσης της άδικης πράξης είναι ηλικίας 15 ετών συμπληρωμένο και στους οποίους μπορεί να επιβληθεί ως ποινική κύρωση ο ποινικός σωφρονισμός, δηλαδή ο εγκλεισμός τους σε κατάστημα κράτησης νέων [φυλακή] και μόνο στις περιπτώσεις που έχουν τελέσει πράξη την οποία αν τελούσε ενήλικος θα ήταν κακούργημα απειλούμενο με την ποινή της ισόβιας κάθειρξης, καθώς και για την πράξη του βιασμού [άρθρο 336 Π.Κ.] εφόσον τελέσθηκε σε βάρος προσώπου νεότερου από 15 ετών. Ομοίως, ποινικός σωφρονισμός μπορεί να επιβληθεί και σε ανήλικο που έχει συμπληρώσει το 15ο έτος της ηλικίας του και του έχει επιβληθεί το αναμορφωτικό μέτρο της τοποθέτησής του σε ίδρυμα αγωγής, εάν μετά την τοποθέτησή του στο ίδρυμα αγωγής τελέσει έγκλημα το οποίο αν το τελούσε ενήλικος θα ήταν κακούργημα. Η επιβολή του ποινικού σωφρονισμού αποφεύγεται στο μέτρο του δυνατού και γίνεται χρήση του ως έσχατου καταφυγίου με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση, στην οποία ορίζεται επακριβώς η διάρκεια του ποινικού σωφρονισμού και ο λόγος για τον οποίο στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν κρίθηκαν επαρκή τα αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων συνθηκών τέλεσης της πράξης και της προσωπικότητας του ανηλίκου.
ΙΙ. Aναμορφωτικά μέτρα πρόσφορα εφαρμογής αποκαταστατικών – επανορθωτικών πρακτικών
Το δίκαιο των ανηλίκων αποτελεί πρόσφορο έδαφος εφαρμογής αποκαταστατικών – επανορθωτικών πρακτικών λόγω του ότι στοχεύει στη διαπαιδαγώγηση και όχι στην τιμωρία του ανήλικου δράστη με αντίστοιχο στιγματισμό του από την τυπική διαδικασία απονομής της ποινικής δικαιοσύνης. Ως προελέχθη, σκοποί της αποκαταστατικής δικαιοσύνης είναι α] ο δράστης να αναλάβει την ευθύνη του από την άδικη πράξη που τέλεσε και να αντιληφθεί τις συνέπειές της β] να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα επανόρθωσης της βλάβης των θυμάτων ή της κοινότητας ως έμμεσου θύματος και γ] να οδηγήσει τα μέρη, δηλαδή τον δράστη και το θύμα σε συμφιλίωση με επανένταξη του δράστη στην κοινότητα, καθόσον το έγκλημα συνιστά πρωτίστως πράξη που διαρρηγνύει τις ανθρώπινες σχέσεις.
Aπό τα προεκτεθέντα αναμορφωτικά μέτρα, τρία είναι εκείνα που η εφαρμογή τους συνιστά έκφραση της λεγόμενης επανορθωτικής – αποκαταστατικής δικαιοσύνης, ιδίως για τις περιπτώσεις αδικημάτων μειωμένης βαρύτητας: α] η συνδιαλλαγή μεταξύ θύματος και ανήλικου δράστη για έκφραση συγγνώμης και για εν γένει εξώδικη διευθέτηση των συνεπειών της πράξης β] η αποζημίωση του θύματος ή κατ΄άλλον τρόπο άρση ή μείωση των συνεπειών της πράξης από τον ανήλικο και γ] η παροχή κοινωφελούς εργασίας από τον ανήλικο. Ας τα δούμε καθένα χωριστά και πώς εφαρμόζονται στην πράξη.
1.Συνδιαλλαγή μεταξύ θύματος και ανήλικου δράστη για έκφραση συγγνώμης και για εν γένει εξώδικη διευθέτηση των συνεπειών της πράξης
Το μέτρο αυτό μπορεί να εφαρμοστεί μόνο στα αδικήματα που υπάρχει θύμα [κλοπές, απάτες, σωματικές βλάβες, εξυβρίσεις, φθορές ξένης ιδιοκτησίας κ.λ.π.]. Επομένως δεν μπορεί να εφαρμοστεί λ.χ. σε ποινικές παραβάσεις του Κ.Ο.Κ. που απαντώνται συχνότατα στην ανήλικη παραβατικότητα [οδήγηση οχήματος ή μοτ/τας άνευ άδειας ικανότητας οδήγησης] ή σε παραβάσεις της νομοθεσίας περί ναρκωτικών. Η συνδιαλλαγή μεταξύ θύματος και ανήλικου δράστη προϋποθέτει την απ΄ ευθείας επαφή του ανηλίκου με το θύμα με την βοήθεια και την επίβλεψη ενός τρίτου προσώπου, του διαμεσολαβητή, ενός προσώπου δηλαδή κατάλληλα εκπαιδευμένου ώστε να αντιληφθεί τις ανάγκες των θυμάτων με αμεροληψία και ουδετερότητα, τηρώντας τις αναγκαίες αποστάσεις από τα μέρη της συνδιαλλαγής. Ειδικά δε όταν, τόσο ο δράστης όσο και το θύμα είναι ανήλικοι, τότε έχουν ιδιαίτερη ανάγκη ενημέρωσης και καθοδήγησης κατά τη διαδικασία της συνδιαλλαγής. Τον ρόλο αυτό αναλαμβάνει εν προκειμένω ο Επιμελητής Ανηλίκων που λειτουργεί στην εφαρμογή του μέτρου τούτου ως διαμεσολαβητής. Κατά τη διαδικασία της συνδιαλλαγής, του διαλόγου δηλαδή που ανοίγεται μεταξύ δράστη και θύματος, το μεν θύμα – παθών έχει τη δυνατότητα τα εκφράσει τα συναισθήματά του, το θυμό, την πικρία του και τα αρνητικά συναισθήματα που προκάλεσε σε αυτόν το έγκλημα, ενώ ταυτόχρονα ο δράστης, αναλαμβάνοντας την ευθύνη και τις συνέπειες της πράξης του, εκφράζει τη συγγνώμη του που συνήθως συνοδεύεται με μια προσπάθεια αποκατάστασης της βλάβης του παθόντος. Άλλωστε το ζητούμενο για τα θύματα, βάσει δεδομένων εμπειρικών ερευνών, δεν είναι κυρίως η αποκατάσταση της υλικής τους ζημίας αλλά η ηθική τους ικανοποίηση. Βασική προϋπόθεση βέβαια για να ξεκινήσει η διαδικασία της συνδιαλλαγής είναι η αποδοχή του δράστη της πράξης που τέλεσε, ήτοι η ομολογία του ως προς τα πραγματικά περιστατικά της πράξης. Χωρίς αυτό το προαπαιτούμενο η εφαρμογή του μέτρου στερείται σημασίας.
Η εφαρμογή του μέτρου στην πράξη. Η ίδια η διατύπωση του συγκεκριμένου αναμορφωτικού μέτρου που κάνει λόγο «για εν γένει εξώδικη διευθέτηση των συνεπειών της πράξης» παραπέμπει σε εξωδικαστηριακή «κατά παρέκκλιση διαδικασία» από την τυπική διαδικασία που ακολουθεί το δικαστήριο κατά την κύρια ακροαματική διαδικασία. Η επιβολή επομένως του μέτρου αυτού με απόφαση του δικαστηρίου, κατά την άποψή μου, έρχεται σε αντίθεση με την ίδια τη φύση και το σκοπό της διάταξης που είναι η εκούσια προσπάθεια των μερών να συμφιλιωθούν. Η συνδιαλλαγή χρειάζεται προετοιμασία. Ωστόσο, αν αυτή έχει αποτύχει κατά το στάδιο της προδικασίας [εφαρμογή του άρθρου 45Α Κ.Π.Δ.], κατά τα προλεχθέντα της κ. Εισαγγελέως, τούτο δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να επιχειρηθεί κατά το στάδιο της κύριας διαδικασίας. Η επιβολή όμως του μέτρου αυτού από το Δικαστήριο κατά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας και εφόσον καταφαθεί ότι ο δράστης τέλεσε την πράξη, αναιρεί την ίδια τη φύση του μέτρου, αφού στην περίπτωση αυτή, άνευ οποιασδήποτε προετοιμασίας και ενημέρωσης των μερών για το τι θα ακολουθήσει, δράστης και θύμα οδηγούνται πλέον «υποχρεωτικά» σε συνδιαλλαγή, ως επιβληθείσα πλέον ποινική κύρωση που εξαναγκάζει τα μέρη σε συμβιβασμό χωρίς να ερωτηθούν αν δέχονται να συνδιαλλαχθούν. Επομένως, στην περίπτωση αυτή, όπου το εν λόγω μέτρο επιβάλλεται με απόφαση του δικαστηρίου, ως συμβαίνει στη δικαστηριακή πρακτική, ακυρώνεται ο αποκαταστατικός του σκοπός και η συναινετική συμφιλίωση των μερών μετατρέπεται σε στείρα υποχρέωση. Ελλείψει δε διαδικαστικού πλαισίου διεξαγωγής της διαμεσολάβησης, γεγονός που δεν υποβοηθεί καθόλου την ομοιόμορφη εφαρμογή του μέτρου στην πράξη, ας εξετάσουμε πώς θα μπορούσε να εφαρμοστεί το αναμορφωτικό αυτό μέτρο κατά το διάστημα που μεσολαβεί από την άσκηση της ποινικής δίωξης και την παραπομπή του δράστη στο δικαστήριο ανηλίκων μέχρι την ακροαματική διαδικασία. Στο διάστημα αυτό ο επιμελητής ανηλίκων στον οποίο έχει χρεωθεί η υπόθεση μπορεί να δράσει διαμεσολαβητικά. Στην περίπτωση που ο επιμελητής έχει καταφέρει να επικοινωνήσει και να έρθει σε επαφή τόσο με τον ανήλικο δράστη, όσο και με το θύμα, μπορεί να προχωρήσει, κατόπιν ενημέρωσης και προετοιμασίας των μερών, στη συμφιλίωσή τους και την συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, εφόσον βέβαια ο δράστης αποδέχεται ότι τέλεσε την πράξη. Αν η διαμεσολάβηση αποβεί επιτυχής και τα μέρη συμφιλιωθούν με έκφραση συγγνώμης εκ μέρους του δράστη και αποδοχή αυτής από το θύμα ή και με ενδεχόμενη επιπλέον συμβολική ή πλήρη αποκατάσταση της βλάβης που υπέστη, τότε ο επιμελητής με σύνταξη σχετικής έκθεσης, θα ενημερώσει το δικαστήριο κατά την ακροαματική διαδικασία για την επίτευξη της συνδιαλλαγής. Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο, στα μεν κατ΄έγκληση διωκόμενα εγκλήματα, μπορεί να προχωρήσει σε οριστική παύση της ποινικής δίωξης, εκτιμώντας τη συμφιλιωτική ειρήνευση του αγαθού που επλήγη ως ανάκληση της έγκλησης, οπότε αποφεύγει να αποφανθεί ότι ο ανήλικος δράστης τέλεσε την πράξη, ενώ στα αυτεπαγγέλτως διωκόμενα εγκλήματα μπορεί ν΄αποφανθεί ότι ο ανήλικος δράστης δεν χρήζει επιβολής οιουδήποτε αναμορφωτικού μέτρου λόγω εξώδικης επιτυχούς συνδιαλλαγής. Αν η συνδιαλλαγή αποτύχει, το δικαστήριο θα επιβάλλει άλλο αναμορφωτικό μέτρο που κατά την κρίση του θα είναι το προσφορότερο για την προσωπικότητα του δράστη και ανάλογο της βαρύτητας της πράξης που τέλεσε. Στην περίπτωση τώρα που η επαφή με το θύμα δεν κατέστη δυνατή, με συνακόλουθη αδυναμία του επιμελητή να επιχειρήσει οποιαδήποτε διαμεσολάβηση, τότε δράστης και θύμα συναντώνται το πρώτον κατά την ακροαματική διαδικασία. Το δικαστήριο μπορεί, κατά την ακροαματική διαδικασία και εφόσον ο δράστης ομολογεί την πράξη του, να διερευνήσει με σχετικές ερωτήσεις σε αμφότερα τα μέρη, αν υπάρχουν περιθώρια συναινετικής επίλυσης της διαφοράς ή ακόμη μπορεί και να προτρέψει τα μέρη σε συνδιαλλαγή, εκθέτοντας τα οφέλη που και οι δύο πλευρές μπορούν να αποκομίσουν. Αν τα διάδικα μέρη αντιμετωπίσουν θετικά την εκδοχή αυτή, τότε το δικαστήριο, αναβάλλοντας την εκδίκαση της υπόθεσης σε μεταγενέστερο χρόνο, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση σε διαμεσολάβηση, προκειμένου τα μέρη να ενημερωθούν και να προχωρήσουν με την καθοδήγηση του επιμελητή σε συνδιαλλαγή. Κατά δε την μετ΄αναβολήν δίκη, το δικαστήριο, αναλόγως με την επιτυχή ή μη έκβαση της συνδιαλλαγής, θα αποφανθεί κατά τα προαναφερόμενα [ δηλ. οριστική παύση της ποινικής δίωξης ή μη ανάγκη επιβολής κάποιου αναμορφωτικού μέτρου ή επιβολή άλλου καταλληλότερου]. Οι παραπάνω προτεινόμενες επιλογές, κατά τις οποίες το δικαστήριο διαδραματίζει σημαντικό ρόλο χωρίς να επιβάλει το ίδιο ως ποινική κύρωση το μέτρο της συνδιαλλαγής ανηλίκου δράστη και θύματος, εκτιμώ ότι εναρμονίζονται με το χαρακτήρα και τη φύση του μέτρου, κυρίως δε επιτυγχάνεται στην πράξη η εξώδικη διευθέτηση των συνεπειών της πράξης, που συμβαδίζει και με το γράμμα του νόμου.
Μέχρι σήμερα, δεν υπάρχει ρύθμιση εκ του νόμου του διαδικαστικού πλαισίου διεξαγωγής του εν λόγω μέτρου, με αποτέλεσμα να μην αντιμετωπίζονται σημαντικά ζητήματα, όπως η προθεσμία και ο τρόπος παροχής της συναίνεσης των μερών, το περιεχόμενο της τελευταίας, η δυνατότητα ανάκλησης της σχετικής συναίνεσης χωρίς συνέπειες, το δικαίωμα νομικής συμπαράστασης και αρωγής δράστη και θύματος, η δυνατότητα συμμετοχής των γονέων ειδικά στην περίπτωση των ανήλικων δραστών, η σύνταξη έκθεσης μετά το πέρας της συνδιαλλαγής, η προθεσμία μέσα στην οποία αυτή πρέπει να ολοκληρωθεί κ. ά. Η τήρηση ορισμένων κατευθυντηρίων αρχών είναι αναγκαία για την διασφάλιση και την προστασία των δικαιωμάτων των μερών, αλλά και την τήρηση των διαδικαστικών τους εγγυήσεων. Οι δε επιμελητές ανηλίκων πρέπει να είναι κατάλληλα εκπαιδευμένοι για να εξασφαλίζεται η αμεροληψία και ουδετερότητα που απαιτεί η ορθή εφαρμογή του μέτρου, καθώς από τη φύση του ρόλου τους έρχονται πρωτίστως σε επαφή με τους δράστες και τα συγγενικά τους πρόσωπα με στόχο την ανεύρεση του καταλληλότερου γι αυτούς αναμορφωτικού μέτρου, το οποίο και θα προτείνουν στο δικαστήριο. Συνεπώς, εκ της φύσεως του έργου τους «ταυτίζονται» περισσότερο με τον δράστη ως τον περισσότερο αδύναμο κρίκο που χρήζει προστασίας λόγω της ανηλικότητάς του και λιγότερο με το θύμα, με αποτέλεσμα το κύριο έργο τους να αντιβαίνει στο ρόλο του αμερόληπτου και ουδέτερου διαμεσολαβητή.
2.Η αποζημίωση του θύματος ή η κατ΄άλλον τρόπο άρση ή μείωση των συνεπειών της πράξης
Το μέτρο αυτό εφαρμόζεται κυρίως όταν δεν είναι εφικτή η συνδιαλλαγή του ανήλικου δράστη με το θύμα του, λόγω της άρνησης για παράδειγμα του θύματος να συμμετάσχει. Σκοπό έχει να θέσει τον ανήλικο δράστη προ των ευθυνών του, ώστε να αντιληφθεί το μέγεθος της βλάβης που προξένησε. Η επανόρθωση της βλάβης αποτελεί στόχο των αποκαταστατικών διαδικασιών. Αποτελεί μερικότερη έννοια και εμπεριέχεται στο προηγούμενο μέτρο της συνδιαλλαγής ανηλίκου δράστη – θύματος, εφόσον στην τελευταία συμπεριλαμβάνεται και η αποζημίωση του θύματος ή η κατ΄άλλον τρόπο άρση ή μείωση των συνεπειών της πράξης. Άλλον δε τρόπο άρσης ή μείωσης των συνεπειών της πράξης μπορεί να συνιστά οποιαδήποτε πράξη επανόρθωσης και όχι μόνο η επανόρθωση της βλάβης σε χρήμα όπως π.χ. μπορεί να είναι η παροχή προσωπικής εργασίας στο κατάστημα του θύματος που ο ανήλικος δράστης προκάλεσε φθορές ή αφαίρεσε αντικείμενα. Η επιβολή του μέτρου αυτού επιτελεί τον αποκαταστατικό του σκοπό όταν έχει ήδη χωρήσει η επικοινωνία του θύματος με τον δράστη, η οποία δίνει τη δυνατότητα της επανόρθωσης της ρήξης που προκάλεσε το έγκλημα. Στο νόμο δεν διευκρινίζεται αν με τον όρο αποζημίωση εννοείται η πλήρης κάλυψη της ζημίας του θύματος. Επειδή όμως η επανορθωτική αξία του εν λόγω μέτρου έγκειται στην καταβολή της αποζημίωσης από τον ίδιο τον ανήλικο, όπως τούτο άλλωστε ρητά αναφέρεται και στην εισηγητική έκθεση του ν. 3189/2003, το ύψος της αποζημίωσης ή η κατ΄άλλον τρόπο επανόρθωση της βλάβης του θύματος, θα πρέπει να γίνεται στο μέτρο των δυνατοτήτων του ανηλίκου και να μην ξεπερνά ένα ανώτατο όριο, ανάλογο και των ικανοτήτων του. Η αποζημίωση δηλαδή θα πρέπει να εκπληρώνεται από τον ανήλικο «κατά δύναμη» και με βάση τους πόρους του.
3.Η παροχή κοινωφελούς εργασίας
Η παροχή κοινωφελούς εργασίας είναι η χωρίς αμοιβή απασχόληση του ανηλίκου παραβάτη σε ένα έργο κοινωνικής αλληλεγγύης, όπως κηπουρικών εργασιών, εργασιών δασοπυρόσβεσης, δενδροφύτευσης, καθαρισμού ακτών, εργασιών σε νοσηλευτικά ιδρύματα, σε ιδρύματα αποκατάστασης ηλικιωμένων κ. ά. Αποτελεί δομικό μέτρο της αποκαταστατικής δικαιοσύνης, καθώς παρέχεται από τον ανήλικο στην κοινότητα ως επανόρθωση της βλάβης που της προκάλεσε με την πράξη του, όπως στην περίπτωση διακεκριμένων φθορών πραγμάτων που χρησιμεύουν για κοινό όφελος, προσβολή της δημόσιας τάξης, παρακώλυση συγκοινωνιών κ.ά. Επειδή το εν λόγω μέτρο ενέχει τιμωρητικά στοιχεία, η εφαρμογή του κατά το στάδιο της προδικασίας από τον Εισαγγελέα θα πρέπει να γίνεται με σύνεση ώστε να μην παραβιάζεται το τεκμήριο αθωότητας. Τέτοιος κίνδυνος βέβαια δεν ελλοχεύει όταν η κοινωφελής εργασία επιβάλλεται με απόφαση του δικαστηρίου, μετά την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας και εφόσον καταφαθεί ότι ο ανήλικος τέλεσε την αποδιδόμενη σε αυτόν πράξη. Ελλείψει συγκεκριμένης νομοθετικής ρύθμισης, γεννώνται δύο ζητήματα 1] αν για την επιβολή του μέτρου αυτού θα απαιτείται ή όχι η συναίνεση του ανηλίκου ή και των γονέων του και 2] ποία θα είναι η διάρκειά του και ο ανώτατος επιτρεπτός αριθμός ωρών εκτέλεσης του μέτρου σε ημερήσια και εβδομαδιαία βάση. Ως προς το πρώτο ζήτημα, κατά την εισηγητική έκθεση του ν. 3189/2003, το μέτρο, λόγω του κατ΄εξοχήν διαπαιδαγωγικού του χαρακτήρα, επιβάλλεται από το δικαστήριο ανηλίκων ανεξάρτητα από τη συναίνεση του ανηλίκου ή των γονέων του, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι όταν υπάρχει έντονη αντίδραση θα επιβληθεί το μέτρο ούτως ή άλλως. Η επικρατούσα άποψη είναι ότι η συναίνεση αυτή θα πρέπει να προϋπάρχει βάσει της απαγόρευσης οποιασδήποτε μορφής αναγκαστικής εργασίας από το Σύνταγμα [άρθρο 22 παρ.4]. Αντίλογος της άποψης αυτής είναι ότι η σωρευτική προϋπόθεση της συναίνεσης τόσο του ανηλίκου όσο και των γονέων του, θα δυσχεράνει ιδιαίτερα την επιβολή του μέτρου, ενώ επιπλέον οι συνήγοροι των ανηλίκων θα τους προτρέπουν να μην συναινούν για να τους επιβληθεί άλλο ηπιότερο, γεγονός που θα καταστήσει το μέτρο ημι-ενεργό αν όχι ανενεργό. Στην πράξη ωστόσο, το Δικαστήριο θέλει και ζητά τη συναίνεση του ανηλίκου, όχι τόσο ένεκα των παραπάνω συνταγματικών απαγορεύσεων, αλλά για λόγους καθαρά ουσιαστικούς. Αν ο ανήλικος δεν συναινέσει συνειδητά στην παροχή εκ μέρους του κοινωφελούς εργασίας, κατανοώντας την απαξία της πράξης του με αντίστοιχη θέληση αποκατάστασης της βλάβης που επέφερε, απλούστατα δεν θα την παρέχει ή θα την παρέχει πλημμελώς. Δεν είναι λίγες οι φορές που επιβάλλεται ως μέτρο η παροχή κοινωφελούς εργασίας, κατόπιν συναίνεσης του ανηλίκου και αυτός ουδέποτε εμφανίζεται στον κοινωνικό φορέα που του υπεδείχθη για την παροχή της εργασίας του. Συνεπώς, η συναίνεση, αν δεν είναι συνειδητή, δεν εγγυάται την εκτέλεση του μέτρου από τον ανήλικο. Τώρα, ως προς το ζήτημα του είδους της εργασίας, της διάρκειας αυτής και του ανώτατου επιτρεπτού ωρών εκτέλεσης σε ημερήσια και εβδομαδιαία βάση, αυτό θα πρέπει να κρίνεται βάσει της αρχής της αναλογικότητας ως προς τη βαρύτητα της πράξης, τις συνθήκες διαβίωσης του ανηλίκου και την προσωπικότητά του, λαμβανομένων υπόψη της κατάστασης της υγείας του, των δεξιοτήτων του, των σχολικών του υποχρεώσεων και της ιδιοσυγκρασίας του. Η εφαρμογή του μέτρου είναι επιτυχής όταν η κοινωφελής εργασία παρέχεται κοντά στον τόπο διαμονής του ανηλίκου, το είδος της εργασίας ανταποκρίνεται στις κλίσεις του, καθίσταται δε επωφελέστερη για τον ανήλικο όταν του παρέχει τη δυνατότητα εκμάθησης κάποιας τέχνης ή άλλης επικερδούς εργασίας. Ωστόσο, η παροχή κοινωφελούς εργασίας δεν πρέπει να ξεπερνά τις 3 ώρες ημερησίως, τις 15 ώρες εβδομαδιαίως και συνολικά τις 50 – 60 ώρες, ούτε το χρονικό διάστημα των έξι [6] μηνών. Υπέρβαση των άνω ορίων είναι δυνατή σε κακουργηματικές πράξεις ή σε κατ΄επανάληψη τέλεση αξιοποίνων πράξεων. Με την υπ΄αριθ. 108073/13 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών – Εσωτερικών – Παιδείας και Θρησκευμάτων – Υγείας –Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας – Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων [ΦΕΚ 1371/29-5-2014] καταρτίστηκε πίνακας με τις υπηρεσίες του κράτους, τους ΟΤΑ, τα Ν.Π.Δ.Δ., τα μη κερδοσκοπικά Κοινωφελή Ν.Π.Ι.Δ. και τις ΜΗ.ΚΥ.Ο., που έχουν τη δυνατότητα να δεχτούν ανηλίκους παραβάτες για παροχή κοινωφελούς εργασίας, ενώ επίσης καθορίστηκε ο τρόπος παροχής της εργασίας αυτής και προβλέφθηκε η κατάρτιση σχετικού συμφωνητικού που υπογράφεται από τον Επιμελητή που επιβλέπει την κοινωφελή εργασία του ανηλίκου και τον ανήλικο. Στο συμφωνητικό αναγράφονται λεπτομερώς οι ώρες, οι ημέρες της εβδομάδας, η διάρκεια, η έναρξη και η λήξη της παροχής κοινωφελούς εργασίας, καθώς και όλες οι υποχρεώσεις του ανηλίκου που παρέχει κοινωφελή εργασία. Στην πράξη, το εν λόγω συμφωνητικό υπογράφει και ο φορέας που αναλαμβάνει τον ανήλικο, καθώς και οι γονείς του τελευταίου. Επίσης ο φορέας ορίζει επόπτη του ανηλίκου που τηρεί αρχείο με τις παρουσίες του ανηλίκου, παρακολουθεί την τήρηση των καθηκόντων του, παρέχοντάς του καθοδήγηση και υποστήριξη και ενημερώνει σχετικά με την πρόοδο και υλοποίηση του μέτρου τον Επιμελητή του ανηλίκου. Το ζήτημα βέβαια που παραμένει σε εκκρεμότητα και δημιουργεί δυσχέρεια στην εφαρμογή του μέτρου είναι η ασφαλιστική κάλυψη του ανηλίκου σε περίπτωση ατυχήματος κατά την παροχή της εργασίας του.
ΙΙΙ. Εφαρμογή των άνω μέτρων την τελευταία πενταετία [2010 - 2015]
Παρά τον ιδιαίτερα παιδαγωγικό και αποκαταστατικό τους χαρακτήρα, τα παραπάνω τρία αναμορφωτικά μέτρα τυγχάνουν περιορισμένης εφαρμογής σε σχέση με τα υπόλοιπα, εκ των οποίων, τα περισσότερο εφαρμοζόμενα αριθμητικά, είναι κατά σειρά η επίπληξη και η ανάθεση της επιμέλειας του ανηλίκου στην Υπηρεσία Επιμελητών Ανηλίκων. Σύμφωνα με τους στατιστικούς πίνακες των αποφάσεων του Δικαστηρίου Ανηλίκων Αθηνών [Μονομελούς και Τριμελούς] κατά την άνω πενταετία, παρατηρούμε ότι:
Δικαστικό έτος 2010 – 2011
Επί συνόλου 2.628 αποφάσεων [Μονομελούς & Τριμελούς] επιβλήθηκαν:
Συνδιαλλαγή δράστη – θύματος / έκφρ. συγγνώμης : 8
Αποζημίωση θύματος : 10
Παροχή κοινωφελούς εργασίας : 2
Δικαστικό έτος 2011 – 2012
Επί συνόλου 2.093 αποφάσεων [Μονομελούς & Τριμελούς] επιβλήθηκαν:
Συνδιαλλαγή δράστη – θύματος / έκφρ. συγγνώμης : 18
Αποζημίωση θύματος : 89
Παροχή κοινωφελούς εργασίας : 10
Δικαστικό έτος 2012 – 2013
Επί συνόλου 1.732 αποφάσεων [Μονομελούς & Τριμελούς] επιβλήθηκαν:
Συνδιαλλαγή δράστη – θύματος / έκφρ. συγγνώμης : 3
Αποζημίωση θύματος : 142
Παροχή κοινωφελούς εργασίας : 11
Δικαστικό έτος 2013 – 2014
Επί συνόλου 1.184 αποφάσεων [Μονομελούς & Τριμελούς] επιβλήθηκαν:
Συνδιαλλαγή δράστη – θύματος / έκφρ. συγγνώμης : 0
Αποζημίωση θύματος : 53
Παροχή κοινωφελούς εργασίας : 10
Δικαστικό έτος 2014 – 2015
Επί συνόλου 1.344 αποφάσεων [Μονομελούς & Τριμελούς] επιβλήθηκαν:
Συνδιαλλαγή δράστη – θύματος / έκφρ. συγγνώμης : 27
Αποζημίωση θύματος : 83
Παροχή κοινωφελούς εργασίας : 16
Παρατηρούμε δηλαδή ότι η επιβολή της συνδιαλλαγής δράστη – θύματος και της κοινωφελούς εργασίας δεν ξεπερνούν καθεμία τις 10 – 20 κατά μέσο όρο ετησίως, ενώ αντίθετα η επιβολή της αποζημίωσης του θύματος έχει σταθερή άνοδο και πολύ ευρύτερη εφαρμογή σε σχέση με τα δύο άλλα μέτρα. Τα παραπάνω στατιστικά στοιχεία υποδηλώνουν ότι η έλλειψη διαδικαστικού πλαισίου εφαρμογής του μέτρου της συνδιαλλαγής δράστη – θύματος και η μόλις το έτος 2014 κατάρτιση πίνακα των φορέων που μπορούν να δέχονται ανηλίκους προς παροχή κοινωφελούς εργασίας κατά την προαναφερθείσα ΚΥΑ, η οποία έθεσε και το σχετικό πλαίσιο εφαρμογής του μέτρου, έχουν καταστήσει δυσχερή την εφαρμογή τους τόσο από το Δικαστήριο όσο και την προετοιμασία τους, ως προτεινόμενων μέτρων, από τους Επιμελητές Ανηλίκων.
Aναμορφωτικά μέτρα πρόσφορα εφαρμογής αποκαταστατικών – επανορθωτικών πρακτικών
I. Συνδιαλλαγή μεταξύ θύματος και ανήλικου δράστη για έκφραση συγγνώμης και για εν γένει εξώδικη διευθέτηση των συνεπειών της πράξης
προϋποθέσεις εφαρμογής
[ύπαρξη θύματος – ομολογία πράξης – διαμεσολαβητής]
προτάσεις για την εφαρμογή του μέτρου κατά το στάδιο μετά την προδικασία
ΙΙ. Η αποζημίωση του θύματος ή η κατ΄άλλον τρόπο άρση ή μείωση των συνεπειών της πράξης
ΙΙΙ. Η παροχή κοινωφελούς εργασίας
συναίνεση ή μη του ανηλίκου
διάρκεια του μέτρου
διαδικαστικό πλαίσιο – πίνακας φορέων αποδοχής της κοινωφελούς εργασίας του ανηλίκου [ΚΥΑ 108073/13 ΦΕΚ 1371/29-5-2014]

32423423423

Η πρακτική εφαρμογή της Αποκαταστατικής Δικαιοσύνης στο πεδίο των ενδοοικογενειακών συγκρούσεων: συνεδρίες οικογενειακών ομάδων: το παράδειγμα του Καναδά και της Νέας Ζηλανδίας – Προβληματική και Αντίλογος – Ποια η στάση της ελληνικής κοινωνίας και των Ελλήνων Δικαστικών Λειτουργών απέναντι στην πρακτική εφαρμογή των αρχών της Αποκαταστατικής Δικαιοσύνης»

Αναστασία Ξηρογιάννη,
Πρωτοδίκης Αθηνών, Τακτική Ανακρίτρια Πρωτοδικείου Αθηνών, Αναπληρώτρια Δικαστής Ανηλίκων

ΠΡΟΛΟΓΟΣ: ΟΡΙΣΜΟΣ ΕΝΔΟΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ ΒΙΑΣ – ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ
ΕΝΝΟΙΕΣ ΑΝΤΑΠΟΔΟΤΙΚΗΣ – ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ
ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗ – ΣΥΝΕΔΡΙΕΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ: ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΟΥ ΚΑΝΑΔΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΖΗΛΑΝΔΙΑΣ
ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΗ: ΕΦΑΡΜΟΣΙΜΕΣ ΣΕ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΕΝΔΟΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ ΒΙΑΣ / ΑΝΤΙΛΟΓΟΣ
ΠΟΙΑ Η ΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ
ΕΠΙΛΟΓΟΣ – ΤΕΛΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Ορισμός ενδοοικογενειακής βίας και μορφές αυτής: Η ενδοοικογενειακή βία δεν περιλαμβάνει μόνο τη σωματική κακοποίηση, αλλά τις άμεσες και έμμεσες απειλές, τη συναισθηματική και ψυχολογική βία, τη σεξουαλική κακοποίηση, την κοινωνική απομόνωση, τον οικονομικό έλεγχο και γενικότερα όλες εκείνες τις συμπεριφορές που ωθούν ένα άτομο να ζει υπό ένα διαρκή φόβο. Συνδέεται δε άρρηκτα με την καταπάτηση των κυρίαρχων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της ασφάλειας και ισότητας μέσα στην οικογένεια και τη νομική προστασία.
Όταν μιλάμε για βία μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον δεν εννοούμε μόνο τη σωματική. Το παιδί μπορεί να βιώνει τη βία μέσα στην οικογένειά του μέσα από διάφορες θέσεις: α) ως θύμα οποιασδήποτε μορφής βίας (σωματικής, λεκτικής, ψυχολογικής, σεξουαλικής) είτε ενεργητικής είτε παθητικής (παραμέληση) από τους γονείς ή από άλλα μέλη της οικογένειας, β) ως θεατής παρακολουθώντας σκηνές βίας απέναντι σε αδέρφια ή μεταξύ γονέων.
Η ψυχολογική ή συναισθηματική κακοποίηση αφορά περιπτώσεις όπου οι γονείς/ κηδεμόνες αγνοούν το παιδί τους, το θέτουν σε κίνδυνο ή το τρομοκρατούν. Συνήθως το παιδί αισθάνεται ότι δεν αξίζει την αγάπη των γονιών του, αίσθημα αποτυχίας και στρες να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις τους. Οι υπερβολικές προσδοκίες, η μη αναγνώριση των επιτυχιών του παιδιού ή ο συνεχής υποβιβασμός του αποτελούν μορφές συναισθηματικής κακοποίησης η οποία μπορεί να έχει αποτελέσματα στη ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξή του ανάλογης σοβαρότητας με αυτά της σωματικής βίας.
Η παραμέληση σχετίζεται με περιπτώσεις όπου οι γονείς συστηματικά αγνοούν τη φροντίδα του παιδιού, δηλαδή την στέρηση στέγης, φαγητού, ιατρικής περίθαλψης, καθαριότητας. Επίσης στη παραμέληση περιλαμβάνεται η αδιαφορία για την εκπαίδευση του παιδιού εκ μέρους του γονέα που αδιαφορεί να το γράψει στο σχολείο. Περιπτώσεις παραμέλησης εμφανίζονται συχνότερα σε οικογένειες με γονείς χρήστες ναρκωτικών ουσιών, χαμηλού μορφωτικού επιπέδου, με προβλήματα ψυχικής υγείας είτε μονογονεϊκές οικογένειες.
Η σωματική βία έχει να κάνει με περιστατικά όπου οι γονείς κακομεταχειρίζονται το παιδί προκαλώντας του τραύματα, πληγές και μώλωπες με διάφορους τρόπους (ξύλο, εγκαύματα κ.α.). Συνήθως πρόκειται για γονείς που είτε έζησαν παρόμοιες καταστάσεις ως παιδιά ή δε μπορούν να κατανοήσουν τα όρια της τιμωρίας και με αυτό τον τρόπο προσπαθούν να επιβληθούν στο παιδί προκειμένου να το τιμωρήσουν. Πολλές έρευνες υποστηρίζουν πως ένα μεγάλο ποσοστό των παιδιών που έπεσαν θύματα σωματικής βίας μοιραία θα ακολουθήσουν την ίδια συμπεριφορά στο μέλλον ως γονείς, γι’ αυτό και κρίνεται πολύ σημαντική η ψυχοθεραπεία ως μέσο αποφυγής τέτοιων συμπεριφορών που δημιουργούν ένα φαύλο κύκλο.
Τέλος μια ακόμα μορφή κακοποίησης εις βάρος ενός παιδιού είναι αυτή της σεξουαλικής. Είναι ένα ιδιαίτερο και λεπτό ζήτημα που δυστυχώς σύμφωνα με μελέτες έχει μεγαλύτερη διάσταση από όση βλέπουμε ή πιστεύουμε. Συνήθως τα θύματα σεξουαλικής κακοποίησης σιωπούν και δεν αναφέρουν το περιστατικό στις αρχές με αποτέλεσμα να μην μπορεί να γίνει μια πιο έγκυρη εκτίμηση των περιπτώσεων. Η σεξουαλική κακοποίηση περιλαμβάνει κάθε είδους ερωτικής φύσης δραστηριότητες στις οποίες εξαναγκάζεται το παιδί να συμμετέχει. Συνήθως ο θύτης προέρχεται από το οικογενειακό και το στενό περιβάλλον (θείοι, ξαδέρφια, συγγενείς) του παιδιού ή είναι ένα άτομο που το παιδί γνωρίζει και συμπαθεί. Ο θύτης φροντίζει να τρομοκρατεί το παιδί προκειμένου να μη μιλήσει γεμίζοντας το με αντιφατικά συναισθήματα. Ακόμα και αν επιθυμεί να καταγγείλει το γεγονός, αισθάνεται ντροπή, φόβο και ενοχές με αποτέλεσμα να παραμένει χωρίς βοήθεια.
Συνέπειες της ενδοοικογενειακής βίας ως προς τη ψυχοσύνθεση του παιδιού: Ανεξάρτητα αν το ίδιο το παιδί είναι θύμα ή θεατής της ενδοοικογενειακής βίας σίγουρα δε παραμένει ανεπηρέαστο. Η ψυχοσυναισθηματική του ανάπτυξη αναπόφευκτα επηρεάζεται αρνητικά και ειδικά αν μιλάμε για τη βρεφική και νηπιακή ηλικία είναι δυνατόν το τραύμα της βίας να επηρεάσει τη λειτουργία του εγκεφάλου, τη συμπεριφορά, τη μνήμη ή τη ρύθμιση του συναισθήματος. Μπορεί κάποιος να παρατηρήσει σημάδια στη συμπεριφορά ενός παιδιού που βιώνει στην οικογένειά του περιστατικά βίας και να τα αναγνωρίσει. Αν πρόκειται για σωματική βία σίγουρα υπάρχουν μώλωπες και τραύματα που μπορεί κανείς να εντοπίσει αλλά δυστυχώς σε ένα παιδί μπορεί να ασκείται ψυχολογική και λεκτική βία και τα «σημάδια» τους να μην είναι τόσο ορατά.
Ένα παιδί που έχει πέσει θύμα κακοποίησης παρουσιάζει συχνά αντικοινωνική συμπεριφορά, συναισθηματικές διαταραχές, χαμηλές σχολικές επιδόσεις, απόσυρση και απομόνωση από τους συνομηλίκους του, παράλογους φόβους, κοιλιακούς πόνους χωρίς ιατρική αιτία, βραδινή ενούρηση, εφιάλτες. Παράλληλα και ειδικά αν πρόκειται για περιπτώσεις παραμέλησης, το παιδί παρουσιάζεται ατημέλητο, λιποβαρές με κακή σωματική υγιεινή. Η ζωή των παιδιών αυτών διατρέχει το κίνδυνο σοβαρών ψυχολογικών διαταραχών που δύσκολα μπορούν να ξεπεραστούν στην ενήλικη ζωή.
Ενδοοικογενειακή βία – αποκαταστατική δικαιοσύνη: Όπως κατωτέρω θα αναπτυχθεί, ιδίως σε περιπτώσεις που οι ως άνω μορφές ενδοοικογενειακής βίας αποκτούν ποινική απαξία, η εφαρμογή της τυπικής ποινικής διαδικασίας αφήνει άλυτα πολλά θέματα και δεν θα ήταν υπερβολή να λέγαμε ότι κάθε άλλο παρά δικαιώνει το θύμα, το οποίο – πρωτίστως – επιζητεί αφενός μεν την συναισθηματική του «αποκατάσταση», αφετέρου την ειρήνευση και την επούλωση των πληγών του μέσω της εξομάλυνσης των ενδοοικογενειακών συγκρούσεων. Από την εμπειρία μου ως Δικαστής Ανηλίκων αλλά και ως Τακτική Ανακρίτρια, έχω διαπιστώσει ότι στις περισσότερες περιπτώσεις κρουσμάτων ενδοοικογενειακής βίας το θύμα δεν επιθυμεί την αποξένωση από το τοξικό οικογενειακό του περιβάλλον, αντιθέτως επιζητεί τρόπους να «επαναφέρει» την οικογενειακή γαλήνη μέσω της νουθετήσεως του δράστη, να πάψει να αυτοενοχοποιείται για την βία που έχει δεχθεί και – εί δυνατόν – να επιστρέψει σε μια αναμορφωμένη οικογένεια που δεν θα επαναλάβει στο μέλλον τέτοιες συμπεριφορές. Συνεπώς, σε περιπτώσεις όπου θύτης και θύμα συνδέονται με άρρηκτους συγγενικούς και οικογενειακούς δεσμούς, υπάρχει γόνιμο έδαφος να καλλιεργηθεί η ιδέα της αποκατάστασης και όχι της ανταπόδοσης, να εφαρμοστούν δηλαδή μέτρα αποκαταστατικής δικαιοσύνης που θα δράσουν θεραπευτικά σε αμφότερους δράστη και θύμα.
Στοιχεία της ανταποδοτικής και της αποκαταστατικής δικαιοσύνης: Για να κατανοήσουμε βαθύτερα την έννοια και τους στόχους της αποκαταστατικής δικαιοσύνης πρέπει πρώτα να την αντιδιαστείλουμε από τις πλέον παραδοσιακές μορφές και στόχους της δικαιοσύνης και να μελετήσουμε τα βαθύτερα αίτια αυτών των παραδοσιακών μορφών αλλά και τις διεργασίες μέσα από τις οποίες αναπτύχθηκε η έννοια της αποκατάστασης ως στόχου στο δικαιικό σύστημα διεθνώς:
Έννοια ανταποδοτικής δικαιοσύνης: Η τιμωρία δεν αποτελεί το μέσον για την επίτευξη κάποιου άλλου στόχου της ποινής αλλά τον ίδιο το στόχο της. Βάσει της καντιανής φιλοσοφικής προσέγγισης, η ανταπόδοση συγκεκριμενοποιείται μέσα από δύο αξιώματα: ότι μόνο οι εγκληματίες μπορούν να τιμωρηθούν και ότι όλοι οι εγκληματίες πρέπει να τιμωρηθούν. Η ιδέα του ‘χρέους’ που κάποιος οφείλει να πληρώσει ενσαρκώθηκε αρχικά, μέσα από το ιουδαϊκό ‘οφθαλμός αντί οφθαλμού’, το νόμο του αντιπεπονθότος ή της ταυτοπάθειας και το ρωμαϊκό lex talionis. Στο πλαίσιο αυτό, η ηθικότητα της τιμωρίας που οφείλει να υποστεί ο εγκληματίας δεν βασίζεται στο χρέος του μόνο απέναντι στο θύμα αλλά απέναντι στην ευρύτερη κοινωνία. Κατ’ αυτό τον τρόπο η αποκατάσταση της δικαιοσύνης επιδιώκεται «με την ανταπόδοση του εγκληματικού κακού με άλλο ισάξιο» και η εξιλέωση και η μετάνοια που «επέρχονται με την τιμωρία» συνδέουν τη ‘λειτουργία’ της ανταπόδοσης με την αιτία της ποινής, εφόσον ο εγκληματίας τιμωρείται «επειδή έσφαλε». Η ανταπόδοση (retribution) αναφέρεται, άρα, στο παρελθόν (δηλαδή στο κακό που προξένησε ο εγκληματίας) και ως εκ τούτου διακρίνεται από τις μεταγενέστερες τελολογικές προσεγγίσεις της αναμόρφωσης (rehabilitation) και της αποτροπής μέσα από τη γενική και ειδική πρόληψη.
Έννοια της αναμόρφωσης: Στον αντίποδα της προσέγγισης αυτής τοποθετείται η αναμόρφωση (rehabilitation) του εγκληματία ως βασική σκοπιμότητα της ποινής, η οποία αποτέλεσε την κυρίαρχη ποινική φιλοσοφία μετά το β΄παγκόσμιο πόλεμο. Εστιάζοντας στους παράγοντες που οδήγησαν τον εγκληματία στη διάπραξη του εγκλήματος, η προσέγγιση αυτή έθεσε ως στόχο την αντιμετώπιση με κοινωνικοθεραπευτικές επεμβάσεις που δεν είχαν τιμωρητικό χαρακτήρα εφόσον γίνονταν ‘για το καλό του. Η εν λόγω τάση είχε έντονα τα χαρακτηριστικά των ‘ειδικών’ και της επιστήμης που είχαν αναλάβει την αναμόρφωση των ποινικών πρακτικών, ώστε να γίνουν «πιο ανθρώπινες, πιο δίκαιες και πιο αποτελεσματικές». Συνδυασμένη με την κοινωνική επανένταξη, που χαρακτήρισε το θεραπευτικό πρότυπο της μεταπολεμικής περιόδου, έθεσε ως υποχρέωση της πολιτείας τη βελτίωση και αποκατάσταση του εγκληματία.
Διαμόρφωση της αποκαταστατικής δικαιοσύνης: Η πολιτικοποίηση του εγκληματικού προβλήματος βασίστηκε σε σημαντικό βαθμό στην αμφισβήτηση της κρατικής ικανότητας για την αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων που ήταν εντονότερη μεταξύ των πολιτών που εξέφραζαν αισθήματα ανασφάλειας και φόβου του εγκλήματος. Η επισταμένη εμπειρική διερεύνηση των άτυπων αυτών κοινωνικών αντιδράσεων οδήγησε, ωστόσο, στην κοινά αποδεκτή διαπίστωση ότι η σύνδεση φόβου και εγκλήματος είναι καταχρηστική, εφόσον ο φόβος του εγκλήματος παρουσιάζεται οξυμένος ακόμα και σε περιόδους που το έγκλημα μειώνεται. Καθίσταται, λοιπόν, προφανές ότι οι τιμωρητικές πολιτικές που υιοθετήθηκαν την τελευταία εικοσαετία στόχευαν βασικά στην αντιμετώπιση του φαινομένου της ανασφάλειας παρά στην αντιμετώπιση του εγκληματικού φαινομένου.
Ανάπτυξη της «Θυματολογίας»: Στο πλαίσιο αυτό, ο ρόλος του θύματος γίνεται ιδιαίτερα σημαντικός αλλά και αμφίσημος. Ήδη, πριν τον β’ παγκόσμιο πόλεμο, δημιουργήθηκε μια νέα επιστημονική κατεύθυνση, η Θυματολογία, η οποία περιέγραφε αρχικά «μια περιοχή μελέτης σχετικής με τη σχέση μεταξύ θύματος και δράστη» αλλά από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 και μετά μια γενικότερη προσέγγιση σχετική με το θύμα και αναφερόταν, συχνά, ως τομέας της επιστήμης της Εγκληματολογίας. Παράλληλα, αρχίζουν να δραστηριοποιούνται και οι διεθνείς οργανισμοί προς την κατεύθυνση της προστασίας των δικαιωμάτων των θυμάτων και υιοθετήθηκαν μια σειρά σημαντικά μέτρα όπως η «αποζημίωση των θυμάτων του εγκλήματος» (απόφαση (77) 27 της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης, στις 28 Σεπτεμβρίου 1977), (Αλεξιάδης, 2005, 99), η υπογραφή της διεθνούς «Σύμβασης για την αποζημίωση των θυμάτων εγκλημάτων βίας» (1983)37, (Φαρσεδάκης, χ.χ., 177), οι Συστάσεις R(85) 11 για τη «Θέση του θύματος στο πλαίσιο του ποινικού δικαίου και της ποινικής διαδικασίας», καθώς και R(87)21 για τη «βοήθεια προς τα θύματα και την πρόληψη της θυματοποίησης», του Συμβουλίου της Ευρώπης38. Η Σύσταση 11 του 1985 επισημαίνει, μάλιστα, στο εισαγωγικό της κείμενο, πως η παραδοσιακή στόχευση του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης στη σχέση κράτους-εγκληματία, «έτεινε μάλλον να αυξήσει παρά να ελαττώσει τα προβλήματα του θύματος». Έτσι, διατυπώνεται η σαφής θέση ότι «…θεμελιώδη λειτουργία της ποινικής δικαιοσύνης πρέπει να αποτελεί η ικανοποίηση των αναγκών και η προστασία των συμφερόντων του θύματος», η οποία αιτιολογείται, άλλωστε, μέσα από την ανάγκη για τόνωση της εμπιστοσύνης του θύματος στην ποινική δικαιοσύνη και αποδοτικότερη συνεργασία μαζί της. Υπογραμμίζεται, τέλος, ότι τα προτεινόμενα μέτρα δεν συγκρούονται με «άλλους στόχους του ποινικού δικαίου… όπως είναι η ενίσχυση των κοινωνικών τύπων και η επανένταξη των εγκληματιών» αλλά μπορεί να βοηθούν και σε ενδεχόμενο συμβιβασμό μεταξύ δράστη και θύματος Και ο ΟΗΕ επέδειξε έμπρακτα το ενδιαφέρον του για τα θύματα, μέσα από τη «Διακήρυξη βασικών Αρχών Δικαιοσύνης για τα θύματα του εγκλήματος και της κατάχρησης εξουσίας», η οποία διατυπώθηκε από το 7ο Συνέδριό του, στο Μιλάνο, το 1985, καθώς και η δημοσίευση των «Βασικών Αρχών και Κατευθύνσεων που πρέπει να διέπουν την αποκατάσταση και αποζημίωση των θυμάτων παραβίασης του διεθνούς δικαίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου», από την Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Οικονομικού και Κοινωνικού Συμβουλίου των Η.Ε., το 2000 40. Το πνεύμα της συμπαράστασης στα θύματα και πρόληψης της μελλοντικής θυματοποίησης ενυπάρχει, άλλωστε, και σε μια σειρά από άλλα διεθνή κείμενα, όπως και στη Διακήρυξη των κρατών-μελών του ΟΗΕ της 25-4-200541. Πολλές εθνικές νομοθεσίες έχουν λάβει σειρά μέτρων προστασίας και αποζημίωσης των θυμάτων εγκληματικότητας και ιδιαίτερα βίαιης. Αρκετά από αυτά αποσκοπούν στην ενίσχυση της κοινωνικής αλληλεγγύης και στην άμβλυνση της έντασης μεταξύ δράστη και θύματος, μέσα και από την προώθηση της διαμεσολάβησης. Έχει διατυπωθεί, μάλιστα, η άποψη πως αμβλύνονται τα όποια ανταποδοτικά συναισθήματα των θυμάτων, εφόσον «η ανταπόδοση είναι αποτέλεσμα της απογοήτευσης από τη σωφρονιστική-αναμορφωτική και γενικοπροληπτική πολιτική». Τα μέτρα αυτά προβλέπουν, εκτός από τις περιπτώσεις αποζημίωσης, και άλλες μορφές συμπαράστασης στο θύμα και εντάσσονται στη γενικότερη κατεύθυνση της αποκαταστατικής δικαιοσύνης (restorative justice, justice restaurative). Στο πλαίσιο αυτό επιδιώκεται η επίλυση του «βασικού κοινωνικού προβλήματος» του εγκλήματος και των αποδιοργανωτικών συνεπειών του στο δεδομένο κοινωνικό σύνολο46 (Αλεξιάδης, 2007, 992). Οι υποστηρικτές της αποκαταστατικής (ή επανορθωτικής) δικαιοσύνης πιστεύουν ότι «έχει τη δυνατότητα να φθάσει σε ένα σύστημα πιο δίκαιο για το θύμα, πιο καθησυχαστικό για την κοινότητα και πιο ευνοϊκό για τον παραβάτη», (Μαγγανάς, 2000, 555). Το σύστημα αυτό θεωρείται ότι παρουσιάζει περισσότερα πλεονεκτήματα από το τιμωρητικό/ανταποδοτικό σύστημα, το οποίο στηρίζεται στην αντιπαράθεση δράστη-θύματος, και από το ποινικό-προνοιακό σύστημα, το οποίο «παραμελεί» το θύμα (Το ίδιο). Οι διαδικασίες της επανορθωτικής δικαιοσύνης και, κυρίως, η ποινική διαμεσολάβηση εκλαμβάνονται, άλλωστε, και ως «τρίτη οδός ανάμεσα στην κατασταλτική και την αναμορφωτική δικαιοσύνη» (Τσήτσουρα, 2001, 725). Ο αποδιδόμενος στην αποκαταστατική δικαιοσύνη στόχος είναι η επίτευξη κοινωνικής ειρήνης και για το λόγο αυτό αποκαλείται και «Ειρηνοποιός Εγκληματολογία». Έντονος προβληματισμός διατυπώνεται, ωστόσο, ακόμα και από τους υπέρμαχους του κινήματος προστασίας των θυμάτων, σχετικά με τα όρια των δικαιωμάτων των θυμάτων. Ενδεικτική είναι η επισήμανση αναφορικά με «την ανάγκη ανάπτυξης δεοντολογίας στο πλαίσιο της Θυματολογίας, έτσι ώστε «η μελέτη του θύματος και η αντίδραση στη θυματοποίηση να είναι όσο το δυνατό περισσότερο αντικειμενικές» και να μην οδηγούν σε «ανταποδοτικές στάσεις ως προς τον δράστη αλλά μάλλον να επιζητείται, με τη συμβολή των δύο μερών, η καλύτερη λύση στο πρόβλημα που δημιουργήθηκε». Η επιζητούμενη, στο πλαίσιο της ποινικής δικαιοσύνης, ισορροπία μεταξύ δράστη θύματος δεν επιτυγχάνεται εύκολα στην πράξη. Αντίθετα, τις τελευταίες δύο δεκαετίες το θύμα διαδραματίζει, σε επικοινωνιακό επίπεδο, κεντρικό ρόλο στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης και «κινητήρια δύναμη των ποινικών πολιτικών». Είναι ενδεικτικό ότι στην Αμερική πολλοί νόμοι που ψηφίστηκαν πήραν τα ονόματα θυμάτων, όπως Megan’s law, Jenna’s law, the Brady bill κ.λπ.. Η εμπειρία του θύματος δεν είναι πλέον «ατομική και άτυπη» αλλά «κοινή και συλλογική» και ένα νέο συλλογικό νόημα αποδίδεται στην ιδιότητα/κατάσταση του θύματος (victimhood), μια νέα ‘ταυτότητα’ αποδίδεται σε μια μερίδα πολιτών, η οποία κάθε άλλο παρά ομοιογενής είναι. Επιπρόσθετα, η ‘κατάσταση’ αυτή πολιτικοποιήθηκε πολύ εύκολα, εφόσον το θύμα είναι η αδύναμη πλευρά και ουδείς θα μπορούσε να της αρνηθεί τη βοήθεια και συμπαράστασή του. Προκειμένου να αιτιολογηθούν οι «θυματοκεντρικές»μεταρρυθμίσεις γίνεται επίκληση της έννοιας της ισορροπίας. Η έννοια αυτή εκφραζόμενη μέσα από τον αγγλικό όρο balance, που σημαίνει και ζυγαριά, ορθά θεωρείται ότι παραπέμπει, μέσα από ένα σχήμα λόγου, σε μια απλουστευτική προσέγγιση του ζητήματος, η οποία δεν αρμόζει για την εξέταση του θέματος. Οι θυματοκεντρικές πολιτικές συνδέονται με μια γενικότερη στροφή της αντεγκληματικής πολιτικής προς την ‘κοινότητα’, η οποία είχε μεν ξεκινήσει ήδη από το 1960 από τον αγγλοσαξονικό χώρο αλλά στις μέρες μας έχει λάβει μεγάλες διαστάσεις. Η συμμετοχική αντεγκληματική πολιτική αναπτύχθηκε και στην υπόλοιπη Ευρώπη κατά τη δεκαετία του 1980, συνδυάζοντας την αποκέντρωση των κρατικών αρμοδιοτήτων και τη συνεργασία με τοπικούς/κοινοτικούς ή και ιδιωτικούς φορείς, στη βάση της διεταιρικότητας που αποσκοπεί στην ‘υπευθυνοποίηση’ των κοινωνικών εταίρων (Ζαραφωνίτου, 2003, Παπαθεοδώρου, 2005). Στη βάση αυτή αναπτύσσονται στον αγγλοσαξονικό χώρο, οι σύγχρονες τάσεις της Εγκληματολογίας «της καθημερινής ζωής». Δίνοντας έμφαση στις περιστάσεις και ευκαιρίες, η τάση αυτή ενισχύει ιδιαίτερα την περιστασιακή πρόληψη και την αποτροπή της εγκληματικότητας μέσα από την αυστηροποίηση των ποινικών κυρώσεων. Στόχος ήταν βασικά η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης του κοινού απέναντι στην ποινική δικαιοσύνη και η αναζήτηση του πληγέντος γοήτρου του ‘ισχυρού κράτους’. Είναι ενδεικτικά και όσα αναφέρονται για την εξέλιξη της ‘κοινοτικής πρόληψης’ από τον T.Hope, σύμφωνα με τον οποίο η βασισμένη στην αστεακή ανάπτυξη πρόληψη είχε ως αφετηρία κατά το πρώτο μισό του 20ου αιώνα, την ‘κοινωνική αποδιοργάνωση’, μεταπολεμικά εστιάστηκε στα ‘κοινωνικά προβλήματα’ και από το 1980 και μετά επικεντρώνεται στο πλαίσιο της ‘τρομοκρατημένης πόλης’. Στο πλαίσιο αυτό διαπιστώνεται, διεθνώς, η αύξηση του σωφρονιστικού πληθυσμού, η ένταση της αστυνόμευσης, ως συνέπεια και της αύξησης των ιδιωτικών υπηρεσιών φρούρησης, και η επέκταση των τεχνικών και ηλεκτρονικών μέτρων επιτήρησης. Τα τελευταία 20-30 χρόνια διαπιστώνεται, γενικά, η ύπαρξη μιας έντονης τιμωρητικότητας τόσο στις κοινωνικές στάσεις όσο και στο θεσμικό πλαίσιο των δυτικών χωρών αναφορικά με το έγκλημα και την αντιμετώπισή του. Η αυστηροποίηση των ποινικών κυρώσεων, μέσα και από την κατά πολύ αυξημένη προσφυγή στις στερητικές της ελευθερίας ποινές, είναι ενδεικτική της μιας όψης του φαινομένου. Η επέκταση του κοινωνικού ελέγχου και της επιτήρησης των σύγχρονων μορφών ‘αταξίας’ και ‘αντικοινωνικότητας’ μέσα και από προληπτικές πολιτικές αποτελεί μία ακόμη όψη του με πολυδιάστατη σημασία και συνέπειες, εφόσον έχει ως αποδέκτες το γενικότερο κοινωνικό σύνολο και όχι μόνο όσους εμπλέκονται στην εγκληματικότητα. Ο συνδετικός κρίκος της τιμωρητικής αυτής τάσης, ως στοιχείου τόσο των κοινωνικών στάσεων όσο και της επίσημης αντεγκληματικής πολιτικής τοποθετείται στην διάχυτη ανασφάλεια, όπως αυτή οριοθετείται απέναντι στο έγκλημα και στο ενδεχόμενο θυματοποίησης, αν και είναι επιστημονικά διαπιστωμένη η συσχέτισή της με γενικότερες μορφές αποστέρησης. Με δεδομένη την εξασθένιση του κοινωνικού χαρακτήρα του σύγχρονου κράτους, τα γενικότερα ανικανοποίητα που απορρέουν από το βαθμό ένταξης στις κοινωνικές παροχές και το ρυθμιστικό ρόλο του κράτους, η αντιμετώπιση κοινωνικών προβλημάτων μετατίθεται πολύ συχνά στο ποινικό πεδίο και στην ενεργοποίηση πολιτικών κατασταλτικού χαρακτήρα, προβαλλόμενων ως ‘άμεσων απαντήσεων’ στο αίτημα για περισσότερη ασφάλεια.
Έννοια και περιεχόμενο της αποκαταστατικής δικαιοσύνης: Κοινά αποδεκτός ορισμός της αποκαταστατικής δικαιοσύνης δεν υπάρχει. Το περιεχόμενό της είναι ευρύτατο και περιλαμβάνει από την «πολιτική της ποινικής δικαιοσύνης έως την πολιτική για τη ρύθμιση της ευημερίας των παιδιών, σχολείων, εταιριών, αστικών υποθέσεων και των αυταρχικών καθεστώτων που καταπατούν τα ανθρώπινα δικαιώματα».
Απόπειρες ορισμών έχουν γίνει πολλές (Marshall 1999, Paul McCord 1996, United Nations 1999). Άλλοι ορισμοί τονίζουν την έννοια της διαδικασίας (process) κατά την οποία όλες οι πλευρές που σχετίζονται με ένα συγκεκριμένο έγκλημα συγκεντρώνονται με στόχο να αντιμετωπίσουν συλλογικά τις συνέπειες της πράξης και τις επιπλοκές στο μέλλον (Paul Mc Cord). Άλλοι τονίζουν τις «αξίες» της αποκαταστατικής δικαιοσύνης, όπως η λογοδοσία των θυτών στα θύματα, η αποκατάσταση της ζημίας ή βλάβης, η επανένταξη των δραστών στην κοινότητα, ο σεβασμός στο διάλογο κ.α. Σημαντική –εννοιολογική και λειτουργική – είναι η διάκριση της αποκαταστατικής δικαιοσύνης σε ουσιαστική και δικονομική από τον Αλεξιάδη . Η μόνη συμφωνία που υπάρχει στη βιβλιογραφία σήμερα είναι ότι δεν υπάρχει συμφωνία για το τι είναι αποκαταστατική δικαιοσύνη. Πρόκειται για μια «έννοια –ομπρέλα» που περιλαμβάνει ποικιλία πρακτικών, όπως διαμεσολάβηση, συνεδρίες σε κύκλους ή/και στο πλαίσιο των τοπικών κοινωνιών, χωρίς έναν καθολικά αποδεκτό ορισμό.
Ωστόσο, για αναλυτικούς λόγους επισημαίνουμε τα κοινά στοιχεία των ορισμών που έχουν έως σήμερα διατυπωθεί:
α. η αποκαταστατική δικαιοσύνη στοχεύει στη συμπλήρωση, την αλλαγή ή/και τον μετασχηματισμό του κυρίαρχου συστήματος της ποινικής δικαιοσύνης.
β. η αποκαταστατική δικαιοσύνη αντιμετωπίζει το έγκλημα όχι ως μια αφηρημένη και θεωρητική έννοια, ως πράξη κατά του κράτους, αλλά ως βλάβη και παραβίαση των διαπροσωπικών σχέσεων.
γ. Άρα, η δικαιοσύνη οφείλει και πρέπει να είναι επανορθωτική ή αποκαταστατική, με στόχο την επανόρθωση της ζημίας ή του κακού που έχει προκληθεί από το δράστη στα θύματα.
δ. Η αποκαταστατική δικαιοσύνη είναι μια ειδική μέθοδος χειρισμού του εγκλήματος που φέρνει κοντά ή μαζί το δράστη, το/ τα θύματά του, τις οικογένειές τους και τους φίλους τους για να συζητήσουν τις επιπτώσεις του γεγονότος και τα βήματα που πρέπει να γίνουν για να αποκατασταθεί το κακό ή η βλάβη που προξένησε ο δράστης.
Γενικές αρχές της αποκαταστατικής δικαιοσύνης είναι η αποκατάσταση των θυμάτων και των κοινοτήτων, η προώθηση των επανένταξης των δραστών, καθώς και η αποκατάσταση των σχέσεων μεταξύ δράστη, θύματος και τοπικών κοινωνιών. Συγκριτικά δε με τις «κλασικές» μορφές απονομής δικαιοσύνης, η αποκαταστατική δικαιοσύνη –σύμφωνα με τους υποστηρικτές της- φαίνεται να έχει περισσότερο «δημοκρατικό», πλουραλιστικό και καινοτόμο χαρακτήρα, επειδή τα ενδιαφερόμενα μέρη αξιολογούν και συν-αποφασίζουν το αποτέλεσμα, έχουν δυνατότητα επιλογής του αποτελέσματος ή των ποινών, και επειδή τελικά- συμβάλλει στην εμπέδωση του αισθήματος δικαίου στην κοινότητα.
Στόχοι της αποκαταστατικής δικαιοσύνης: 1. Να ενθαρρύνει και να διευκολύνει την κατάλληλη επανόρθωση από τους δράστες της βλάβης που προκάλεσαν στα θύματα, 2. Να οδηγήσει τους δράστες στη συνειδητοποίηση των συνεπειών και του αντικτύπου των εγκλημάτων τους στα θύματα και 3. Να επιτύχει τη συμφιλίωση μεταξύ θυμάτων και δραστών, όταν αυτό είναι δυνατόν, και σε κάθε περίπτωση να επανεντάξει τόσο τα θύματα όσο και τους δράστες μέσα στην ευρύτερη κοινότητα. Την εκπλήρωση των παραπάνω σκοπών της η αποκαταστατική δικαιοσύνη υλοποιεί με τις αποκαταστατικές διαδικασίες, οι οποίες έχουν συνήθως τη μορφή συνεδριών και αποσκοπούν στη σύναψη συμφωνιών που αφορούν προγράμματα ή μέτρα αποζημίωσης, επανόρθωσης της βλάβης, υπηρεσίας στην κοινότητα (κοινωφελούς εργασίας) κ.α.
Έκφανση πρακτικής εφαρμογής της αποκαταστατικής δικαιοσύνης – Συνεδρίες οικογενειακών ομάδων: Μία από τις πλέον ενδιαφέρουσες και αντιπροσωπευτικές πρακτικές μορφές αποκαταστατικής δικαιοσύνης είναι και αυτή των συνεδριών οικογενειακών ομάδων, πρακτική η οποία χρησιμοποιείται ευρέως σε δύο περιοχές του κόσμου, τη Νέα Ζηλανδία και τη Νότια Αυστραλία. Θεσμοθετήθηκαν για πρώτη φορά στη Νέα Ζηλανδία το 1989 με τον νόμο «Τα παιδιά, τα Νεαρά Πρόσωπα και οι Οικογένειές τους», προκειμένου να αντιμετωπισθούν όλα τα μέσης βαρύτητας αλλά και τα σοβαρά ποινικά αδικήματα που τελούνται από ανήλικους δράστες. Αποτέλεσαν, δε, ένα ριζικά νέο σύνολο πρακτικών, το οποίο, όμως, ενσωμάτωνε παλαιές παραδόσεις των αυτοχθόνων (Μαορί) για την επίλυση των διαφορών σε περιπτώσεις νεαρών δραστών αδίκων πράξεων και έτεινε στην αποφυγή της αίθουσας του ποινικού δικαστηρίου και του στιγματισμού του ποινικού μηχανισμού. Οι συνεδρίες οικογενειακών ομάδων μετεμφυτεύθηκαν από τη Νέα Ζηλανδία στη Νότια Αυστραλία και από εκεί στις περισσότερες Πολιτείες της Αμερικής και στον Καναδά, όπως επίσης και στην Ευρώπη.
Γενική ιδέα και στόχοι: η γενική ιδέα είναι ότι ο δράστης που έχει κάνει την παραδοχή της πράξης του, οι υποστηρικτές του, το θύμα καθώς και μέλη των οικογενειών τους, πρόσωπα του περιβάλλοντός τους ή ακόμη και εκπρόσωποι των φορέων του συστήματος απονομής της ποινικής δικαιοσύνης, όπως αστυνομικοί, συγκεντρώνονται για να συζητήσουν για το ποινικό αδίκημα και τον αντίκτυπό του. Οι συμμετέχοντες στη συνεδρία συζητούν, προκειμένου να προτείνουν ένα «σχέδιο δράσης» για την αντιμετώπιση του συγκεκριμένου ποινικού αδικήματος και των συνεπειών του, το οποίο μπορεί να προβλέπει την απολογία του δράστη, την οικονομική επανόρθωση της ζημίας του θύματος ή την εργασία υπέρ αυτού ή της κοινότητας, μια απαγόρευση ή την ανάληψη μιας δέσμευσης για τη μελλοντική συμπεριφορά του δράστη κ.α. Εάν το σχέδιο δράσης δεν τηρηθεί, πράγμα σπάνιο, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει τις συμβατικές ποινικές κυρώσεις.
Αντίλογος έναντι του αποκαταστατικού χαρακτήρα της δικαιοσύνης και ειδικότερα έναντι των συνεδριών οικογενειακών ομάδων: 1. Ευτελισμός του εγκλήματος και επανιδιωτικοποίηση της ενδοοικογενειακής βίας: οι εγκληματίες ή οι εν δυνάμει εγκληματίες λαμβάνουν λανθασμένο μήνυμα για τη βαρύτητα των πράξεών τους, ενώ η βία μέσα στην οικογένεια επανιδιωτικοποιείται , τη στιγμή που χρειάστηκαν δεκαετίες φεμινιστικού ακτιβισμού για να την κάνουν δημόσιο θέμα, 2. Η αποτυχία αναγνώρισης της ευθύνης του δράστη: αντιθέτως: οι βαθιά ριζωμένοι τρόποι κακοποίησης που υιοθετούν οι διωκόμενοι ποινικά δράστες δεν μπορούν να αντιμετωπισθούν από το σύστημα απονομής της ποινικής δικαιοσύνης. Η αποκαταστατική δικαιοσύνη, όμως, είναι σε θέση να προσφέρει τους τρόπους με τους οποίους θα έρθουν αυτοί αντιμέτωποι με τους παράγοντες που υποκρύπτονται στη συμπεριφορά τους, καθώς και με τις συνέπειές της στο θύμα. Προσδοκάται, ειδικότερα, ότι οι τεχνικές που χρησιμοποιεί ο δράστης για να εξουδετερώσει την ευθύνη του θα τεθούν υπό αμφισβήτηση από αυτόν τον ίδιο, με αποτέλεσμα να προβεί σε αναγνώριση της ευθύνης του αυτής. Η δε βαθιά μεταμέλεια και απολογία του – έννοιες κλειδιά στην αποκαταστατική προσέγγιση – θα διαρρήξουν τον κύκλο της κακοποίησης, 3. Η αναπαραγωγή της ανισορροπίας της εξουσίας: πολλές μορφές παιδικής γενετήσιας κακοποίησης σχετίζονται με την άσκηση εξουσίας και ελέγχου, ενώ η άσκηση αυτή είναι ιδιαιτέρως εμφανής στις οικογενειακές σχέσεις εν όψει της δομικής ανισότητας που τις χαρακτηρίζει σε μια πατριαρχική κοινωνία. Η ανισορροπία αυτή της εξουσίας μεταξύ θύματος-δράστη, μπορεί να ενισχυθεί και να αναπαραχθεί, όταν αυτοί έρθουν σε επαφή πρόσωπο με πρόσωπο, ιδιαιτέρως όταν το θύμα είναι παιδί και έχει κακοποιηθεί σεξουαλικά από ενήλικο άτομο. Το πρόβλημα αυτό συνδέεται και με την άσκηση πίεσης από τον δράστη στο θύμα, ώστε να μην είναι σε θέση αυτό να διεκδικήσει τα δικαιώματά του. Για τον λόγο αυτόν εμφανίζονται περιπτώσεις θυμάτων που προτιμούν να εκπροσωπηθούν από το κράτος για την καλύτερη υποστήριξη των συμφερόντων τους. Αντιθέτως: στο φόρουμ της αποκαταστατικής διαδικασίας, το θύμα μπορεί να εξηγήσει με σαφήνεια στον δράστη τις συνέπειες της κακοποίησης, ενώ οι φίλοι και τα μέλη της οικογένειάς του μπορούν να βοηθήσουν στη μείωση του συναισθήματος απομόνωσης που αυτό βιώνει, παρέχοντάς του μια υποστηρικτική βάση, ώστε να ακουστεί η φωνή του. Από την άλλη, και ο ίδιος ο δράστης μπορεί να εξηγήσει τη συμπεριφορά του προς το θύμα, ενώ ταυτοχρόνως τα αισθήματα μετάνοιας και αιδούς που αυτός βιώνει μπορούν να έχουν θεραπευτικό και αποκαταστατικό αποτέλεσμα και για το ίδιο το θύμα. 4. Ο κίνδυνος συντήρησης της κακοποίησης και επαναθυματοποίησης του παιδιού: Οι αποκαταστατικές συνεδρίες κατηγορούνται ότι είναι πιθανόν να συντηρούν την παραμονή των θυμάτων σε καταστάσεις κακοποίησης και να προκαλούν την επαναθυματοποίησή τους, εξαιτίας του άτυπου και συμφιλιωτικού τους χαρακτήρα. Όσοι υπερασπίζονται τις διαδικασίες, ωστόσο, υποστηρίζουν ότι κάθε φορά που τα θύματα ακολουθούν τη συμβατική οδό, δεν είναι αυτονόητο ότι επιθυμούν να διαλύσουν την προϋπάρχουσα σχέση τους με το δράστη ή να μην έλθουν σε επαφή μαζί του. Παρατηρούνται, για παράδειγμα, πολλές περιπτώσεις παιδιών, τα οποία, παρότι έχουν κακοποιηθεί από τους γονείς τους, επιθυμούν για μια σειρά από λόγους να παραμείνουν στο σπίτι ή να επιστρέψουν σε αυτό. Εάν, συνεπώς, η επανασύνδεση και η συνέχιση της σχέσης με το δράστη είναι ακόμη επιθυμητή, η αποκαταστατική συνεδρία, ακολουθούμενη σε ένα πρώιμο στάδιο της κακοποίησης του παιδιού, μπορεί να δημιουργήσει τις ευκαιρίες. Επιπλέον, η αποκαταστατική διευθέτηση της διαφοράς μπορεί να οδηγήσει σε αποφυγή της επαναθυματοποίησης και του τραυματισμού των παιδιών-θυμάτων γενετήσιας κακοποίησης που λαμβάνουν χώρα κατά τη συμβατική δικαστική διαδικασία, εφόσον η αίθουσα του δικαστηρίου δεν παύει να είναι ένα περιβάλλον που επιδρά εκφοβιστικά στους ανηλίκους και τους εφήβους. Η υπερασπιστική των αποκαταστατικών διαδικασιών άποψη ισχυρίζεται περαιτέρω, ότι η αποκαταστατική δικαιοσύνη μπορεί ακόμη να αυξάνει την ασφάλεια των παιδιών, ιδιαιτέρως όταν οι κοινότητες που ενσωματώνουν τις αποκαταστατικές αξίες διατηρούν δίκτυα υποστήριξης και ελέγχου, όπου είναι απαραίτητο. Κατά τον τρόπο αυτόν, μπορούν να παρεμποδίζουν τις εν λόγω συμπεριφορές, πράγμα που δεν μπορούν να επιτύχουν οι παρεμβάσεις του συμβατικού συστήματος ποινικής δικαιοσύνης, εάν ο εγκληματίας δεν υποπέσει στην αντίληψή του.
TΕΛΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ:
Κατά πόσο είναι έτοιμη η ελληνική κοινωνία και οι Έλληνες δικαστικοί λειτουργοί για την λήψη μέτρων και την εφαρμογή αποκαταστατικής δικαιοσύνης: Σύμφωνα με την Αρτινοπούλου, ένας βασικός παράγοντας δυσπιστίας της κοινής γνώμης απέναντι στην αποκαταστατική δικαιοσύνη σχετίζεται με την ίδια τη φύση και τα χαρακτηριστικά της έννοιας της αποκατάστασης: Η προσέγγιση της αποκαταστατικής δικαιοσύνη αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στα συναισθήματα του δράστη (ντροπή, μεταμέλεια, μετάνοια), του θύματος (θυμός, πικρία, μεγαθυμία) και της τοπικής κοινωνίας (συγχώρεση, δυνατότητα επικοινωνίας και επιλογής της τιμωρίας). Οι δυναμικές διεργασίες που διαμορφώνονται στο μικρο-επίπεδο των συνεδριών της διαμεσολάβησης και των κοινοτικών συνεδριών άρχισαν να γίνονται αντικείμενο μελέτης και από συναφείς επιστήμες, όπως η κοινωνική ψυχολογία, η γνωστική και η κλινική ψυχολογία. Η αποκαταστατική δικαιοσύνη προκαλεί ευρύτερο ενδιαφέρον ως αντικείμενο μελέτης και έρευνας σε όλο σχεδόν το φάσμα των κοινωνικών επιστημών. Ωστόσο δεν παρατηρείται αυξημένο επίπεδο ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης του γενικού πληθυσμού στις αξίες, τους στόχους και τις πρακτικές της αποκαταστατικής δικαιοσύνης. Η μυστικότητα διεξαγωγής των διαδικασιών διαμεσολάβησης, συμφιλίωσης, κοινοτικής συνεδρίας, η μη δημοσιοποίηση της ταυτότητας του δράστη, η έλλειψη πρόσβασης στα μέσα μαζικής επικοινωνίας από τους επαγγελματίες της αποκαταστατικής δικαιοσύνης και εν τέλει η διαφοροποίηση αυτής της μορφής δικαιοσύνης από την εικόνα που προβάλλουν τα ΜΜΕ για το έγκλημα και τον εγκληματία, φαίνεται να αποτελούν μερικούς από τους λόγους που συμβάλλουν στην περιορισμένη προβολή της αποκαταστατικής δικαιοσύνης. Αντίθετα με τις παραδοσιακές μορφές επικοινωνίας (π.χ. έντυπες εφημερίδες, τηλεόραση) οι οποίες δεν προβάλλουν τα σχετικά με την αποκαταστατική δικαιοσύνη ζητήματα, το internet και οι διαδικτυακές συζητήσεις (blogs) παρέχουν άπλετο χώρο επικοινωνίας για κάθε ενδιαφερόμενο. Αποτελούν δε τα κύρια μέσα επικοινωνίας και δημοσιοποίησης των προγραμμάτων, των ακαδημαϊκών σπουδών, των επαγγελματιών κ.α. Η αναγκαιότητα πληροφόρησης και ευαισθητοποίησης τόσο σε γενικές όσο και σε ειδικές κατηγορίες πληθυσμού και επαγγελματιών αναγνωρίζεται σε υπερεθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο και αποτελεί κύριο στόχο των συλλογικών φορέων και οργανώσεων για την αποκαταστατική δικαιοσύνη.
Η στάση των Ελλήνων Δικαστικών Λειτουργών ως προς την αποκαταστατική δικαιοσύνη: Ενδιαφέρον παρουσιάζει μια έρευνα που διεξήχθη σχετικά με τη στάση των δικαστικών λειτουργών της Αθήνας και του Πειραιά όσον αφορά την αποκαταστατική δικαιοσύνη και τις πρακτικές εφαρμογές της, πιο συγκεκριμένα την ποινική διαμεσολάβηση σε περιπτώσεις παραβατικότητας ανηλίκων και ενδοοικογενειακών διαφορών, όπως υλοποιούνται στη χώρα. Η έρευνα εστιάζεται στη μελέτη των στάσεων των Ελλήνων δικαστών και εισαγγελέων που υπηρετούν στα δικαστήρια Αθηνών και Πειραιώς απέναντι στις προαναφερθείσες αλλαγές. Από το σύνολο του πληθυσμού των δικαστών και εισαγγελέων που υπηρετούσαν στα δικαστήρια Αθηνών και Πειραιώς το 2014, ήτοι 2.831 (2.431 δικαστές και 400 εισαγγελείς), εκ των οποίων οι 1.279 (που αντιστοιχεί στο 45% του συνολικού πληθυσμού) υπηρετούν στα δικαστήρια Αθηνών και Πειραιώς ( 1.026 δικαστές και 253 εισαγγελείς), επιλέχθηκε ένα δείγμα 180 ατόμων το οποίο αντιπροσωπεύει το 6% του συνόλου των δικαστών και εισαγγελέων και ταυτόχρονα το 14% του πλήθους που έχουν ως έδρα τους την Αθήνα και τον Πειραιά. Τελικά από τα 180 απεσταλμένα ερωτηματολόγια συγκεντρώθηκαν 102 άρτια συμπληρωμένα ερωτηματολόγια, αριθμός που αντιστοιχεί στο 8% του πληθυσμού που υπηρετεί σε Αθήνα και Πειραιά και στο 4% επί του συνόλου των δικαστικών λειτουργών πανελλαδικά.
Συμπεράσματα: 1. Οι δικαστικοί λειτουργοί οι οποίοι θεωρούν ότι ο σκοπός της ποινής είναι η επιβολή στο δράστη της κατάλληλης τιμωρίας, εμφανίζονται θετικοί απέναντι στην αποκαταστατική δικαιοσύνη και την εισαγωγή της ως μέρος του ποινικού συστήματος. Παρότι θα ήταν αναμενόμενο ίσως να συμβαίνει το αντίθετο, δεν προκύπτει κάτι τέτοιο από τα αποτελέσματα της έρευνας. Η στάση τους, αν και είναι δύσκολο να ερμηνευτεί, θα μπορούσε να αποδοθεί στην πιθανότητα να μην έχουν κατανοήσει επακριβώς τι αφορά η αποκαταστατική δικαιοσύνη, ποιες είναι οι αρχές που τη διέπουν και οι διαδικασίες που εφαρμόζονται στο πλαίσιο της, δεδομένου ότι εφόσον επικεντρώνονται στην επιβολή της ποινής ως απάντησης στο έγκλημα, φαίνεται, κατά συνέπεια, ότι αποδίδουν λιγότερη βαρύτητα στην ενεργό συμμετοχή του θύματος και των μελών της κοινότητας, για να αναφερθούν μόνο κάποια από τα συστατικά στοιχεία της επανορθωτικής δικαιοσύνης. Στον αντίποδα, δεν μπορεί να παραβλεφθεί και το ενδεχόμενο να γνωρίζουν καλά οι δικαστικοί λειτουργοί που συμμετείχαν στην έρευνα ότι η αποκαταστατική δικαιοσύνη αναπόφευκτα εμπεριέχει και τιμωρητικά στοιχεία, υπό την έννοια ότι οι αποκαταστατικές διαδικασίες μπορεί να καταλήξουν και σε ποινές στερητικές της ελευθερίας, συνεπώς δεν πρόκειται για μια πρακτική που απέχει πολύ από τις επαγγελματικές τους πεποιθήσεις.
2. Η μακρόχρονη επαγγελματική εμπειρία έχει αρνητική επίδραση στην αποδοχή της αποκαταστατικής δικαιοσύνης από τους δικαστικούς λειτουργούς. Οι δικαστές και εισαγγελείς που υπηρετούν στα ελληνικά δικαστήρια για πολλά έτη είναι περισσότερο επιφυλακτικοί στις νέες πρακτικές, τις οποίες χαρακτηρίζουν ως αναξιόπιστες, προβληματικές και ανεπαρκείς, επειδή θεωρούν ότι μέσω αυτών, οι δράστες μένουν τελικά ατιμώρητοι. Η στάση τους αυτή, όπως καταδεικνύεται και από άλλες έρευνες, μπορεί να αποδοθεί στην επαγγελματική τους ιδεολογία και την εξοικείωση τους με τη τυπική νομική διαδικασία. Η πολύχρονη επαγγελματική εμπειρία λειτουργεί ανασταλτικά ως προς την αποδοχή της αποκαταστατικής δικαιοσύνης, καθώς σταδιακά, με την πάροδο των ετών, οι δικαστικοί λειτουργοί καθίστανται λιγότερο ευέλικτοι και λιγότερο δεκτικοί σε νέες εναλλακτικές, συγκριτικά με νεότερους συναδέλφους τους. Επιπροσθέτως, η ικανότητα αφομοίωσης νέων εναλλακτικών περιπλέκεται από την παγίωση μιας συγκεκριμένης επαγγελματικής ταυτότητας όπου υπερισχύουν οι στάσεις που ανταποκρίνονται στην κλασική ιδεολογία του ποινικού δικαίου, υπό την έννοια της αντιμετώπισης των παραβατικών πράξεων αποκλειστικά μέσω της επιβολής ποινικών κυρώσεων. Η επίδραση που φαίνεται να έχει η πολυετής επαγγελματική εμπειρία στις στάσεις των δικαστικών λειτουργών απέναντι στην αποκαταστατική δικαιοσύνη, μπορεί ακόμη να αποδοθεί και σε ενδεχόμενη απροθυμία να παραχωρήσουν μέρος της εξουσίας που τους έχει θεσμικά ανατεθεί, προκειμένου να αφήσουν χώρο για τις νέες πρακτικές και τις αλλαγές που θα σημάνουν, εύρημα στο οποίο κατέληξαν και άλλοι ερευνητές. Με βάση τα παραπάνω, προκύπτει η ανάγκη για μια πιο οργανωμένη κατάρτιση των δικαστικών λειτουργών σχετικά με την αποκαταστατική δικαιοσύνη, ήδη από τη Σχολή δικαστών, αλλά και στη συνέχεια, κατά την έναρξη της επαγγελματικής πορείας τους. Περαιτέρω η συνεχής ανατροφοδότηση γνώσης αναφορικά με το συγκεκριμένο πεδίο θα διευρύνει το θετικιστικό τρόπο θεώρησης του εγκλήματος και του εγκληματία, εστιάζοντας στην αντιμετώπιση των συνεπειών της εγκληματικής πράξης και όχι αποκλειστικά στην πράξη καθεαυτή και τελικά θα συμβάλλει θετικά στην εξοικείωση με το νέο θεσμό.
3. Ερευνητικό ενδιαφέρον παρουσιάζει και η διαφοροποίηση που καταγράφηκε σε απόψεις των δικαστικών με βάση την επαγγελματική τους ιδιότητα. Πιο συγκεκριμένα, οι εισαγγελείς σε μεγαλύτερο ποσοστό από τους δικαστές, θεωρούν ότι ο ρόλος του ποινικού συστήματος έγκειται στην αποκατάσταση της κοινωνικής ισορροπίας και του αισθήματος δικαίου. Επιπλέον, οι εισαγγελείς δείχνουν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη από τους δικαστές στις νέες μεθόδους για την αποσυμφόρηση των ελληνικών δικαστηρίων και την εξοικονόμηση κόστους και χρόνου. Από την άλλη πλευρά, οι δικαστές εμφανίζονται λιγότερο διαλλακτικοί αναφορικά με το φάσμα των επαγγελματιών που μπορούν να αναλάβουν το ρόλο του διαμεσολαβητή, συγκριτικά με τους εισαγγελείς, οι οποίοι εκφράζουν πιο σθεναρά την προτίμησή τους και σε άλλες ειδικότητες, πέραν των νομικών. Οι ανωτέρω διαφοροποιήσεις είναι δυνατό να οφείλονται στο γεγονός ότι οι εισαγγελείς είναι αυτοί στους οποίους ο Έλληνας νομοθέτης έχει αναθέσει το ρόλο του διαμεσολαβητή κατά την ποινική διαμεσολάβηση. Αυτό συνεπάγεται ότι οι εισαγγελείς, λόγω ενασχόλησης με το αντικείμενο είναι αφενός περισσότερο εξοικειωμένοι και αφετέρου έχουν άμεση γνώση των αναγκών, των ελλείψεων αλλά και των δυνατοτήτων που παρέχει ο νέος θεσμός της ποινικής διαμεσολάβησης. Σημαντικά ευρήματα για τις στάσεις των δικαστικών λειτουργών απέναντι στην αποκαταστατική δικαιοσύνη, αφορούν επίσης την καταγραφή των πρακτικών δυσκολιών οι οποίες δυσχεραίνουν την εφαρμογή της ποινικής διαμεσολάβησης. Όπως προκύπτει, η απουσία αναλυτικού θεσμικού πλαισίου με σαφείς οδηγίες φαίνεται να συμβάλει σημαντικά στη δημιουργία ενός κλίματος αβεβαιότητας, το οποίο ενδέχεται με τη σειρά του να αυξήσει την απροθυμία υιοθέτησης των νέων μεθόδων. Ομοίως, η έλλειψη υποστηρικτικών δομών αλλά και η απουσία ενός κώδικα δεοντολογίας και σαφών κατευθυντήριων γραμμών λειτουργούν αποτρεπτικά και αποθαρρύνουν τους δικαστικούς λειτουργούς να κάνουν χρήση των νέων μεθόδων. Όπως επισημάνθηκε ήδη, η ανάγκη επιμόρφωσης σχετικά με τις αρχές και τους στόχους της αποκαταστατικής δικαιοσύνης, ώστε να αρθούν οι όποιες παρερμηνείες και η συνεπακόλουθη αβεβαιότητα αποδεικνύεται και από τα πορίσματα αντίστοιχων μελετών.
4. Αναφορικά με τα είδη των εγκλημάτων για την αντιμετώπιση των οποίων μπορεί να εφαρμοστεί η ποινική διαμεσολάβηση, οι δικαστικοί λειτουργοί συγκλίνουν στην άποψη ότι ενδείκνυται για κλοπές, για εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας, για εγκλήματα με ανήλικους δράστες και για περιπτώσεις πλημμελημάτων που ο δράστης και το θύμα γνωρίζονται μεταξύ τους. Ωστόσο, είναι αντίθετοι με τη χρήση της σε περιπτώσεις ανθρωποκτονιών, σε εγκλήματα με θύματα παιδιά και σε μια γενικευμένη αδιαφοροποίητη χρήση της σε ενήλικους δράστες.
Επίλογος: Πρέπει η ελληνική κοινωνία, κομμάτι της οποίας αποτελούμε και εμείς οι δικαστικοί λειτουργοί, να αντιληφθεί την αναγκαιότητα της αποκατάστασης ως στόχου της δικαιοσύνης, η οποία στη σημερινή ελληνική πραγματικότητα καθίσταται πιο επιτακτική από ποτέ, ιδίως στο ευαίσθητο πεδίο των ενδοικογενειακών συγκρούσεων, όπου θύτης και θύμα είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι: το ελληνικό δικαιικό σύστημα αλλά και το σύστημα αξιών και αρχών των Ελλήνων γενικότερα διέρχεται βαθιά κρίση, το σωφρονιστικό σύστημα έχει καταρρεύσει κυριολεκτικά, οι πολίτες, είτε βρίσκονται από την πλευρά του θύματος είτε από την πλευρά του δράστη αντιμετωπίζουν με ολοένα μεγαλύτερη δυσπιστία το ελληνικό ποινικό δικονομικό σύστημα, ιδίως, δε, το θύμα της ενδοοικογενειακής βίας – είτε ανήλικος είτε ενήλικος – κάθε άλλο παρά δικαίωση αισθάνεται μετά το πέρας της ποινικής διαδικασίας, η οποία τον επαναθυματοποιεί επανειλημμένα και σε βάθος χρόνου. Είναι πλέον καιρός να δοκιμάσουμε νέους τρόπους απονομής της δικαιοσύνης, νέες εφαρμογές, νέες πρακτικές εξωδικαστικής επίλυσης των διαφορών, με γνώμονα τις αρχές της εγκληματολογίας ως κοινωνικής επιστήμης και με σεβασμό στις αξίες του νομικού πολιτισμού και την οικουμενικότητα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Για να γίνει αυτό εφικτό, απαιτείται πληροφόρηση και ευαισθητοποίηση της ελληνικής κοινωνίας αλλά και ειδικευμένη επιμόρφωση των δικαστικών λειτουργών, σε εθνικό επίπεδο, ενώ ανάγκη ανακύπτει για τη θέσπιση σαφών κατευθυντηρίων γραμμών και κωδίκων δεοντολογίας προκειμένου να υιοθετηθούν και στο ελληνικό δικαιικό σύστημα οι αρχές της αποκαταστικής δικαιοσύνης.

32423423423

Η ΦΥΛΑΚΗ ΩΣ ΠΕΔΙΟ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΙΚΩΝ ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ

                                                                                                        Νικολάου Ποιμενίδη
   Αντεισαγγελέα Εφετών
Αθήνα, Μάρτιος 2016

Α. Θεμελιώδεις Αρχές αναφορικά με τη στέρηση της προσωπικής ελευθερίας

1. Έχω την πεποίθηση ότι σχετικά με το υπό διαπραγμάτευση ζήτημα, κατ’ αρχήν πρέπει να μνημονεύσουμε τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του Συντάγματος της Ελλάδος, κατά την οποία η προσωπική ελευθερία είναι απαραβίαστη, κανένας δεν καταδιώκεται ούτε συλλαμβάνεται ούτε φυλακίζεται ούτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο περιορίζεται, παρά μόνο όταν και όπως ορίζει ο νόμος. Η αρχή αυτή είναι θεμελιώδης αξία της Ελληνικής Πολιτείας, και απαραβίαστα δέον να τηρείται και εφαρμόζεται επί όλων των διαμενόντων στην Ελληνική Επικράτεια αλλοδαπών και ημεδαπών. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 7 και της παρ. 1 του άρθρου 25 του Συντάγματος, τα βασανιστήρια, οποιαδήποτε σωματική κάκωση, βλάβη υγείας, ή άσκηση ψυχολογικής βίας, καθώς και κάθε άλλη προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας απαγορεύονται και τιμωρούνται, όπως νόμος ορίζει, καθώς τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους, όλα δε τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκηση τους, επίσης τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν, τέλος, οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. Κατά την ακροτελεύτια διάταξη του Συντάγματος, η τήρησή του επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων, που δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία. 2. Υπό το πνεύμα αυτών των θεμελιωδών αξιωμάτων της Ελληνικής Πολιτείας, και αναλύοντας τις προβλέψεις του νόμου για τη στέρηση της προσωπικής ελευθερίας των προσώπων, θα είμαστε σίγουροι ότι η αποκατάσταση των ατόμων αυτών είναι υποχρέωση της Ελληνικής Πολιτείας αλλά και του καθενός από εμάς, διότι πέραν του ότι εξασφαλίζει την ομαλή ένταξη των φυλακισθέντων στην κοινωνία, οδηγεί σε δικαιότερη συμβίωση όλων των Ελλήνων πολιτών και διαμενόντων εν γένει στη Χώρα, και συμβάλει στην κοινωνική ειρήνευση και συνοχή. Είναι βέβαιο ότι και κατά τη διάρκεια της στέρησης της ελευθερίας πρέπει να διασφαλίζεται ο σεβασμός στην αξία και αξιοπρέπεια του προσώπου, αλλά και να αποκαθίσταται αυτό στην κοινωνία ώστε να εντάσσεται σ’ αυτήν και να συμβάλλει με τη σειρά του στην κοινωνική περαιτέρω ευδοκία. Άλλωστε, η διαδικασία αυτή επανορθώνει, ας μου επιτραπεί η έκφραση, και τη διατάραξη των εννόμων αγαθών που βλάφτηκαν από την εγκληματική συμπεριφορά των ατόμων και, αποκαθιστά με τη σειρά της τη σχέση των καταδικασθέντων με το θύμα και το κοινωνικό περίγυρο αυτών.Β. Σωφρονιστικός Κώδικας 3. Για όλους αυτούς τους λόγους ο Σωφρονιστικός Κώδικας, δηλαδή το ουσιαστικότερο νομοθέτημα της Πολιτείας για τη στέρηση της προσωπικής ελευθερίας, στη διάταξη του άρθρου 4.προβλέπει και ορίζει ότι κατά την εκτέλεση της ποινής δεν περιορίζεται κανένα άλλο ατομικό δικαίωμα των κρατουμένων εκτός από το δικαίωμα στην προσωπική ελευθερία, καθώς ότι οι κρατούμενοι δεν εμποδίζονται, λόγω της κράτησής τους, στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας τους και την άσκηση των δικαιωμάτων που τους αναγνωρίζει ο νόμος, αυτοπροσώπως ή με αντιπρόσωπο. Περαιτέρω κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 7 του ως άνω Κώδικα τα μέτρα φύλαξης και εξασφάλισης της ομαλής λειτουργίας των καταστημάτων κράτησης δεν αποκλείουν την άσκηση των συνταγματικά κατοχυρωμένων ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων των κρατουμένων, κατά την έννοια του άρθρου 4 αυτού. Κατά τη διάταξη του άρθρου 34 του Κώδικα, (παρ. 1) όλοι οι κρατούμενοι έχουν δικαίωμα στην εντός του καταστήματος εν γένει μόρφωση, άθληση, πολιτιστικές δραστηριότητες και δημιουργική απασχόληση. Η ενασχόληση των κρατουμένων με τις παραπάνω δραστηριότητες, η συμμετοχή και συνεργασία τους σε σχετικά προγράμματα και ιδίως σε εκείνα επαγγελματικής κατάρτισης και εκπαίδευσης συνεκτιμάται θετικά για τη χορήγηση ευεργετικών μέτρων. Το Συμβούλιο Φυλακής αποφασίζει ύστερα από πρόταση του Κεντρικού Επιστημονικού Συμβουλίου Φυλακής (Κ.Ε.Σ.Φ.) ή εισήγηση του αρμόδιου φορέα για την Οργάνωση μορφωτικών ή άλλων δραστηριοτήτων των κρατουμένων. Το Συμβούλιο Φυλακής ενημερώνει τον Υπουργό Δικαιοσύνης, ο οποίος εγκρίνει ή απορρίπτει την απόφαση αυτή μέσα σε είκοσι ημέρες το αργότερο. Αν ο χρόνος αυτός παρέλθει άπρακτος, η πιο πάνω απόφαση θεωρείται ότι έχει εγκριθεί. Για το σχεδιασμό, την οργάνωση και την πραγματοποίηση των παραπάνω δραστηριοτήτων μπορεί να αποφασίζει και ο Υπουργός Δικαιοσύνης, (παρ. 2) με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και Δικαιοσύνης ρυθμίζονται οι προϋποθέσεις και η διαδικασία επιλογής ή ορισμού, κατά προτεραιότητα με απόσπαση ή μετάταξη, ενός Συμβούλου Εκπαίδευσης σε κάθε κατάστημα, έργο του οποίου είναι ο σχεδιασμός και συντονισμός των παραπάνω προγραμμάτων. Στα κέντρα ημιελεύθερης διαβίωσης διορίζεται Σύμβουλος Εκπαίδευσης, εφόσον αυτό έχουν δυναμικότητα μεγαλύτερη των 30 κρατουμένων, (παρ. 3) μέχρι το διορισμό του Συμβούλου Εκπαίδευσης Κρατουμένων, η επεξεργασία, ο συντονισμός και η πραγμάτωση ατομικών ή συλλογικών προγραμμάτων, κατά τις προηγούμενες παραγράφους, ανατίθενται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ύστερα από γνώμη του Κ.Ε.Σ.Φ., σε εξειδικευμένο προσωπικό του καταστήματος ή σε πρόσωπα με ειδικές γνώσεις και εμπειρίες. Προηγουμένως, κατά τη διάταξη του άρθρου 19 του Κώδικα, (παρ 1) τα καταστήματα κράτησης διακρίνονται σε: α) γενικά, β) ειδικά και γ) Θεραπευτικά, (παρ. 2) τα γενικά καταστήματα κράτησης διακρίνονται σε Α` και Β` τύπου. Με την επιφύλαξη των διατάξεων των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου 11, στα καταστήματα Α` τύπου κρατούνται οι υπόδικοι, οι κρατούμενοι για χρέη και οι κατάδικοι σε ποινή φυλάκισης και στα Β` τύπου κρατούνται όλοι οι υπόλοιποι κρατούμενοι {η παρ.2, όπως είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 20 παρ.1 Ν.3772/2009 (ΦΕΚ Α 112) και αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 5 ν4274/2014, ΦΕΚ Α 147, αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 1 παρ. 2 ν4322/2015, ΦΕΚ Α 42/27.4.2015}, (παρ. 3) ειδικά καταστήματα είναι οι αγροτικές φυλακές, η Κεντρική Αποθήκη Υλικού Φυλακών (Κ.Α.Υ.Φ.), τα καταστήματα νέων και τα κέντρα ημιελεύθερης διαβίωσης καταδίκων. Οι προϋποθέσεις κράτησης στα δύο πρώτα είδη καταστημάτων καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ύστερα από πρόταση του Κ.Ε.Σ.Φ., σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 3 περίπτωση β` αυτού, (παρ. 4) τα Θεραπευτικά καταστήματα διακρίνονται σε γενικό νοσοκομείο, σε θεραπευτήρια για ψυχασθενείς και σε καταστήματα για τοξικομανείς. Ο τρόπος Οργάνωσης και λειτουργίας των θεραπευτικών καταστημάτων για τοξικομανείς κρατουμένους και κάθε άλλο σχετικό θέμα ρυθμίζεται με κοινή απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού (ως το τελευταίο εδάφιο προστέθηκε με την παρ.14 άρθρ.14 ν3038/2002, ΦΕΚ Α 180/7.8.2002), (παρ. 5) τα μέτρα ασφαλείας των καταστημάτων κράτησης είναι ανάλογα προς το είδος των καταστημάτων , κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 65 παράγραφος 5 αυτού. Σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται να καθιστούν ανέφικτη την εφαρμογή θεσμών και προγραμμάτων που προβλέπονται στον Κώδικα αυτόν ["με εξαίρεση τους περιορισμούς που προβλέπονται από τον παρόντα νόμο και τον εσωτερικό κανονισμό των καταστημάτων κράτησης Γ τύπου ή των αυτοτελών τμημάτων Γ` τύπου στα λοιπά καταστήματα.", με τη σημείωση ότι η μέσα σε " " φράση της παρ.5 είχε προστεθεί με τη παρ.6 άρθρου 1 ν4274/2014, ΦΕΚΑ 147/2014, η οποία όμως καταργήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 ν4322/2015]. Κατά τη διάταξη των παρ. 5 και 6 του άρθρου 40 του Σωφρονιστικού Κώδικα το Συμβούλιο Εργασίας Κρατουμένων, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του επόμενου άρθρου, συνεργάζεται με αρμόδιους επαγγελματικούς ή άλλους φορείς της περιοχής του καταστήματος ή άλλους παρεμφερείς κοινωνικούς φορείς για την επαγγελματική εκπαίδευση, κατάρτιση, μαθητεία ή εξειδίκευση των κρατουμένων, την εξεύρεση εργασίας και την ομαλή εκτέλεσή της, (παρ 6) οι κρατούμενοι απασχολούνται σε βοηθητικές εργασίες ή υπηρεσίες για την εξυπηρέτηση λειτουργικών αναγκών του καταστήματος κράτησης και άλλων δημοσίων κτιρίων ή χώρων, όπως εργασίες καθαριότητας, μαγειρείου, πλυντηρίου, καθαρισμού ή μεταφοράς τροφίμων, κηπουρικές εργασίες κ.λπ., Η ανάληψη των εργασιών αυτών γίνεται για τρίμηνη το πολύ διάρκεια, με δυνατότητα ανανέωσής της, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 4 του επόμενου άρθρου. Σημαντική παραμένει η διάταξη του άρθρου 46 παρ. 3 του Κώδικα, κατά την οποία ο αρμόδιος δικαστικός λειτουργός μπορεί με αιτιολογημένη απόφασή του: α) στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων παραγράφων να μην επιτρέψει τον ευεργετικό υπολογισμό των ημερών ποινής λόγω εργασίας των τριών τελευταίων μηνών εν όλω ή εν μέρει, αν ο κρατούμενος τιμωρήθηκε πειθαρχικά κατά τη διάρκεια του αντίστοιχου χρονικού διαστήματος, κατά τα προβλεπόμενα από το άρθρο 69 παράγραφοι 2 και 3 του παρόντος Κώδικα ή β) να ανακαλέσει εν όλω ή εν μέρει προηγούμενες αποφάσεις του για ευεργετικό υπολογισμό ημερών ποινής, οι οποίες εκδόθηκαν μέσα στους προηγούμενους έξι μήνες, αν ο κρατούμενος τιμωρήθηκε πειθαρχικά. Κατά των αποφάσεων αυτών επιτρέπεται προσφυγή στο δικαστήριο εκτέλεσης ποινών μέσα σε δέκα ημέρες από την κοινοποίηση σε αυτόν της απόφασης. Κεφαλαιώδη επίσης σημασία στην αποκαταστατική πρακτική και θεμελιώδη θεσμό του Σωφρονιστικού Κώδικα αποτελεί και η χορήγηση στους κατάδικους εκπαιδευτικής άδειας, κατά τη διάταξη του άρθρου 58 του Σωφρονιστικού Κώδικα. Τέλος ενδιαφέρον να παρατηρηθεί ότι στις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του Σωφρονιστικού Κώδικα προβλέπεται η τμηματική έκτιση της ποινής, αλλά και η παροχή κοινωφελούς εργασίας από τους κρατούμενους.
Σύντομα Συμπεράσματα
Για τους εφαρμοστές του δικαίου αλλά και όλους τους εργαζόμενους και απασχολούμενους στο χώρο της ποινικής δικαιοσύνης, είναι γνωστό ότι πολλοί από τους θεσμούς αποκατάστασης των κρατούμενων, και κατά τη διάρκεια της κράτησής τους αλλά και μετά από αυτήν, είτε κατά τη διάρκεια άλλων μορφών έκτισης της ποινής, όπως π.χ. στην υπό όρο απόλυση, ελάχιστα πραγματώνονται ή στην καλύτερη περίπτωση υλοποιούνται, ακόμη και από τα ήδη προβλεπόμενα και νομοθετικά ρυθμισμένα. Κατά την άποψη μου, σημείο ασφαλώς γόνιμης και ενδιαφέρουσας συζήτησης της ημερίδας μας, αποτελεί η ανάγκη να ξεκινήσει άμεσα η συζήτηση για την αναμόρφωση του Σωφρονιστικού Κώδικα και κυρίως η συζήτηση αυτή να γίνει από την ίδια την κοινωνία, απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή και μελλοντική υλοποίηση χρήσιμων αποκαταστατικών πρακτικών για τους φυλακισμένους, με ωφέλεια ασφαλώς πρωτίστως της ίδιας της κοινωνικής ειρήνης και της ευημερίας όλων των πολιτών και διαμενόντων στην Ελληνική Επικράτεια Bλ. αιτιολογική έκθεση του πρόσφατου νόμου 4322/2015 όπου «……η παρέμβαση αυτή ακολουθεί το πρότυπο της προώθησης εναλλακτικών της κράτησης μέτρων και συμβάλλει στην αποφυγή των αρνητικών συνεπειών του εγκλεισμού, όπως η κοινωνική περιθωριοποίηση, ιδίως με το στιγματιστικό βάρος που την ακολουθεί, και ο ερχομός σε επαφή με χώρους όπου μπορεί να λειτουργήσουν διαδικασίες εκμάθησης της εγκληματικής δραστηριότητας». Βλ και Κ. Κοσμάτου Ξαναγράφοντας τον Σωφρονιστικό Κώδικα, ΠΔνη 2014,602.
Είναι εμφανής η σημασία της καλής διαγωγής του κρατούμενου κατά τη διάρκεια της κράτησης του, στοιχείο που διαπερνά όλη τη φιλοσοφία και το πνεύμα του εν ισχύει Σωφρονιστικού Κώδικα, όταν καίρια σημασία έχει για την υπό όρο απόλυση του κατάδικου, τη χορήγηση τακτικής ή έκτακτης άδειας, αλλά και της εκπαιδευτικής τοιαύτης, δηλαδή εφαρμοζόμενους δικαιΙκούς θεσμούς που στοχεύουν ευθέως στην αποκατάσταση του φυλακισθέντα, δηλαδή στην ομαλή επανένταξή του στο κοινωνικό ιστό με όσο δυνατόν λιγότερο στιγματισμό, ακριβώς γιατί θεωρείται η καλύτερη απάντηση στην παραβατική συμπεριφορά και προστασία του κοινωνικού συνόλου από την επανάληψη ομοειδών από το δράστη εγκληματικών πράξεων (βλ και 14/2011 Γνμδ ΕισΑΠ, 969/2009 ΠλημμΠειρ, 13/2008 Πλημμ.Θεσσαλ, Νόμος).
Σημαντική είναι η πρόβλεψη για την εξ αποστάσεως παρακολούθηση των μαθημάτων, καθώς και η πραγμάτωση της φοίτησης του φυλακισθέντα με ηλεκτρονική επιτήρηση (βλ και ΥΑ 298/2015, ΦΕΚ Β 1368/2015, για τον καθαρισμό των προϋποθέσεων, του τρόπου, και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εξ αποστάσεως παρακολούθηση των μαθημάτων και εργαστηρίων.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 85 του Σωφρονιστικού Κώδικα ο αρμόδιος δικαστικός λειτουργός έχει τα προβλεπόμενα από την κείμενη νομοθεσία καθήκοντα. Ειδικότερα, αποφασίζει επί όσων θεμάτων του ανατίθενται στον παρόντα Κώδικα, ασκεί τις αρμοδιότητες του άρθρου 572 Κώδικα ποινικής Δικονομίας συμμετέχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου Εκτέλεσης Ποινών και δικαιούται να ασκεί προσφυγή κατ` αποφάσεων του Συμβουλίου Φυλακής, εξαιρούμενος στην περίπτωση αυτήν από τη σύνθεση του πιο κάτω Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της προσφυγής του.

32423423423

Η σύγχρονη μετανάστευση και η γνώση της Ιστορίας

Την ώρα που τα προσφυγικά ρεύματα βρίσκονται στο επίκεντρο της παγκόσμιας επικαιρότητας εξαιρετικά χρήσιμη κρίνεται “η ιστορική αναλογία”. Στο πλαίσιο αυτό αναδημοσιεύουμε άρθρο [Εφημερίδα των Συντακτών 6.10.2015] της κας Σοφίας Πατούρα-Σπανού, Διευθύντριας Ερευνών Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών

Ο λατίνος ποιητής Οβίδιος, στα ποιήματά του Tristia και Ex Ponto, διεκτραγωδώντας “τους σκυθικούς χειμώνες” της εξορίας του στον Εύξεινο Πόντο, κοντά στις όχθες του Δούναβη, αντιμετωπίζει τον ποταμό άλλοτε ως “προστάτη” και “σωτήρα” των κατοίκων της από ‘δώ πλευράς και άλλοτε πάλι ως “βάρβαρο” και “συνωμότη” αφού τα κρυσταλλωμένα νερά του επιτρέπουν την είσοδο των “βαρβάρων” στον πολιτισμένο κόσμο της Δύσης. Αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων που διαδραματίζονται στο Δούναβη, ιδιαίτερα κοντά στις εκβολές του, βλέπει τους λαούς που τον περιβάλλουν ως “έθνη άγρια” και “ανάξια” να μνημονευθούν από το συγγραφικό ταλέντο του. Πέρα από τα προσωπικά του βιώματα στην εξορία, ο μεγάλος λατίνος ποιητής εκφράζει αναμφίβολα την πολιτική ιδεολογία της εποχής του, την ιδεολογία γύρω από τα σύνορα και το ρόλο τους, την ιδεολογία των Ρωμαίων έναντι των ξένων. Εξάλλου, για την πλειονότητα των αρχαίων συγγραφέων ο Δούναβης αποτελεί σύνορο που χωρίζει (απείργει κατά λέξη) τη βαρβαρότητα από τον πολιτισμό.
Η αλυσίδα των ρωμαϊκών οχυρώσεων κατά μήκος του ποταμού που από μόνος του, ως φυσικό φράγμα, δεν εξασφάλιζε την ακεραιότητα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, το περίφημο δηλαδή ρωμαϊκό limes, ήταν για τους ανθρώπους της εποχής η “κόκκινη γραμμή” που χώριζε τους δύο κόσμους: τον πολιτισμένο κόσμο της Δύσης από εκείνον της βαρβαρότητας.
Στους επόμενους, ωστόσο, αιώνες “όταν ο ερημωμένος από ανθρώπους βορράς εξέβαλε τους εισβολείς επάνω μας, όταν όλες οι ακτές του Δούναβη προξενούσαν πολέμους”, κατά την ποιητική έκφραση του Κλαύδιου Κλαυδιανού, η εικόνα του Δούναβη και των λαών που τον περιέβαλαν άλλαξε και οι γνώσεις των ανθρώπων εκείνης της μεταβατικής εποχής εμπλουτίστηκαν με νέα στοιχεία. Τα μεταναστευτικά φύλα που κατέκλυζαν τις βόρεια του Δούναβη περιοχές και συνωθούνταν για να περάσουν στη νότια όχθη, εξωθημένα από τους συνεχείς πολέμους με νέους λαούς που κατέφθαναν στα μέρη τους και από την ανάγκη για επιβίωση, αποκτούσαν σιγά-σιγά όνομα· η εικόνα του Δούναβη γινόταν πιο ρεαλιστική, απαλλαγμένη από υπερβολές, μυθοπλασίες και ιδεοληψίες.
Όλο αυτό το συνονθύλευμα των λαών και εθνοτήτων, το μωσαϊκό των πολιτισμών, το αμάλγαμα των γλωσσών, το σκηνικό της σύγχυσης με τις αντιθέσεις και τις αντιφάσεις, τις ωσμώσεις και τις αφομοιώσεις, δημιούργησαν ένα νέο και σύνθετο τοπίο στο σύνορο του Δούναβη. Σιγά-σιγά το άλλοτε ισχυρό και απροσπέλαστο φράγμα του μεγάλου ποταμού έγινε ζώνη επαφής και επικοινωνίας των λαών, τόπος συνάντησης διαφορετικών κόσμων. Ο ίδιος ο Δούναβης αποτελούσε από μόνος του μιαν οικουμένη, μία “Βαβέλ” της εποχής, σύμβολο σύγχυσης αλλά ταυτόχρονα πεδίο ώσμωσης και ενότητας.
Η Μεγάλη Μετανάστευση των Λαών είχε ήδη δρομολογηθεί και ο Δούναβης επρόκειτο να γίνει σύνορο-σύμβολο για την ιστορία του Βυζαντίου αλλά και των λαών της μεσαιωνικής Ευρώπης. Βρισκόμαστε σε μια εποχή κατά την οποία η νεοσύστατη αυτοκρατορία της Ανατολής, μπροστά στο όραμα της νέας πολιτικής ιδεολογίας της, εγκαταλείπει τις ξενοφοβικές αντιλήψεις τής Ρώμης περί ακεραιότητας και καθαρότητας της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και του πολιτισμού της. Ανοίγει τα σύνορά της, διευρύνει την πολυεθνικότητά της και με την ενσωμάτωση νέων πληθυσμιακών ομάδων και λαών εμπλουτίζει την πολυπολιτισμικότητά της. Η ρωμαϊκή αυτοκρατορία μετεξελλίσσεται και μεταλλάσσεται σταδιακά, διεκδικώντας πλέον, εκτός της πολιτικής και στρατιωτικής κυριαρχίας, το δικαίωμα της εκπροσώπησης της οικουμενικότητας και του παγκόσμιου πολιτισμού. Η έννοια του ρωμαϊκού συνόρου καταρρίπτεται σιγά-σιγά και η ίδια η αυτοκρατορία καλείται να πληρώσει το τίμημα των δικών της ιδεολογικών και πολιτικών επιλογών περί παγκοσμιότητας και αιωνιότητας. Οι απολίτιστοι και περιφρονημένοι “βάρβαροι” σπάζουν σιγά-σιγά τα δεσμά της απομόνωσής τους και έρχονται σ’ επαφή με τον πολιτισμένο κόσμο της αυτοκρατορίας. Προσλαμβάνουν στοιχεία του πολιτισμού του, εγκαταλείπουν τα άγρια ήθη τους, προσαρμόζονται στη νέα συναρπαστική γι’ αυτούς πραγματικότητα, και γίνονται, στο διάβα των αιώνων, μαζί με τους λαούς που συναντούν στη Δύση, οι σφυρηλάτες της νέας Ευρώπης.
Η μετεξέλιξη, ωστόσο, της αυτοκρατορίας που ταυτίζεται με δύο κορυφαίες ιστορικές εμπειρίες, τη διάδοση του χριστιανισμού και τη Μεγάλη Μετανάστευση των Λαών, πραγματοποιήθηκε μέσα από μακρές, επίπονες και χρονοβόρες διαδικασίες. Ιδιαίτερα ως προς το ζήτημα της αντιμετώπισης των ξένων -εισβολέων, μεταναστών και προσφύγων- τα κείμενα των συγγραφέων της εποχής απεικονίζουν τη διάσταση που επήλθε τότε στους κόλπους της βυζαντινής κοινωνίας. Παλαιές και νέες ιδεολογίες και αντιλήψεις αντιπαρατέθηκαν σφοδρά, η πολιτική και η στρατιωτική εξουσία ήρθαν σε ανοικτή σύγκρουση κάποιες φορές, κοινωνικές ομάδες αντέδρασαν ξενοφοβικά και βίαια, η περιφέρεια και οι βόρειες επαρχίες, ως πρώτος χώρος υποδοχής των ξένων, στράφηκαν με δριμύτητα κατά της κεντρικής εξουσίας, την οποία μέμφθηκαν για παραμέληση και εγκατάλειψη, παίρνοντας συχνά την τύχη στα χέρια τους.
Ο ρήτορας Θεμίστιος, πολιτικός σύμβουλος τριών αυτοκρατόρων της πρώιμης βυζαντινής αυτοκρατορίας, σε διαρκή αντιπαράθεση προς τον σύγχρονό του, εκφραστή της ρωμαϊκής συντήρησης και ξενοφοβίας, Συνέσιο, μέσα από τους γνωστούς Λόγους που μας κληροδότησε, έχει δικαιωματικά κερδίσει τον τίτλο του μεγάλου θεωρητικού της νέας πολιτικής πρακτικής της αυτοκρατορίας έναντι των ξένων μεταναστευτικών λαών. Από τη μια επικαλείται τη λογική και τη ρεαλιστική προσέγγιση των πραγμάτων, και από την άλλη επιστρατεύει το συναίσθημα και την ηθική, μέσ’ από ποικίλα φιλοσοφικά σχήματα περί φιλανθρωπίας, ειρήνης και συμφιλίωσης των λαών. Σε μια διατύπωση πολιτικού ρεαλισμού, περιγράφει με λεπτομέρειες και εκπληκτική ακρίβεια τη φυσική διαμόρφωση του Δούναβη με τις λωρίδες ξηράς και τα έλη που διευκόλυναν τη διέλευση των μεταναστευτικών φύλων και καταλήγει ότι “τίποτε δεν μπορεί να χωρίσει τους Σκύθες (Γότθους) από τούς Ρωμαίους· ούτε ο ποταμός, ούτε τα έλη, ούτε τα φράγματα· αυτά μπορεί κανείς να τα διακόψει, να τα διαπλεύσει και να τα υπερβεί”. Μέσ’ από μια σειρά ερωτημάτων-επιχειρημάτων προς το ακροατήριό του, στα οποία εκείνος ως φιλόσοφος προσδίδει και ιδεολογική διάσταση, αποκαλύπτει τον πολιτικό ρεαλισμό που εμπεριείχε η απόφαση του αυτοκράτορά του Θεοδοσίου να δεχθεί και να εγκαταστήσει τους πρόσφυγες Γότθους στα εδάφη της αυτοκρατορίας: οι έρημες από πληθυσμό αγροτικές περιοχές είχαν ανάγκη από εργατικά χέρια ενώ ο απογυμνωμένος στρατός της αυτοκρατορίας χρειαζόταν ενίσχυση, έστω από τις τάξεις των “βαρβάρων”. Εξάλλου η πρόβλεψή του ότι εντός ολίγου χρόνου θα αντιμετωπίσουμε τους Σκύθες (Γότθους) ως ομοσπόνδους, ομοτραπέζους, ομού στρατευομένους, ομού λειτουργούντας, θα επαληθευτεί, καθώς πολλοί Γότθοι θα καταλάβουν σε σύντομο διάστημα καίριες θέσεις και υψηλά αξιώματα στον κρατικό μηχανισμό της αυτοκρατορίας, πολιτικό και στρατιωτικό.
Η πολιτική βούληση και η αποφασιστικότητα της κεντρικής εξουσίας της αυτοκρατορίας και των πνευματικών ταγών της, φαίνεται πως υπερίσχυσαν και κυριάρχησαν για το “κοινό όφελος”(κοινή λυσιτελές). Παρακάμπτοντας σκοπέλους, κατευνάζοντας με ποικίλα μέσα τα πνεύματα στις τάξεις των λαϊκών στρωμάτων που πλήττονταν από την εισδοχή των ξένων στα εδάφη της αυτοκρατορίας και αγνοώντας τις ξενοφοβικές κραυγές των εκπροσώπων της ρωμαϊκής παράδοσης, προσπάθησαν και πέτυχαν ν’ αλλάξουν τον ρου της Ιστορίας και να καταστήσουν την νέα αυτοκρατορία μεγάλη, πολυεθνική και παγκόσμια δύναμη. Ο Κωνσταντίνος και ο Ευσέβιος υπηρετώντας τη νέα πολιτική φιλοσοφία που οι ίδιοι οικοδόμησαν και εγκαινίασαν από τον 4ο κιόλας αιώνα και λειτουργώντας στο πνεύμα του πολιτικού ρεαλισμού που απαιτούσαν οι καιροί, δικαιώθηκαν με τις επιλογές τους καθώς οι διάδοχοί τους ακολούθησαν το πολιτικό τους όραμα και κατέστησαν πράγματι την αυτοκρατορία μεγάλη και παγκόσμια δύναμη.
Το σύγχρονο φαινόμενο -για να περάσω στο σήμερα- της μαζικής μετακίνησης πληθυσμών διαφόρων εθνοτήτων, με όλες τις παραμέτρους και τα στοιχεία που εμπερικλείει, παραπέμπει, περισσότερο από κάθε άλλη περίπτωση, σ’ εκείνη την μακρυνή χρονικά περίοδο της Μεγάλης Μετανάστευσης των Λαών. Όλο αυτό το σκηνικό ενός μωσαϊκού λαών, γλωσσών και θρησκειών, που εκτυλίσσεται καθημερινά στις τηλεοπτικές οθόνες μας, σε μια αέναη περιπλάνηση μέσ’ από επικίνδυνα ταξίδια στη θάλασσα, στα ποτάμια και στη στεριά, συχνά μπροστά σε τείχη, σε φράχτες και προτεταμένα όπλα, ανακαλεί στη μνήμη μας την εικόνα που δημιουργούν στη φαντασία του αναγνώστη οι λεπτομερείς και παραστατικές περιγραφές λατίνων και ελλήνων συγγραφέων, γύρω από τα γεγονότα της Μεγάλης Μετανάστευσης των Λαών.
Μπροστά σε αυτό το πρωτόγνωρο για την εποχή μας φαινόμενο, η σημερινή Ενωμένη Ευρώπη στέκεται ακόμη αμφίθυμη και διχασμένη· μέχρι πρότινος αδιάφορη και εθελοτυφλούσα σε αυτό που αργά ή γρήγορα θα προκαλούσαν οι δικές της πολιτικές επιλογές, εναρμονισμένες μ’ εκείνες της μεγάλης συμμάχου της, της υπερατλαντικής δύναμης και όχι μόνο. Λησμονώντας ότι στο επίκεντρο του πολιτικού της δόγματος περί παγκοσμιοποίησης θα έπρεπε να βρίκονται οι άνθρωποι και η ελεύθερη μετακίνησή τους, στέκεται αμήχανη, διστακτική και αντιφατική μπροστά στην απόγνωση και την απελπιδα προσπάθεια χιλιάδων ανθρώπων να κερδίσουν την επιβίωσή τους. Αιφνιδιασμένη από το “κακό” που χτύπησε την πόρτα της και διαρκώς πίσω από τις εξελίξεις, προσπαθεί ν’ αντιμετωπίσει το πρόβλημα με ημίμετρα και ασκήσεις επί χάρτου, με τακτικισμούς και διπλωματικούς ελιγμούς, σε κλίμα αναποφασιστικότητας και σύγχυσης.
Θα έλεγα, κλείνοντας, ότι η Ευρώπη βρίσκεται σήμερα ενώπιον μιας μεγάλης ιστορικής πρόκλησης, παρόμοιας -τηρουμένων των αναλογιών που συνεπάγεται η μεγάλη χρονική απόσταση των γεγονότων- μ’ εκείνη που γνώρισε και εκμεταλλεύθηκε επωφελώς η νέα δύναμη της Ανατολής κατά τη μετάβασή της από τη φθίνουσα ρωμαϊκή στη βυζαντινή αυτοκρατορία. Θα ήταν, λοιπόν, χρήσιμο η σημερινή Ευρώπη να λάβει υπ’ όψη της ανάλογες ιστορικές εμπειρίες και να μελετήσει καλύτερα τη δική της ευρωπαϊκή ιστορική αφετηρία. Ίσως έτσι μπορέσει ν’ αποκτήσει όραμα για το μέλλον της μέσ’ από πολιτικές ρεαλισμού αλλά και ευαισθησίας απέναντι στον άνθρωπο και την προστασία της ζωής του.-

32423423423

Στην Αθήνα 30 χρόνια μετά

Το 510 π. Χ. επί Κλεισθένη τελειοποιήθηκε το πολίτευμα της αθηναϊκής δημοκρατίας. Το αρτιότερο από τα πολιτεύματα της αρχαίας εποχής βρήκε τότε την καλύτερη έκφραση του μετά από μια εξελικτική διαδικασία, που ξεκίνησε από τη βασιλεία για να περάσει από την αριστοκρατία στο πολίτευμα, που ο δήμος, δηλαδή ο λαός, κυβερνά, τη δημοκρατία. Βασικές αρχές που σήμερα θεωρούνται αυτονόητες, όπως η καθολική και μυστική ψηφοφορία των πολιτών για την εκλογή των αρχόντων,και η μη σύνδεση της εκλογιμότητας με την καταγωγή ή τον πλούτο, τότε διαμορφώθηκαν. Εφαρμόστηκαν ρυθμίσεις που, και σήμερα ακόμη, δεν είναι αυτονόητες, όπως οι μικρές, ετήσιες θητείες των αρχόντων που αποτρέπουν την σώρευση εξουσίας για μεγάλο χρόνο σε συγκεκριμένα πρόσωπα ή ο οικονομικός τους έλεγχος, τόσο πριν όσο και μετά την εκλογή, προκειμένου να αποφεύγεται κάθε σκιά ως προς την οικονομική τους διαχείριση.
Εντυπωσιακή υπήρξε και η σύνδεση του λαϊκού στοιχείου με την απονομή της δικαιοσύνης. Το σημαντικότερο δικαστήριο, η Ηλιαία, αποτελείτο, στη μικρότερη σύνθεσή της, από ένα και πεντακόσιους αθηναίους πολίτες, δηλαδή από έναν εκλεγμένο άρχοντα και πεντακόσιους πολίτες, οι οποίοι κληρώνονταν, κάθε πρωί, για να δικάσουν, μέσα στην ίδια ημέρα, συγκεκριμένη υπόθεση. Προβλεπόταν μάλιστα αμοιβή σε κάθε αθηναίο πολίτη για την άσκηση του δικαστικού έργου. Με το τέλος της ημέρας εκδιδόταν η δικαστική απόφαση. Στη συνεδρίαση εφαρμόζονταν οι κανόνες της δημοσιότητας αλλά και της δικονομικής ισότητας των διαδίκων. Ο χρόνος της συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου διαιρείτο σε τρία ίσα μέρη. Το πρώτο μέρος αφιερωνόταν στον κατήγορο – ενάγοντα, το δεύτερο στην υπεράσπιση και το τρίτο στη ψηφοφορία. Το άλλο σημαντικό δικαστήριο της αρχαίας Αθήνας, ο Άρειος Πάγος, μολονότι είχε τη φήμη μάλλον συντηρητικού θεσμού, είχε έμμεση δημοκρατική νομιμοποίηση, αφού αποτελείτο από τους άρχοντες, οι οποίοι είχαν στο παρελθόν καταλάβει το αξίωμα τους μετά από εκλογή από τους αθηναίους πολίτες.
Οι δημοκρατικοί θεσμοί στην Αθήνα δεν ασκούσαν, βέβαια, πάντα με επιτυχία την αρμοδιότητά τους, καθώς παρασύρονταν κάποτε από τους δημαγωγούς. Παρόμοιο πρόβλημα εμφανιζόταν και στη λειτουργία της Ηλιαίας. Η καταδίκη του Σωκράτη σε θάνατο αποδεικνύει, μάλιστα, ότι οι πολύ μεγάλες δικαστικές συνθέσεις δεν αποτελούν εγγύηση για μια σωστή δικαστική κρίση. Αλλά και η στάση του Σωκράτη να δεχθεί αδιαμαρτύρητα την εκτέλεση της σε βάρος του θανατικής ποινής, ενώ μπορούσε να την αποφύγει, δείχνει το κύρος, που τουλάχιστον γι’ αυτόν είχε, η δικαστική απόφαση του Δικαστηρίου της Ηλιαίας, ενός δικαστηρίου που εξέφραζε τη δημοκρατική νομιμότητα της εποχής,
Τη δημοκρατική νομιμότητα υπηρετεί και σήμερα ο δικαστής στα πλαίσια ενός δημοκρατικού κράτους δικαίου, παρά το γεγονός ότι στις μέρες μας στερείται της άμεσης δημοκρατικής νομιμοποίησης που απολάμβανε ο αθηναίος δικαστής των κλασσικών χρόνων. Σε αντιστάθμισμα, η θεσμική θέση του σύγχρονου δικαστή κατοχυρώνεται ασφαλέστερα μέσα από μια σειρά συνταγματικές διατάξεις, διεθνή κείμενα και νομολογία εθνικών και διεθνών δικαστηρίων, έτσι ώστε οι εγγυήσεις για μια δίκαιη δίκη να είναι στις μέρες μας περισσότερες. Ο δικαστής της δημοκρατίας δεν μπορεί παρά να είναι ο δικαστής για τη δημοκρατία και τις ελευθερίες. Είναι ο εγγυητής της εξισορρόπησης των διαφορετικών λειτουργιών του πολιτεύματος, ο ελεγκτής της συνταγματικότητας των νόμων, ο προστάτης των δικαιωμάτων των πολιτών. Οφείλει, ιδιαίτερα, να προστατεύει τον αδύναμο έναντι του πολιτικά ή οικονομικά ισχυρού. Ο δικαστής είναι ο παραστάτης του αδικημένου και του καταφρονεμένου. Υπάρχει κυρίως γι’ αυτούς. Οι ισχυροί δεν τον έχουν ανάγκη και γι’ αυτό, συνήθως, τον υποπτεύονται και τον πολεμούν.
Σε εποχές οικονομικής και κοινωνικής κρίσης ο ρόλος του δικαστή γίνεται ακόμη σπουδαιότερος αλλά και πιο ευαίσθητος. Τα προβλήματα που προκύπτουν δημιουργούν εντάσεις και συγκρούσεις, που δυσκολότερα διευθετούνται. Αν μάλιστα οι πολιτικές δυνάμεις αδυνατούν ή δεν θέλουν να λύσουν τα συσσωρευμένα προβλήματα, ο δικαστής εμφανίζεται ως ο από μηχανής Θεός. Και τότε, όμως, η θεσμική του δράση πρέπει να ακολουθεί τους κανόνες της ευθυδικίας. Γιατί αλλιώς κινδυνεύει να χάσει το κύρος του, αν ταυτισθεί μάλιστα, άκριτα, με απόψεις που φαίνονται συγκυριακά συμπαθείς στους περισσότερους. Σε κάθε περίπτωση η δικαστική λειτουργία πρέπει να τηρεί τους κανόνες της επιείκειας και της κοινωνικής ευαισθησίας. Ειδικά, όταν το ίδιο το εθνικό Σύνταγμα, όπως στην περίπτωση της Ελλάδας, διακηρύσσει το χαρακτήρα του πολιτεύματος, όχι απλώς ως κράτους δικαίου, αλλά ως κοινωνικού κράτους δικαίου.
Ιδιαίτερη μέριμνα για τη δημοκρατία, τις ελευθερίες, τη δικαιοσύνη, τα ατομικά και ιδίως τα κοινωνικά δικαιώματα των πολιτών έδειξαν από την πρώτη στιγμή όσοι συνέβαλαν στη δημιουργία της Οργάνωσης των Ευρωπαίων Δικαστών για τη Δημοκρατία και τις Ελευθερίες. Πέρασαν κιόλας τριάντα χρόνια από τότε που, ανάμεσα στους άλλους ευρωπαίους δικαστές, έλληνες δικαστές μετείχαν στη σύσταση της MEDEL. Ως ένας από αυτούς εκφράζω τη βαθειά μου ικανοποίηση αλλά και συγκίνηση γι αυτή την επέτειο. Τα χρόνια που πέρασαν, αυτή η ευρωπαϊκή οργάνωση, μέσα από πολλές δυσκολίες, ελπίδες αλλά και απογοητεύσεις, έγραψε τη δική της ιστορία στη δικαστική Ευρώπη αλλά και στον κόσμο. Δίπλα της, η ελληνική οργάνωση αναπτύχθηκε και αυτή μέσα από δυσκολίες και προβλήματα, αλλά με διαρκή κινητικότητα και δράση. Οι κοινές παραδόσεις των ευρωπαίων δικαστών και εισαγγελέων για μια ανεξάρτητη, αλλά και κοινωνικά ευαίσθητη Δικαιοσύνη, υπήρξαν οι στέρεες βάσεις για την ίδρυση και την ανάπτυξη τόσο της MEDEL, όσο και της ελληνικής της έκφρασης.
Σήμερα την επέτειο από τη σύσταση της ευρωπαϊκής μας οργάνωσης μας τη γιορτάζουμε στη Χώρα μας που αντιμετωπίζει μείζονα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα. Σε μια Ελλάδα σε κρίση, σε μια Ευρώπη σε κρίση, οι φυγόκεντρες τάσεις κατά την πορεία για μια πραγματικά ενωμένη Ευρώπη, είναι φυσικό να αυξάνουν. Το τωρινό ευρωπαϊκό θεσμικό μόρφωμα είναι, ακόμα και στον οικονομικό τομέα, ένα ατελές δημιούργημα. Αν στη πορεία για την ευρωπαϊκή ενοποίηση δεν βελτιωθεί, μπορεί να εκπλαγούμε από τον πάταγο της συνολικής κατάρρευσής του. Η Ευρώπη δεν μπορεί να είναι, ουσιαστικά, μόνο μια ενιαία αγορά, με μια σημαντική χρηματοπιστωτική διάσταση. Η Ευρώπη πρέπει να βρει πάλι τις κοινές ηθικές και πολιτιστικές αξίες της. Και κυρίως την κοινή κοινωνική ευαισθησία και αξιοπρέπεια που τόσο χρειάζεται. Η τυπική νομική ισότητα μεταξύ των κρατών – μελών δεν αρκεί, όταν οι οικονομικές και κοινωνικές διαφορές ανάμεσα τους διευρύνονται. Η Ευρώπη πρέπει να αρχίζει να αφουγκράζεται τα προβλήματα των πλέον αδύναμων από τα μέλη της και να ασχοληθεί σοβαρά με την επίλυση τους, δείχνοντας τη μεγαλύτερη δυνατή αλληλεγγύη. Αλληλεγγύη, μια λέξη που όσο συχνά αναφέρεται στα ενωσιακά κείμενα, τόσο λίγο εφαρμόζεται στην πράξη. Χωρίς όμως αλληλεγγύη στην πράξη ανάμεσα στα κράτη – μέλη της Ένωσης, τους ενωσιακούς θεσμούς, αλλά και τους πολίτες της, το μέλλον της Ευρώπης δεν μπορεί παρά να είναι δυσοίωνο.

Γιώργος Σταυρόπουλος
Αθήνα 23 Μαΐου 2015

32423423423

«Η Δημόσια Κτήση ως στοιχείο της Βιώσιμης Ανάπτυξης»
Μαρία Καραμανώφ
Σύμβουλος Επικρατείας,
Πρόεδρος του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος & Βιωσιμότητος

Ημερίδα:
«Κοινωνικά & Ατομικά ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ στη σκιά της κρίσης»
Σάββατο 7 Μαρτίου 2015
Συνεδριακό Κέντρο Περιφέρειας (τ. Νομαρχία Ευβοίας)

Οργάνωση:
«Εταιρεία Ελλήνων Δικαστικών Λειτουργών για τη Δημοκρατία και τις Ελευθερίες»
«Δικηγορικός Σύλλογος Χαλκίδας»

Θα ήθελα κατ’ αρχάς να ευχαριστήσω τους οργανωτές της σημερινής ημερίδας για την πρόσκληση, η οποία μού δίνει την ευκαιρία να εστιάσω στη δημόσια κτήση και να επιχειρήσω να καταδείξω τη σημασία της και τη σχέση της όχι μόνο με την προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος της χώρας, αλλά και με τη διασφάλιση των κοινωνικών δικαιωμάτων και την υλοποίησή τους μέσω της παροχής των αναγκαίων δημοσίων υπηρεσιών.

Γιατί είναι σημαντική η δημόσια κτήση; Διότι, όπως θα δούμε στη συνέχεια, η ενδεδειγμένη διαχείριση της δημόσιας κτήσης είναι αναγκαία προϋπόθεση για τη βιώσιμη ανάπτυξη μιας χώρας, ιδίως μιας χώρας όπως η Ελλάδα, η οποία έχει την τύχη να διαθέτει πολύ σημαντική δημόσια κτήση.

Γιατί είναι κρίσιμη η δημόσια κτήση; Διότι, υπό τις παρούσες οικονομικές συνθήκες, η δημόσια κτήση έχει ανασυρθεί στην επιφάνεια ως ο από μηχανής θεός που θα μας βγάλει από την κρίση. Προτού λοιπόν ληφθούν αποφάσεις, η μάλλον προτού ληφθούν κι άλλες αποφάσεις, που θα σφραγίσουν για πάντα την τύχη της και, κατ’ επέκταση, την πορεία της χώρας προς τη βιώσιμη ανάπτυξη, είναι αναγκαίο να έχουμε επίγνωση της ουσίας και της σημασίας της. Ιδίως δε εμείς οι νομικοί, διότι εμείς θα κληθούμε, σε όποια θέση και να βρισκόμαστε, να συμβουλεύσουμε, να γνωμοδοτήσουμε, ή να κρίνουμε τις διαφορές που θα γεννηθούν.

Βρισκόμαστε λοιπόν σήμερα σε μια κρίσιμη στιγμή, κατά την οποία η δημόσια κτήση υφίσταται πιέσεις από δύο κυρίως πλευρές. Η μια σχετίζεται με το ρεύμα των αθρόων ιδιωτικοποιήσεων, το οποίο σαρώνει την υφήλιο από τη δεκαετία του ’80 και στο οποίο έχει προσχωρήσει και η Ε.Ε. Η δεύτερη είναι πιο πρόσφατη και σχετίζεται με την ανάγκη της χώρας μας να βρει κονδύλια για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους.

Και οι δύο αυτές πιέσεις είναι σοβαρές και εγκυμονούν κινδύνους, αν ενδώσουμε σπασμωδικά, χωρίς πλήρη επίγνωση του διακυβεύματος. Το ερώτημα που τίθεται κατά βάθος είναι, με απλά λόγια, το εξής: Από πόσα και ποια στοιχεία της δημόσιας κτήσης δικαιούται να αποξενωθεί ή, αντίστροφα, τι οφείλει οπωσδήποτε να κατέχει ένα σύγχρονο Κράτος Δικαίου και Προνοίας ώστε να παραμείνει ζωντανό και βιώσιμο;

Η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί με τρόπο απλουστευτικό. Πρέπει να ξεκινήσουμε από την αρχή, από την ίδια δηλ. την έννοια της δημόσιας κτήσης, η οποία περιλαμβάνει όλα όσα ανήκουν στο Δημόσιο με την ευρεία έννοια του όρου, δηλ. το ίδιο το κράτος, τα ν.π.δ.δ., ΟΤΑ, δημόσιοι φορείς και επιχειρήσεις.

Η δημόσια κτήση, σε αντίθεση με την ιδιωτική, αυτή δηλ. που ανήκει σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα του ιδιωτικού δικαίου, δεν είναι κτήση με την έννοια του εμπραγμάτου δικαιώματος του Αστικού Κώδικα. Ο κύριος του ιδιωτικού δικαίου μπορεί να καθορίζει τους σκοπούς του κατ’ αρέσκεια και να διαθέτει τα αντικείμενα της κυριότητός του για όποιο σκοπό θέλει, μπορεί δηλ. να τα καταστρέψει, να τα χαρίσει, να τα πετάξει κ.ο.κ. Δεν ισχύει το ίδιο και για το Κράτος. Όλα όσα έχει το κράτος, κινητά και ακίνητα, νομιμοποιείται να τα έχει επειδή τού χρειάζονται για την εκπλήρωση των δημοσίων σκοπών. Οι δημόσιοι σκοποί είναι ο λόγος ύπαρξης του κράτους και είναι δεδομένοι, συνταγματικά προσδιορισμένοι και κατοχυρωμένοι, με την έννοια ότι κανένας σκοπός δεν μπορεί να παραγκωνιστεί ή να εξουδετερωθεί έναντι κάποιου άλλου. Και το κράτος νομιμοποιείται να υπάρχει και να κατέχει ό,τι κατέχει χάριν εκπληρώσεως των σκοπών αυτών.

Όλα αυτά είναι λίγο-πολύ γνωστά. Είναι επίσης γνωστό ότι οι δημόσιοι σκοποί είναι πολλοί και ετερόκλιτοι, άμυνα, παιδεία, υγεία, δικαιοσύνη, κοινωνική πρόνοια, οικονομική ανάπτυξη, προστασία περιβάλλοντος κ.ο.κ. Εξίσου πολλά και ετερόκλιτα είναι και τα στοιχεία της δημόσιας κτήσης. Για να περιοριστώ στα ακίνητα, που ενδιαφέρουν εν προκειμένω, η δημόσια κτήση περιλαμβάνει αρχαία και νεώτερα μνημεία, δάση, βουνά, μικρά νησιά, οικοτόπους, τοπία φυσικού κάλλους, λιμάνια, αεροδρόμια, δρόμους, ενεργειακές υποδομές, νοσοκομεία, σχολεία, δημόσια κτίρια, οικόπεδα, διαμερίσματα κ.ο.κ. Το κλειδί για να κάνουμε ένα ουσιαστικό βήμα περαιτέρω είναι να προσδιορίσουμε με ακρίβεια τη σχέση ανάμεσα στα στοιχεία της δημόσιας κτήσης και τους δημόσιους σκοπούς. Ο προσδιορισμός αυτός θα αποτελέσει και το αναγκαίο θεωρητικό εργαλείο, τον γνώμονα, που θα καθορίσει τι δικαιούται να ιδιωτικοποιήσει ή να εκποιήσει το Κράτος για να παραμένει πάντα ζωντανό και βιώσιμο, όχι μόνο για την επόμενη δεκαετία, αλλά και για το απώτατο μέλλον και τις επερχόμενες γενιές.

Ας δούμε λοιπόν πρώτα απ’ όλα τους δημόσιους σκοπούς. Είναι όλοι βέβαια σημαντικοί, ορισμένοι όμως είναι πιο θεμελιώδεις από τους άλλους, με την έννοια ότι αποτελούν προϋπόθεση για την εκπλήρωση των υπόλοιπων. Υπάρχουν τρεις κατηγορίες δημοσίων σκοπών, και καθεμία από αυτές συνδέεται με διαφορετικό τρόπο με τη δημόσια κτήση (βλ. Διάγραμμα).

Η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει δημόσιους σκοπούς προσωρινούς ή περιστασιακούς, καθώς και δημόσιους σκοπούς καθαρά εισπρακτικούς. Τα ακίνητα που εξυπηρετούν τους σκοπούς αυτούς, όπως λ.χ. ακίνητα που προέρχονται από κατασχέσεις, δωρεές, κληρονομιές και αποτελούν την κοινώς λεγόμενη ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου, είναι εκποιήσιμα. Τα χρήματα που προέρχονται από την εκποίηση αυτή εισέρχονται στον κρατικό προϋπολογισμό μαζί με τα λοιπά έσοδα του κράτους.
Το ερώτημα είναι, όταν τα έσοδα του προϋπολογισμού δεν επαρκούν, μπορεί το Δημόσιο να συμπληρώσει τα ελλείμματα με την εκποίηση στοιχείων της δημόσιας κτήσης; Ασφαλώς και μπορεί, υπό την αυστηρή όμως προϋπόθεση ότι το συγκεκριμένο στοιχείο, π.χ. ακίνητο, από το οποίο αποξενώνεται χάριν κάποιου τιμήματος, αδιάφορο μικρού ή μεγάλου, δεν είναι αναγκαίο για την εξυπηρέτηση κάποιου άλλου δημόσιου σκοπού, όπως οι σκοποί εκείνοι που ανήκουν στις δύο επόμενες κατηγορίες. Υπό το πρίσμα αυτό, ο κύκλος των δυναμένων να εκποιηθούν ακινήτων στενεύει πολύ, όπως όμως θα δούμε στη συνέχεια, υπάρχουν σοβαροί λόγοι γι’ αυτό.

Ερχόμαστε έτσι στη δεύτερη και τρίτη κατηγορία δημοσίων σκοπών, η εξυπηρέτηση των οποίων συνδέεται στενά και άμεσα με συγκεκριμένα στοιχεία της δημόσιας κτήσης.
Η δεύτερη κατηγορία δημόσιων σκοπών είναι εκείνοι που αποτελούν αναπόσπαστο στοιχείο του σύγχρονου κοινωνικού κράτους και σχετίζονται με το λεγόμενο κοινωνικό κεφάλαιο, την τρίτη δηλ. μετά το φυσικό και πολιτιστικό κεφάλαιο, πτυχή της βιώσιμης ανάπτυξης. Κοινωνικό κεφάλαιο είναι όλοι εκείνοι οι θεσμοί αλληλεγγύης και πρόνοιας, οι οποίοι διασφαλίζουν μια ποιότητα ζωής η οποία εγγυάται την κοινωνική συνοχή και ειρήνη και το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου. Πρόκειται για θεσμούς πανάρχαιους, οι οποίοι αναπτύχθηκαν στο παρελθόν στα πλαίσια της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, της φιλανθρωπίας, της δράσης της εκκλησίας κ.ο.κ., σήμερα όμως ανήκουν στη σφαίρα της κρατικής δράσης με συνταγματική μάλιστα κατοχύρωση. Έχουν δε πλέον εμπλουτιστεί με όλες εκείνες τις δημόσιες υπηρεσίες που δικαιούται να αξιώσει ο πολίτης από ένα σύγχρονο βιώσιμο κράτος. Αν δεν μπορούμε να φανταστούμε σήμερα πολίτες χωρίς ύδρευση, ηλεκτρικό, συγκοινωνίες, περίθαλψη, παιδεία, δύσκολα μπορούμε να φανταστούμε ένα κράτος χωρίς λιμάνια, δρόμους, ενεργειακά δίκτυα, σχολεία, νοσοκομεία. Και εδώ ανακύπτει το πρόβλημα με τις ιδιωτικοποιήσεις. Κανείς δεν αμφισβητεί ότι κάποιες υπηρεσίες, όπως η παιδεία, η υγεία, οι συγκοινωνίες, μπορεί να παρέχονται παράλληλα και από τον ιδιωτικό τομέα, υπό την εποπτεία και κανονιστική ρύθμιση του κράτους. Αυτό άλλωστε συνέβαινε πάντα. Το θέμα είναι ότι ο ιδιωτικός τομέας παρέχει τις υπηρεσίες αυτές στα πλαίσια της επιχειρηματικής δραστηριότητας και του ιδιωτικού δικαίου. Τα πλαίσια αυτά, είναι ίσως αρκετά όταν όλα πάνε καλά, δεν μπορούν όμως να εγγυηθούν την ασφάλεια, ποιότητα, συνέχεια, καθολικότητα και προσιτή τιμή που πρέπει να χαρακτηρίζουν τις δημόσιες υπηρεσίες, όταν τα πράγματα δεν πάνε καλά. Υπάρχει πάντα η περίπτωση, και αυτή δεν είναι καθόλου θεωρητική, ο ιδιωτικός τομέας να μην μπορεί, να μην τον συμφέρει, ή να μην θέλει να διασφαλίσει τις προϋποθέσεις αυτές. Και όπως έχουμε ήδη διαπιστώσει, καμμία ρυθμιστική αρμοδιότητα και κανένας κρατικός μηχανισμός ελέγχου στον ιδιωτικό τομέα δεν μπορεί να υποκαταστήσει τον άμεσο και αποτελεσματικό έλεγχο που ασκεί το κράτος στις υποδομές, λιμάνια, ενεργειακά δίκτυα κ.λπ., όταν αυτά ανήκουν στη δημόσια κτήση του. Η παράμετρος αυτή δεν πρέπει να υποτιμάται, ιδίως σε περιόδους κρίσης όπως η σημερινή, που η συμπεριφορά της αγοράς είναι κατ’ εξοχήν ευμετάβλητη και απρόβλεπτη.

Στην κατηγορία αυτή, ο σύνδεσμος δημόσιου σκοπού και δημόσιας κτήσης μπορεί να μην είναι άρρηκτος, είναι όμως ιδιαίτερα στενός. Ειδικότερα, τα δημόσια κτίρια, στα οποία στεγάζονται δημόσιες υπηρεσίες (Υπουργεία, Μουσεία, νοσοκομεία κ.λπ.) και οι δημόσιες υποδομές (συγκοινωνιακά, ενεργειακά έργα κ.λπ.), δεν αποτελούν ιδιωτική περιουσία του κράτους, διότι είναι απολύτως αναγκαία για την εκπλήρωση των σκοπών στα οποία είναι αφιερωμένα. Και δεν κωλύεται μεν το κράτος, λ.χ., να μεταστεγάσει μια υπηρεσία σε ένα καταλληλότερο κτίριο, ή να καταργήσει ένα στρατόπεδο που δεν κρίνεται πλέον αναγκαίο, πλην όμως, αυτό μπορεί να γίνει μόνο για λόγους που σχετίζονται με την καλύτερη εκπλήρωση του αντίστοιχου δημόσιου σκοπού. Αντίθετα, η εκμετάλλευση τέτοιων ακινήτων για σκοπούς καθαρά δημοσιονομικούς, δεν είναι νοητή. Με απλά λόγια, δεν μπορεί το κράτος να αποξενώνεται από τις αναγκαίες δημόσιες υποδομές σε τέτοιο βαθμό, ώστε να καθίσταται επισφαλής η παροχή στους πολίτες, χρήστες και όχι πελάτες, των αντίστοιχων δημόσιων και κοινωνικών υπηρεσιών.

Η τρίτη κατηγορία δημόσιων σκοπών είναι η πιο σημαντική για τη βιώσιμη ανάπτυξη και η πιο παρεξηγημένη, ίσως γιατί τα στοιχεία που την αποτελούν δεν έχουν φωνή, ούτε πολλούς υποστηρικτές να μιλήσουν για λογαριασμό τους. Πρόκειται για τα πολύτιμα στοιχεία του φυσικού και πολιτιστικού κεφαλαίου της χώρας, όπως δάση, ορεινοί όγκοι, οικότοποι, μικρά νησιά, ακτές και θάλασσες, μνημεία, τοπία φυσικού κάλλους κ.ά., τα οποία δεν εξυπηρετούν απλώς τους σκοπούς της βιώσιμης ανάπτυξης, αλλά ταυτίζονται με αυτούς. Η ουσία, δηλ. η πραγμάτωση της βιώσιμης ανάπτυξης, έγκειται ακριβώς στη διαφύλαξη και διαχείριση των στοιχείων αυτών σύμφωνα με τον προορισμό τους, πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει κανείς να τα αφήσει στην ησυχία τους. Γιατί αν αυτά καταστραφούν ή αλλοιωθούν, πλήττεται ανεπανόρθωτα και ο υπέρτατος δημόσιος σκοπός της διαφύλαξης και προστασίας του φυσικού και πολιτιστικού κεφαλαίου, που είναι η πεμπτουσία της βιώσιμης ανάπτυξης. Όταν τέτοια στοιχεία ανήκουν σε ιδιώτες, η προστασία τους δημιουργεί πολλά νομικά και πραγματικά προβλήματα, δεδομένου ότι απαιτείται η επιβολή στους ιδιοκτήτες τους σημαντικών περιορισμών χρήσης και εκμετάλλευσης, πράγμα που συνεπάγεται μεγάλο κόστος αποζημιώσεων, δικαστικές αμφισβητήσεις, κοινωνικές αντιδράσεις και πλείστες άλλες δυσχέρειες. Τα πράγματα όμως διευκολύνονται πολύ όταν τα στοιχεία αυτά ανήκουν ήδη στο Δημόσιο όπως, για λόγους ιστορικούς, έχουμε την τύχη να συμβαίνει στη χώρα μας. Τότε, το μόνο που έχει να κάνει το κράτος, είναι να αφήσει τα στοιχεία αυτά ανέπαφα και να τα διαχειριστεί σύμφωνα με τον προορισμό τους.

Να όμως που δεν συμβαίνει αυτό. Όπως έδειξε η εμπειρία των τελευταίων χρόνων, αυτά ακριβώς τα πολύτιμα και αναντικατάστατα στοιχεία είναι τα πρώτα που βγήκαν προς πώληση και εντατική εκμετάλλευση. Αυτό δεν πρέπει να μας κάνει εντύπωση, αφού πρόκειται για τα πλέον δελεαστικά και πρόσφορα για κερδοφόρα εμπορική αξιοποίηση. Ένα μικρό νησί λ.χ. συνδέεται ταυτόχρονα με πολλούς δημόσιους σκοπούς, μπορεί δηλ. να αποτελεί στρατηγικό σημείο για την άμυνα, κόμβο για τη θαλάσσια συγκοινωνία, να διαθέτει πλούσιο υπέδαφος, ενάλιες αρχαιότητες, παραδοσιακούς οικισμούς, διαφυλακτέο φυσικό κεφάλαιο, καθώς και να είναι πόλος έλξης τουριστών. Πώς πρέπει λοιπόν να ιεραρχηθούν οι επιτρεπόμενες για κάθε δημόσιο ακίνητο χρήσεις, όταν μάλιστα, κατά κανόνα, είναι μεταξύ τους ασυμβίβαστες και αλληλοσυγκρουόμενες; Η απάντηση είναι ότι πρέπει πρώτα να ιεραρχηθούν οι δημόσιοι σκοποί τους οποίους εξυπηρετούν, ανάλογα με τη σπουδαιότητά τους. Γιατί δεν είναι δυνατόν ένα δημόσιο ακίνητο, προορισμένο από τη φύση του να εξυπηρετεί πάγιους και θεμελιώδεις σκοπούς, να θυσιάζεται για την κάλυψη μιας περιστασιακής ανάγκης, και μάλιστα οικονομικής.

Υπό την πίεση όμως του χρέους, τίθενται στο περιθώριο οι δημόσιοι σκοποί για τους οποίους τα ακίνητα αυτά είναι μοναδικά, άρρηκτα συνδεδεμένα και αναντικατάστατα σε μακροπρόθεσμη κλίμακα, και επιλέγεται η βραχυπρόθεσμη εξυπηρέτηση του εισπρακτικού σκοπού.
Μα θα μου πείτε, εδώ δεν έχουμε να πληρώσουμε μισθούς και συντάξεις και χρέη και θα κοιτάμε τη βιώσιμη ανάπτυξη; Αυτή είναι πολυτέλεια για τις εποχές των παχέων αγελάδων, όχι για τη σημερινή κρίση.
Εδώ ακριβώς είναι το κρίσιμο δίλημμα που αντιμετωπίζει σήμερα η χώρα σε σχέση με τη δημόσια κτήση και, κατ’ επέκταση, με τη βιώσιμη ανάπτυξη και την αξία του ανθρώπου που είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτή. Με λίγες σκέψεις πάνω σε αυτό θα κλείσω τη σημερινή μου εισήγηση.

Εδώ και αρκετές δεκαετίες, η ανθρωπότητα έχει ακολουθήσει τον δρόμο ενός οικονομικού μοντέλου που πρεσβεύει, σε αδρές και υπεραπλουστευμένες γραμμές, ότι αν εξακολουθούμε να μεγεθυνόμαστε ραγδαία, να γινόμαστε όλο και πλουσιότεροι με όλο και εντατικότερη εκμετάλλευση των φυσικών πόρων του πλανήτη, θα σωρεύσουμε κεφάλαια που θα επενδυθούν στις φτωχές χώρες, θα δημιουργήσουν νέες αγορές. Τα προβλήματα που μας βασανίζουν θα λυθούν από μόνα τους, από το αόρατο χέρι της αγοράς και τους πολύ ορατούς διεθνείς οργανισμούς (ΔΝΤ, ΠΟΕ, Παγκόσμια Τράπεζα) που την στηρίζουν. Οι εγγενείς φυσικοί περιορισμοί του πλανήτη θα υπερπηδηθούν με την ανάπτυξη της τεχνολογίας, που θα ανακαλύψει νέους πόρους, νέους τρόπους μετασχηματισμού τους σε καταναλωτικά αγαθά και νέους τρόπους απαλλαγής από τα απόβλητα. Ενστάσεις που επισημαίνουν τη μέχρι σήμερα αποτυχία του μοντέλου αυτού, το γεγονός ότι η τεχνολογία δεν έχει μέχρι τώρα επιτύχει το προσδοκώμενο, καθώς και ότι, αντί για πλουσιότεροι, γινόμαστε ολοένα φτωχότεροι, αφού από τα οφέλη της αυξημένης παραγωγής δεν αφαιρούμε τα περιβαλλοντικά και κοινωνικά κόστη, μένουν μέχρι στιγμής αναπάντητες.

Στον αντίποδα βρίσκεται η θεωρία της βιώσιμης ανάπτυξης, νομικά κατοχυρωμένη αλλά δυστυχώς ακόμα στα χαρτιά. Η θεωρία αυτή και οι οικονομολόγοι που την ασπάζονται, διάδοχοι του Keynes, υποστηρίζουν ότι δεν μπορούμε πλέον να μιλάμε για μεγέθυνση ποσοτική (growth), αλλά μόνο για ανάπτυξη ποιοτική και βιώσιμη (sustainable development). Η οικονομία πρέπει να καταλάβει επιτέλους ότι δεν λειτουργεί στο κενό, δεν είναι το απόλυτο υπερσύστημα, αλλά ένα απλό υποσύστημα που υπόκειται στους φυσικούς περιορισμούς της πεπερασμένης βιόσφαιρας που το στηρίζει. Οποιαδήποτε περαιτέρω θυσία φυσικού κεφαλαίου του πλανήτη, ο οποίος είναι ένα σύστημα κλειστό και με πεπερασμένους φυσικούς πόρους, περιορισμένες δυνατότητες μετασχηματισμού των πόρων αυτών σε πάσης φύσεως αγαθά και περιορισμένες δυνατότητες αφομοίωσης των καταλοίπων από τα αγαθά αυτά και τις διαδικασίες παραγωγής τους, είναι αντιοικονομική και ανέφικτη, αφού είναι βέβαιο ότι δεν μπορεί να συνεχιστεί για πολύ ακόμα.

Υπό την οπτική λοιπόν αυτή, ας δούμε τώρα με λίγο διαφορετικό μάτι, ποια είναι η οικονομική κατάσταση της Ελλάδας. Για να γίνει πιο ανάγλυφο, θα δανειστώ ένα σχολικό παράδειγμα από τους οικονομολόγους. Ας υποθέσουμε ότι πρέπει να αποτιμήσουμε τον πλούτο, την οικονομική αξία, μιας παγκόσμιας αλιευτικής επιχείρησης που έχει το μονοπώλιο της αλίευσης των ωκεανών. Αν χρησιμοποιήσουμε το νεοφιλελεύθερο οικονομικό μοντέλο, η αξία αυτή συνίσταται στο άθροισμα της αξίας των ψαριών που πιάνει και πουλάει και της αξίας του αλιευτικού της στόλου. Με τη λογική λοιπόν του μοντέλου αυτού, αν τα ψάρια του ωκεανού αρχίσουν να μειώνονται δραστικά εξ αιτίας της υπεραλίευσης, το μόνο που έχει να κάνει η επιχείρηση για να διατηρήσει, ή ακόμα και να μεγεθύνει, την οικονομική της αξία, είναι να αυξάνει διαρκώς των αριθμό των αλιευτικών της σκαφών.

Παράδοξο, οξύμωρο; Αυτό όμως καλείται σήμερα η χώρα μας να κάνει. Και εξηγούμαι αμέσως. Η καλή τύχη έχει προικίσει τη χώρα μας με ένα τεράστιο και ανεκτίμητο φυσικό κεφάλαιο, δάση, ορεινούς όγκους, ακτές, θάλασσες, οικοτόπους, βιοποικιλότητα, φυσικούς πόρους, τοπία, κλίμα κ.λπ. και ένα εξίσου ανεκτίμητο πολιτιστικό κεφάλαιο, αρχαία μνημεία, ιστορικούς και μυθολογικούς τόπους, παραδοσιακούς οικισμούς, άρρηκτα συνδεδεμένο με το πρώτο. Είναι λοιπόν η Ελλάδα, σε απτό, πραγματικό και όχι πλασματικό, κεφάλαιο μια χώρα πάμπλουτη. Έχει παράλληλα και ένα οικονομικό, σε λογιστικά μεγέθη μετρώμενο, κεφάλαιο, το οποίο είναι σήμερα αρνητικό. Έχει δηλ. ένα δημόσιο χρέος, σημαντικό μεν, αλλά όχι πρωτοφανές ούτε μοναδικό για τα παγκόσμια οικονομικά δεδομένα, που τώρα της το ζητάνε πίσω.

Καλείται, λοιπόν, να θυσιάσει τον φυσικό, πραγματικό της πλούτο, και να τον μετατρέψει σε οικονομικό, δηλ. σε αναλώσιμα αγαθά πάσης φύσεως, τα οποία θα διαθέσει στην αγορά έναντι τιμήματος, αδιάφορο μεγάλου ή μικρού, προκειμένου να μειώσει λογιστικά τον πλασματικό, οικονομικό πλούτο που χρωστάει. Να αναβαθμίσει δηλ. την οικονομική της θέση, αντικαθιστώντας άμεσα, άκριτα και σπασμωδικά, το πραγματικό της κεφάλαιο (δάση, ακτές, οικοσυστήματα κ.λπ.), με σωρεία αγαθών (κτίσματα, κατασκευές, υποδομές κ.λπ.) που θα αναλώσουν ανεπανόρθωτα το κεφάλαιο αυτό, έναντι κάποιου λογιστικού τιμήματος, τα λεγόμενα «έσοδα για την αποπληρωμή του χρέους».

Δεδομένου δε ότι αυτός ο πραγματικός πλούτος της χώρας συμβαίνει να ανήκει, κατά το μεγαλύτερο μέρος του, στη δημόσια κτήση, η χώρα μας καλείται να κάνει τη μετατροπή είτε με τη μέθοδο της ιδιωτικοποίησης των δημοσίων υπηρεσιών και την αντίστοιχη πώληση των υποδομών που εξυπηρετούν τις υπηρεσίες αυτές (ακίνητα της ανωτέρω δεύτερης κατηγορίας), είτε με την μέθοδο των εκποιήσεων, παραχωρήσεων κ.λπ. των ακινήτων της ανωτέρω τρίτης κατηγορίας για την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας εκ μέρους επενδυτών.

Και όλα αυτά, προκειμένου να μειώσει, προσωρινά βέβαια, το λογιστικό της έλλειμμα. Στο τέλος της ιστορίας, αμφιβάλλει κανείς ότι η χώρα θα απομείνει πάμπτωχη, όχι μόνο λογιστικά και προσωρινά, όπως είναι σήμερα, αλλά πραγματικά και για πάντα;

Τι συμπέρασμα βγαίνει από όλα αυτά; Όχι βέβαια ότι για να έχουμε βιώσιμη ανάπτυξη πρέπει να γυρίσουμε στις σπηλιές. Κάθε άλλο. Η ανάπτυξη όμως πρέπει να είναι ποιοτική, όχι απλή μεγέθυνση, και να έχει όριο την απόλυτη προστασία του φυσικού, πολιτιστικού και κοινωνικού κεφαλαίου, όπως τα προσδιορίσαμε παραπάνω, και την αξία του ανθρώπου.
Ιδιωτικοποιήσεις δημοσίων φορέων και εκποιήσεις δημοσίων ακινήτων, για να είναι βιώσιμες, πρέπει να αναζητήσουν το σωστό μέτρο. Οι σχετικές αποφάσεις πρέπει να εξετάζουν κάθε περίπτωση ξεχωριστά, λαμβάνοντας υπόψη τι ενδείκνυται για το κάθε συγκεκριμένο ακίνητο, ανάλογα με τον σκοπό που είναι από τη φύση του προορισμένο να εξυπηρετεί. Αν δεν τηρήσουμε το μέτρο αυτό, το οποίο αποτελεί και βασική αρχή της επιστήμης της βιώσιμης ανάπτυξης, δεν θα πρέπει να εκπλαγούμε για τις συνέπειες.

Θα έχουμε απλά και εμείς την τραγική τύχη του προγόνου μας Ερυσίχθονα, του άπληστου βασιλιά της Θεσσαλίας, ο οποίος, αφού απέκτησε τα πάντα στο βασίλειό του, θέλησε να χτίσει ένα ακόμα παλάτι στον μοναδικό εναπομείναντα πράσινο λόφο όπου βρισκόταν το ιερό της Δήμητρας. Παρά τις προειδοποιήσεις της θεάς, πραγματοποίησε την επιθυμία του, αποψίλωσε το λόφο, γκρέμισε ο ιερό και έχτισε το παλάτι. Με τη σειρά της η θεά πραγματοποίησε την κατάρα της. Ο άπληστος βασιλιάς καταδικάσθηκε να μη χορταίνει ποτέ. Το τέλος του Ερυσίχθονα ήταν το ίδιο αποτρόπαιο με την πράξη του. Αφού κατέφαγε τα πάντα, κατέληξε να φάει και τις ίδιες του τις σάρκες και να πεθάνει, πεινασμένος για πάντα. Μια χώρα με τον μύθο αυτό στο πανάρχαιο πολιτιστικό της παρελθόν, οφείλει να τον αξιοποιήσει μπροστά στο κρίσιμο σταυροδρόμι επιλογών που θα προδιαγράψουν για πάντα το μέλλον της.

IMG_3482

Συμπεράσματα Ημερίδας “Κοινωνικά και Ατομικά Δικαιώματα στη σκιά της κρίσης”

Αναστάσιος Παυλόπουλος, Δικηγόρος, Υποψήφιος Διδάκτωρ Συνταγματικού Δικαίου Νομικής Σχολής Α.Π.Θ.    

Ευχαριστώ πολύ κύριε πρόεδρε, ευχαριστώ τους διοργανωτές για την πρόσκληση.
Κύριες και κύριοι,
Η ιστορία του καπιταλιστικού συστήματος είναι μία ιστορία διαρκών κρίσεων. Η κρίση αποτελεί εγγενές στοιχείο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και οφείλεται στις δομικές αντιφάσεις που περιέχει και συγκεκριμένα: στη βασική αντίφαση ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα που έχει η παραγωγή από τη μια πλευρά και την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και τη λειτουργία τους με σκοπό το κέρδος, από την άλλη.
Η πρώτη κρίση του δημοκρατικού καπιταλισμού της μεταπολεμικής περιόδου εμφανίστηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1960, όταν η οικονομική επιβράδυνση, που σήμανε την αύξηση της ανεργίας, άρχισε να απειλεί την διαιώνιση ενός μοντέλου ειρήνευσης των κοινωνικών σχέσεων: η εργατική τάξη αποδέχτηκε την οικονομία της αγοράς με αντάλλαγμα την πολιτική δημοκρατία, η οποία διασφαλίζει κοινωνική προστασία και διαρκή βελτίωση του επιπέδου ζωής.
Ο πρώτος τρόπος αντιμετώπισης των οικονομικών κρίσεων, ήταν η χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής και η αύξηση του πληθωρισμού. Όμως αυτός το τρόπος δεν μπορούσε να διαρκέσει για πάντα, γιατί τελικά οδηγούσε στην αύξηση της ανεργίας, τιμωρώντας τους εργαζόμενους, τα συμφέροντα των οποίων είχε αρχικά εξυπηρετήσει. Έτσι την κάλυψη των κρατικών αναγκών για τη διασφάλιση της κοινωνικής ειρήνης, ανέλαβε το κράτος με τον δημόσιο, αρχικά, και τον ιδιωτικό αργότερα δανεισμό. Όμως και αυτός ο τρόπος αποσόβησης των κρίσεων, δεν μπορούσε να διατηρηθεί για πάντα: τα δημόσια ελλείμματα, απορροφούσαν τους διαθέσιμους παραγωγικούς πόρους και στραγγάλιζαν τις ιδιωτικές επενδύσεις, προκαλώντας άνοδο των επιτοκίων και οικονομική επιβράδυνση.
Ένα νέο πρόβλημα, ήρθε επομένως, στο προσκήνιο και απασχόλησε υπερχρεωμένα κράτη, όπως το δικό μας: πώς θα μειώσουμε το δημόσιο χρέος; Σύμφωνα με το γνωστό βιβλίο, «Το κεφάλαιο», του Καθηγητή Piketty, τρεις είναι οι τρόποι μείωσης του δημοσίου χρέους: ο φόρος στο κεφάλαιο, ο πληθωρισμός και η λιτότητα. Η χειρότερη λύση από άποψη τόσο δικαιοσύνης όσο και αποτελεσματικότητας είναι μία παρατεταμένη θεραπεία λιτότητας, η οποία εντούτοις ακολουθείται σήμερα στην Ευρώπη.
Οι πολιτικές της λιτότητας, θίγουν άμεσα, ευθέως, το κοινωνικό κράτος, καθώς τείνουν στην περιστολή των κοινωνικών δαπανών, που σε πολλές περιπτώσεις αντιμετωπίζονται ως περιττό κόστος. Τα κοινωνικά δικαιώματα δέχονται πρώτα από όλα τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης και των λιτότητας, αφού κυρίαρχο δόγμα της πολιτικής είναι η εξασφάλιση δημοσιονομικών πλεονασμάτων. Καθώς, όμως, συχνά η περιστολή των κοινωνικών δικαιωμάτων διασαλεύει σε έναν έστω βαθμό την κοινωνική ειρήνη και προκαλεί την αντίδραση των λαϊκών μαζών, η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι μετά την επίθεση στα κοινωνικά δικαιώματα, ακολουθεί η επίθεση στα ατομικά. Είναι πολύ χαρακτηριστική η φράση του Βρετανού Πρωθυπουργού, μεσούσης της εξέγερσης στο βορειοανατολικό Λονδίνο τον Αύγουστο του 2011: «Ό,τι κρίνει απαραίτητο η αστυνομία, θα γίνει νόμος», είχε πει.
Η πολιτική αντίδραση, συχνά και πολιτική ανυπακοή, όπως και η κοινωνική διεκδίκηση εντάσσονται στη σφαίρα της πολιτικής διαδικασίας. Ένας άλλος δρόμος, που ακολουθείται -σημαντικός, αν όχι ο σημαντικότερος- είναι η άσκηση του δικαιώματος των δικαιωμάτων, όπως συχνά αποκαλείται: του δικαιώματος δικαστικής προστασίας.
Οι πολίτες στρέφονται ενώπιον των δικαστηρίων, ζητώντας την αποκατάσταση των θιγομένων δικαιωμάτων τους. Ο δικαστής, έτσι, βρίσκεται προ μεγάλων διλλημάτων: από τη μία μεριά της εκπλήρωσης της συνταγματικής του αποστολής για προστασία των δικαιωμάτων, και από την άλλη μεριά της διατήρησης του συνταγματικού του ρόλου ως εκείνου που εφαρμόζει, αλλά δεν θέτει τους ισχύοντες κανόνες δικαίου.

Υπό την οπτική αυτή, η ημερίδα την οποία σήμερα παρακολουθήσαμε υπό την διοργάνωση της Ένωσης Ελλήνων Δικαστών για τη Δημοκρατία και τις Ελευθερίες, συνιστά μία συμβολή στην αποσαφήνιση του ρόλου του δικαστή ως προστάτη των δικαιωμάτων εκείνων, που «σκιάζονται» από την οικονομική κρίση.
Τα συμπεράσματα μίας τέτοιας εκδήλωσης δε θα μπορούσε παρά να είναι πλούσια: Καθώς το συνέδριο είναι ακόμα σε εξέλιξη, με κάθε συντομία θα ακολουθήσουν ορισμένες σκέψεις, που αποτελούν περισσότερο εναύσματα για περαιτέρω συζήτηση, προβληματισμό και έρευνα.

Η πρώτη συνεδρία, την οποία συντόνισε ο Επίτιμος Αντιπρόεδρος του ΣτΕ, κ. Γεώργιος Σταυρόπουλος, ξεκίνησε με την εισήγηση του Καθηγητή και Αναπληρωτή Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης κ. Γιώργου Κατρούγκαλου, που είχε ως τίτλο: «Το παρασύνταγμα των μνημονιακών ρυθμίσεων και τα θεμελιώδη δικαιώματα». Η κεντρική ιδέα της εισήγησης ήταν ότι οι ρυθμίσεις του «Μνημονίου» επιχείρησαν χωρίς τη λαϊκή συναίνεση μία ριζική ανατροπή του οικονομικού συντάγματος της χωράς προς μία νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση, με παράλληλο παραγκωνισμό του ισχύοντος οικονομικού και κοινωνικού Συντάγματος. Προέκυψε, υπό την οπτική αυτή, ένα «παρασύνταγμα», ένα πλέγμα κανόνων, που εφαρμόζονται με μία εν τοις πράγμασι αναστολή των ισχυουσών συνταγματικών διατάξεων.
Τα ζητήματα, τα οποία απασχόλησαν ιδιαίτερα τον εισηγητή είναι τα εξής:
Το πρώτο ζήτημα είναι η νομική φύση του μνημονίου. Η βασική θέση που εδώ διατυπώθηκε είναι ότι τα μνημόνια δεν αποτελούν διεθνείς συμβάσεις, αλλά πολιτικά προγράμματα. Και τούτο, γιατί τα ελάχιστα αναγκαία εννοιολογικά στοιχεία της διεθνούς συνθήκης, κατά το Σύνταγμα και το διεθνές δίκαιο είναι α) να περιέχει αυτή κανόνες δικαίου και όχι απλώς προγραμματικές διατάξεις και β) τα υποκείμενα του διεθνούς δικαίου τα οποία συμβάλλονται να στοχεύουν να προσδώσουν διεθνή νομική δεσμευτικότητα στους εν λόγω κανόνες. Και τα δύο αυτά στοιχεία ελλείπουν από τα μνημόνια. Στο σημείο αυτό ο εισηγητής εστίασε ιδιαίτερα σε ένα ερώτημα, που απασχόλησε την επικαιρότητα, πριν λίγες ημέρες: η παράταση της δανειακής σύμβασης είναι επιβεβλημένο να κυρωθεί από την Βουλή; Η απάντηση που δόθηκε είναι αρνητική, με την αιτιολογία ότι η συμφωνία για παράταση της υφισταμένης δανειακής σύμβασης, καθώς δεν περιέχει νέους όρους, αποτελεί συμφωνία απλοποιημένης μορφής και ως εκ τούτου δεν χρήζει κυρώσεως από τη Βουλή κατά το άρθρο 36 § 2 Συντ.
Το δεύτερο ζήτημα είναι οι επιμέρους παραβιάσεις του Συντάγματος, από τα μέτρα του Μνημονίου. Στο σημείο αυτό αναφέρθηκαν ιδιαίτερα οι επεμβάσεις στην εργατική νομοθεσία, με στόχο την απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, ο εν γένει περιορισμός του κράτους, καθώς και οι ιδιωτικοποιήσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι ρυθμίσεις σχετικά με την δυνατότητα καθορισμού ημερομισθίου για τους νέους ηλικίας κάτω των 25 ετών, που εισέρχονται στην αγορά εργασίας για πρώτη φορά, κατώτερο από αυτό που προβλέπει η Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας. Η εν λόγω ρύθμιση είναι, κατ’ αρχάς, ευθέως αντίθετη στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 22 § 1Σ, που παρέχει στον εργαζόμενο δικαίωμα να αξιώσει ίση αμοιβή για ίση εργασία, εφόσον οι εν λόγω νέοι θα πληρώνονται λιγότερο για ίδια εργασία.
Ο εισηγητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι σχετικές ρυθμίσεις ήταν αντισυνταγματικές λόγω της ουσιαστικής αντίθεσης του περιεχομένου τους με θεμελιώδεις συνταγματικές αρχές (ισότητα στα δημόσια βάρη, αρχή της αναλογικότητας) και τα συνταγματικά κατοχυρωμένα κοινωνικά δικαιώματα και όχι επειδή δεν είχαν έρεισμα σε διεθνή κανόνα δικαίου.

Η δεύτερη θεματική της πρώτης συνεδρίας επικεντρώθηκε στη δημόσια κτήση ως στοιχείο της βιώσιμης ανάπτυξης. Η εισήγητρια κα. Καραμανώφ, Σύμβουλος Επικρατείας, ανέδειξε με ιδιαίτερα μεθοδικό τρόπο την σύγχρονη διάσταση της σχέσης της δημόσιας κτήσης με την αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης.
Εκείνο που πρέπει πρώτο να συγκρατήσουμε είναι ο προσδιορισμός της έννοιας της βιώσιμης ανάπτυξης: Βιώσιμη ανάπτυξη σημαίνει ότι το Σύνταγμά κατοχυρώνει το κυρίαρχο Κράτος, το οποίο οφείλει να σχεδιάζει και να εφαρμόζει αυτόνομη πολιτική, η οποία να διαφυλάττει το φυσικό, πολιτιστικό και κοινωνικό κεφάλαιο της χώρας. Σημαίνει ότι η οικονομία πρέπει να είναι βιώσιμη, η προστασία του περιβάλλοντος πρέπει να είναι το απαράβατο όριο για κάθε οικονομική δραστηριότητα.
Το δεύτερο είναι ότι η βιώσιμη ανάπτυξη τίθεται σε δοκιμασία την εποχή της οικονομικής κρίσης, όπως την γνωρίζουμε στην χώρα μας τα τελευταία 5 χρόνια. Υπογράφοντας το Μνημόνιο αποδεχθήκαμε, να νοθεύσουμε την κυριαρχία μας σε θεμελιώδεις δημόσιες πολιτικές, οι οποίες αποτελούν τον πυρήνα της εθνικής μας πολιτικής, όπως είναι η δημοσιονομική και φορολογική πολιτική, και κατ’ επέκταση σε όλες τις άλλες βασικές πολιτικές. Βιωσιμότητα, υγεία, παιδεία, πρόνοια, κ.λπ., και αν δεν πλήττονται ρητά, εξουδετερώνονται εμμέσως, εφ’ όσον δεν υπάρχουν πλέον πόροι για να χρηματοδοτηθούν. Ο πρωταρχικός δημόσιος σκοπός αυτή την στιγμή είναι ένας και μοναδικός, η εξυπηρέτηση του χρέους της Χώρας και η αύξηση των εσόδων για να εξυπηρετηθεί το χρέος αυτό.
Το τρίτο είναι ότι μία από τις όψεις της βιώσιμης ανάπτυξης που θίγεται, είναι και αυτή της δημόσιας κτήσης. Η δημόσια κτήση περιλαμβάνει πάσης φύσεως ακίνητα, τα οποία μπορεί να εξυπηρετούν ταυτόχρονα έναν ή περισσότερους δημόσιους σκοπούς: ακτές, δάση, οικότοποι, βιοτόποι ορεινοί όγκοι, λιμάνια, κ.ο.κ. Πρόκειται για στοιχεία αναγκαία όχι μόνο για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος ή της πολιτιστικής κληρονομιάς, αλλά και για την λειτουργία του κοινωνικού κράτους,
Σήμερα, η δημόσια κτήση βάλλεται από δύο πλευρές: Τις αθρόες ιδιωτικοποιήσεις των δημοσίων υπηρεσιών και τη συλλήβδην εκποίηση όλων των δημοσίων ακινήτων, τα οποία το κράτος θεωρεί ως ιδιωτική του περιουσία ανεξάρτητα από τα χαρακτηριστικά τους και τον κατά φύση προορισμό εκάστου.
Η Εισήγηση κατέληξε στην εξής παραδοχή: Οι σύγχρονες ανάγκες μας καλούν να θυσιάσουμε το φυσικό, πολιτιστικό και κοινωνικό μας κεφάλαιο. Είμαστε υποχρεωμένοι για τον λόγο αυτό, να τηρήσουμε το μέτρο. Η ελληνική παράδοση μας διδάσκει τον μύθο του Ερεσίχθονα, ο οποίος αποψίλωσε το άλσος που ήταν αφιερωμένο στη Θεά Δήμητρα. Αυτή τότε τον καταδίκασε σε ακράτητη πείνα.

Η δεύτερη συνεδρία, την οποία συντόνισε ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Χαλκίδας, κ. Λάμπρος Γκάνης, ξεκίνησε με την εισήγηση του Καθηγητή κ. Σπύρου Βλαχόπουλου, και με θέμα: «Οικονομική κρίση και δικαίωμα στην ιδιοκτησία».
Η κεντρική ιδέα της εισήγησης είναι ότι η ιδιοκτησία αποτελεί βασικό πυλώνα του δυτικού πολιτισμού και ότι στη σύγχρονη εποχή νοείται ως σύνολο εμπραγμάτων και ενοχικών δικαιωμάτων, που υπό τα δεδομένα του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος επιτρέπει στον άνθρωπο να αναπτύξει ελευθέρως την προσωπικότητά του, συμμετέχοντας υπό όρους υγιούς ανταγωνισμού και αξιοκρατίας στην κοινωνική και οικονομική ζωή. Ο θεσμικός πυλώνας της ιδιοκτησίας οδήγησε στη διαμόρφωση του κράτους δικαίου, αλλά και στην καλλιέργεια των θεσμών της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Στην σύγχρονη εποχή, οι νεοφιλελεύθερης προέλευσης πολιτικές λιτότητας, σε συνδυασμό με την υπερφορολόγηση του εισοδήματος, οδηγούν στην αποδυνάμωση της ιδιοκτησίας.
Το κανονιστικό περιεχόμενο του δικαιώματος ιδιοκτησίας, αναφέρεται στα εξής: α) καταλαμβάνει μόνο τα εμπράγματα και όχι τα ενοχικά δικαίωμα, β) προστατεύει μόνον τις ιδιωτικού δικαίου έννομες σχέσεις, γ) τα εμπράγματα δικαιώματα ορισμένων ΝΠΔΔ, όπως οι ΟΤΑ και τα ΑΕΙ έχουν συνταγματική προστασία. Η νομολογία παγίως συνάγει το υπερνομοθετικής ισχύος κάλυμμα των ενοχικών περιουσιακής φύσεως δικαιωμάτων από το άρθρο1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ. Με την ΣτΕ 1116/2014 αναφορικά με το PSI, αναγνωρίστηκε εξίσου η θεμελίωση των ενοχικών αξιώσεων στο άρθρο 17 Συντ.
Σε συνθήκες κρίση ιδιαίτερη έκταση προσλαμβάνει η φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας. Χαρακτηριστικές τέτοιες περιπτώσεις είναι ο ΕΝΦΙΑ και το ΕΕΤΗΔΕ. Ο ΕΝΦΙΑ ρητά χαρακτηρίζεται ως φόρος, ενώ το ΕΕΤΗΔΕ ως τέλος. Η είσπραξη του ΕΝΦΙΑ ανατέθηκε στις φορολογικές αρχές, ενώ για το ΕΕΤΗΔΕ, η ΔΕΗ χρησιμοποιήθηκε ως εισπρακτικός μηχανισμός. Και στις δύο περιπτώσεις ο φόρος επιβάλλεται αποσυνδεδεμένος από την πρόσοδο, την οποία επιφέρει το ακίνητο αλλά σε σύνδεση με την αντικειμενική του αξία.
Η υπ’ αριθμ. 1972/2012 απόφαση του ΣτΕ, έκρινε ότι το ΕΕΤΗΔΕ είναι φόρος και όχι τέλος (δεν έχει σημασία ο νομοθετικός ορισμός, αλλά η ουσία της επιβάρυνσης). Το ΣτΕ χρησιμοποίησε την έννοια του δημοσίου συμφέροντος για να δικαιολογήσει την επέμβαση, το οποίο εννόησε ως έκτακτο δημοσιονομικό συμφέρον, καθώς και τον παροδικό του χαρακτήρα (2011-2012). Αντιθέτως, θεώρησε αντισυνταγματική τη διακοπή του ρεύματος, καθώς αυτή θεωρήθηκε ως παρακώλυση των δικαιωμάτων του καταναλωτή, που απορρέουν από την σχετική σύμβαση προμήθειας δικαιωμάτων. Παρόμοια ήταν η κρίση του ΣτΕ και στην υπ’ αριθμ. 532/2015 απόφαση για τον ΦΑΠ, ο οποίος εξαρχής προβλέφθηκε να έχει μόνιμο χαρακτήρα. Στην ίδια νομολογιακή γραμμή αναφορικά με το δικαίωμα της ιδιοκτησίας και την φορολόγηση ακινήτων εντάσσεται και η σημαντική υπ’ αριθμ. 4003/2014 απόφαση του ΣτΕ, στην οποία κρίθηκε ότι συντελέστηκε παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, λόγω της μη έκδοσης Απόφασης αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αξιών από το έτος 2007 και έπειτα.
Ο εισηγητής έκλεισε με μία φράση, που αξίζει να συγκρατήσουμε: στη χώρα μας σκεφτόμαστε το σήμερα και όχι τις αναγκαίες θεσμικές αλλαγές.

Η δεύτερη θεματική της δεύτερης συνεδρίας, αφορούσε την εισήγηση της κας. Αθηνάς Πετρόγλου, με τίτλο: «Το δικαίωμα κοινωνικής ασφάλισης στην σκιά της κρίσης». Η εισήγηση επικεντρώθηκε στα όρια της νομοθετικής δράσης επί του δικαιώματος κοινωνικής ασφάλισης, όπως αυτά διαγράφονται από τις πρόσφατες νομολογιακές τάσεις. Η προσέγγιση, που ακολουθήθηκε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ιδιαιτέρως ρεαλιστική, υπό την έννοια ότι προσεγγίζει το δικαίωμα κοινωνικής ασφάλισης με όρους δυνάμενους να ακολουθηθούν από τη νομολογία. Οι βασικοί άξονες γύρω από τους οποίους αναπτύχθηκαν οι σκέψεις της κας. Πετρόγλου, είναι οι εξής:
Πρώτον, το δικαίωμα κοινωνικής ασφάλισης είναι κατ αρχήν δικαίωμα ασφάλισης, δηλ. δικαίωμα σε παροχές, που θεμελιώνεται στην προηγούμενη καταβολή εισφορών και έχει ως σκοπό την αναπλήρωση της απώλειας του μισθού κατά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου.
Δεύτερον, το δικαίωμα κοινωνικής ασφάλισης θεμελιώνεται στην διαγενεακή αλληλεγγύη, δηλ. στην αλληλεγγύη μεταξύ των μελών της ίδιας γενεάς, αλλά και αλληλεγγύη μεταξύ των γενεών. Η αλληλεγγύη αυτή διασφαλίζεται με δύο τρόπους, πρώτον, με την υποχρεωτικότητα της κοινωνικής ασφάλισης και δεύτερον με την εγγύηση της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος, με απώτερο σκοπό την διασφάλιση αξιοπρεπούς σύνταξης.
Τρίτον, οι περικοπές των καταβαλλόμενων συντάξεων, πρέπει να δικαιολογούνται σε κάθε περίπτωση με λόγους δημοσίου συμφέροντος, που σχετίζονται με την ανάγκη διασφάλισης της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος.
Τέταρτον, η αξιοπρεπής σύνταξη δεν είναι το Existenzminimum. Είναι η σύνταξη που τελεί σε στοιχειώδη αντιστοιχία με τις αποδοχές που ο συνταξιούχος είχε κατά τη διάρκεια του εργασιακού του βίου και επί των οποίων κατέβαλε εισφορές για τη σύνταξη, όπως η αντιστοιχία αυτή προσδιορίζεται ειδικότερα από τη σχέση των εσόδων από τους εν ενεργεία ασφαλισμένους προς τις δαπάνες για τους ήδη συνταξιούχους και αντανακλάται στη σχέση της σύνταξης κάθε συνταξιούχου με το μέσο όρο σύνταξης που λαμβάνουν οι υπόλοιποι συνταξιούχοι την ίδια περίοδο. Ιδιαίτερα αξίζει να προσέξουμε την σκέψη αυτή, καθώς αντανακλά ιδιαίτερα εμφατικά την πραγματιστική προσέγγιση της εισηγήτριας. Υπενθυμίζεται ότι στην θεωρία έχουν κατά καιρούς υποστηριχθεί διάφορες θεωρίες, αναφορικά με το συνταγματικό minimum προστασίας του δικαιώματος κοινωνικής ασφάλισης. Μία τέτοια διαφορετική εκδοχή είναι η πλήρης αναλογία μεταξύ εισφορών και παροχών, με το αιτιολογικό ότι μόνο υπό την προϋπόθεση αυτή διατηρείται ο χαρακτήρας της ασφάλισης ως κοινωνικού δικαιώματος, σε αντιδιαστολή προς την ιδιωτική ασφάλιση.
Η εισηγήτρια συμπερασματικά επεσήμανε πως η αξιοπρεπής σύνταξη, υπό την ως άνω κοινωνικοασφαλιστική έννοια του όρου, αποτελεί τον πυρήνα του δικαιώματος κοινωνικής ασφάλισης και επομένως το όριο πέραν του οποίου δεν είναι συνταγματικά ανεκτή η μείωση από το νομοθέτη των ήδη καταβαλλόμενων συντάξεων.

Η τελευταία θεματική ενότητα της ημερίδας μας, όπως αναπτύχθηκε από την Λέκτορα του Εργατικού Δικαίου κα. Φωτεινή Δερμιτζάκη, αφορούσε στην υποβάθμιση της λειτουργίας του εργατικού δικαίου, όπως αυτή συντελέστηκε κατά τη διάρκεια της περιόδου της οικονομικής κρίσης. Εδώ αγαπητοί συνάδελφοι, τονίστηκε ο ρόλος του Συντάγματος ως ορίου των νομοθετικών επεμβάσεων στο πεδίο των ατομικών και συλλογικών σχέσεων εργασίας, ενώ η ανάπτυξη επικεντρώθηκε ιδιαίτερα στο παράδειγμα των λεγομένων «ρητρών μονιμότητας».
Ας μου επιτραπούν στο σημείο αυτό ορισμένες προκαταρκτικές παρατηρήσεις: Σε γενικότερο επίπεδο είναι γνωστό σε όλους μας το γεγονός πως το εργατικό δίκαιο βρέθηκε πολλάκις στο θεματικό κέντρο των Νόμων που υλοποίησαν το περιεχόμενο των «Μνημονίων». Η «μνημονιακή», όπως θα την ονομάζαμε περίοδος του εργατικού δικαίου αποτελεί την εγγύτερη ιστορικά φάση, μία διαρκώς εξελισσόμενης πορείας, που πολύ συνοπτικά θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως εξής:
Η πρώτη φάση αυτής της πορείας είναι η τριακονταετής μεταπολεμική ανάπτυξη (1945-1975), κατά την οποία κυριάρχησε το φορντικό παραγωγικό πρότυπο. Με τον όρο «Φορντισμός» αναφερόμαστε στην εποχή της εντατικής συσσώρευσης, με κινητήρια δύναμη τη μαζική παραγωγή και συνάμα την εντατικοποίηση της εργασίας και την παρεπόμενη ανάπτυξη του εργατικού δυναμικού και εν γένει της απασχόλησης.
Η δεύτερη φάση αυτής της πορείας ξεκινά από τα μέσα της δεκαετίας του 1970, οπότε και εμφανίζονται και κυριαρχούν τα φαινόμενα κρίσης του φορντισμού, που μεταξύ άλλων αποδίδεται στην πετρελαϊκή κρίση του 1973. Σύμπτωμα της κρίσης ήταν η κάμψη στο ρυθμό αύξησης της παραγωγικότητας, η οποία, περαιτέρω, έφερε στο προσκήνιο το πρόταγμα της ευελιξίας. Το νέο παραγωγικό πρότυπο, που προέκυψε απαιτούσε νέου τύπου εργατικό δυναμικό και εν γένει μία συνολική αναδιοργάνωση της εργασιακής διαδικασίας και των εργασιακών σχέσεων, ώστε η ευελιξία και η ικανότητα ταχείας προσαρμογής να αποτελεί κεντρική αρχή του παραγωγικού συστήματος. Η διάκριση ανάμεσα στην «αριθμητική» και στη «λειτουργική» ευελιξία είναι χρήσιμη προκειμένου να αξιολογηθούν οι επιπτώσεις των σύγχρονων μεταβολών στην εργασία. Ως «αριθμητική» ευελιξία ορίζεται η ευελιξία με την οποία ο αριθμός των απασχολούμενων μπορεί να προσαρμόζεται στις μεταβολές της ζήτησης. Ως «λειτουργική» ευελιξία θεωρούμε την ευελιξία των απασχολουμένων όσον αφορά τις τεχνικές τους δυνατότητες να εκτελούν ποικίλες εργασίες, προσαρμοσμένες στις διακυμάνσεις της ζήτησης, αλλά και στις ποιοτικές αλλαγές στη σύνθεσή της.
Τα ευρωπαϊκά κράτη, που ακολουθούσαν ιδιαίτερα το ηπειρωτικό κράτος πρόνοιας, επιχείρησαν να αντιμετωπίσουν τις νέες παραγωγικές ανάγκες με τον συνδυασμό κανόνων ευελιξίας με ασφάλεια (flexicurity), η οποία είχε ως στόχο την ήπια προσαρμογή των εργασιακών κανόνων στους κανόνες της αγοράς, κατά τρόπο, όμως, που να εξασφαλίζει μία αποτελεσματική άσκηση των εργατικών δικαιωμάτων. Προκειμένου να αποφευχθεί η απορρύθμιση, επιχειρήθηκε σε πολλές περιπτώσεις η επαναρρύθμιση των εργασιακών σχέσεων.
Η τρίτη φάση των εργασιακών σχέσεων, που συναντάται ιδιαιτέρως στη χώρα μας, είναι ακριβώς η αντίθετη: η απορρύθμιση των εργατικών σχέσεων. Στο πλαίσιο της εσωτερικής υποτίμησης κάθε αμοιβή εργασίας που δεν υποστηρίζει τις επιταγές του χρηματιστηριακού κεφαλαίου, αντιμετωπίζεται ως κόστος που πρέπει να περικοπεί και όχι ως αναγκαίο εισόδημα. Υπό την επήρεια τέτοιων νεοφιλελεύθερης προέλευσης ιδεολογημάτων, τα τελευταία 5 χρόνια επιδιώχθηκε η επέλευση ευελιξίας στις εργασιακές σχέσεις, όχι μόνο διάχυτης, αλλά συνάμα ανορθολογικής και συχνά ασύνδετης προς τις ανάγκες της πραγματικής οικονομίας. Στις ατομικές εργασιακές σχέσεις η ευελιξία αφορά ιδίως τις απολύσεις και τη λειτουργία των συμβάσεων εργασίας, ενώ στις συλλογικές σχέσεις θίγει τον πυρήνα της συλλογικής αυτονομίας και ιδίως των συλλογικών διαπραγματεύσεων.
Μία χαρακτηριστική περίπτωση των νέων αλλαγών που επήλθαν στις εργασιακές σχέσεις είναι και η κατάργηση των «ρητρών μονιμότητας», η οποία απασχόλησε και την αντίστοιχη θεματική της ημερίδας μας. Η εισήγηση της κας. Δερμιτζάκη, μπορεί να συνοψιστεί στα εξής σημεία:
Πρώτον, τι είναι οι ρήτρες μονιμότητας; Πρόκειται για διατάξεις που συναντούμε είτε στον νόμο είτε σε ΣΣΕ είτε σε κανονισμούς εργασίας και οι οποίες προστατεύουν τις θέσεις εργασίας εργαζομένων με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου στον δημόσιο τομέα. Οι ρήτρες μονιμότητας άλλοτε όριζαν ότι η καταγγελία μίας τέτοιας σύμβαση γίνεται για σπουδαίο λόγο, άλλοτε προέβλεπαν ότι συγκεκριμένους λόγους καταγγελίας και άλλοτε όριζαν ένα όριο ηλικίας, με τη συμπλήρωση του οποίου έληγε η σύμβαση εργασίας.
Δεύτερον, ποια είναι η πρακτική προστασία που προσέφεραν οι ρήτρες μονιμότητας; Με τις ρήτρες μονιμότητας η καταγγελία επιτρεπόταν μόνο για σπουδαίο λόγο για λόγους αναγόμενους στο πρόσωπο ή τη συμπεριφορά του εργαζομένου (π.χ. λόγοι ανικανότητας ή λόγοι πειθαρχικοί) [άλλο βέβαια το θέμα εάν δεν εφαρμοζόταν στην πράξη], ενώ δυσχέραιναν σε πολύ σημαντικό βαθμό την καταγγελία για οικονομικοτεχνικούς λόγους
Τρίτον, ποιες αλλαγές επήλθαν με τον Ν. 4046/2012 και την ΠΥΣ 6/2012: Με τις διατάξεις αυτές ορίστηκε πρώτον ότι όλες οι συμβάσεις που έχουν ως λήξη την συμπλήρωση ορισμένης ηλικίας (ή της ηλικίας συνταξιοδότησης) [περιέχουν δηλ. ρήτρα μονιμότητας] μετατρέπονται σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, για τις οποίες ισχύουν οι κανονικές διαδικασίες απόλυσης, ενώ κάθε άλλη διάταξη νόμου, ΣΣΕ ή κανονισμού εργασίας, που υποκρύπτει ρήτρα μονιμότητας, καταργείται.
Τέταρτον, ποια είναι η συνταγματική αξιολόγηση των επελθουσών αλλαγών; Η συζήτηση γύρω από τις ρήτρες μονιμότητας συνδέεται με την ευρύτερη προβληματική της συνταγματικής προστασίας της θέσης εργασίας. Η επέμβαση του νομοθέτη στο περιεχόμενο των ΣΣΕ ή των κανονισμών εργασίας ή άλλων νομοθετικών διατάξεων, που κατοχυρώνουν ρήτρες μονιμότητας, συνιστά αποδόμηση του κοινωνικού κεκτημένου, που είχε ήδη διαμορφωθεί. Στο πλαίσιο της θεωρίας του σχετικού κοινωνικού κεκτημένου, θα μπορούσε να δικαιολογηθεί μόνο υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, που θα τηρούσαν την αρχή της αναλογικότητας. Στην περίπτωση μας, λόγω της έκτασης της κατάργησης των ρητρών μονιμότητας και της απροσφορότητας αυτής να ικανοποιήσει την εξαγγελλόμενη δημοσιονομική εξυγίανση, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η κατάργηση των ρητρών μονιμότητας στερείται συνταγματικού κύρους.

Κυρίες και κύριοι,
Η ημερίδα αυτή νομίζω πως πρέπει να κλείσει με τον ίδιο τρόπο, που ξεκίνησε την εισαγωγική του τοποθέτηση ο Επίτιμος Αντιπρόεδρος του ΣτΕ, κος. Σταυρόπουλος: Τα μνημόνια, μας είπε, δεν έχουν μόνο αρνητικές επιπτώσεις. Έχουν και θετικά χαρακτηριστικά, όπως π.χ. ο περιορισμός της αλόγιστης σπατάλης.
Εάν στην νέα περίοδο, που φαίνεται να έχει αρχίσει, κατορθώσουμε να συγκρατήσουμε μόνο αυτά τα θετικά και να θεραπεύσουμε τα αρνητικά, τότε μπορούμε να εκφράσουμε την ελπίδα ότι τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα δεν θα παραμείνουν για καιρό ακόμα υπό την σκιά της κρίσης.

Με τις σκέψεις αυτές,
Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας !

423423423423

Η ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ Η ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΩΝ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ ΣΤΗ ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΗΣ ΛΙΣΑΒΟΝΑΣ

Ε.Βαγενά-Παλαιολόγου, δικαστής, Δρ.Εγκληματολογίας

Η Ένωση Ευρωπαίων δικαστών για τη Δημοκρατία και τις Ελευθερίες-MEDEL διοργάνωσε με την Ένωση Εισαγγελέων και την Ένωση Δικαστών της Πορτογαλίας, στις 13 Νοεμβρίου 2009, στη Λισαβόνα, συνέδριο με θέμα «την ανεξαρτησία των δικαστών και την αυτονομία του συμβουλίου των εισαγγελέων στη συνθήκη της Λισαβόνας». Μετά το τέλος του συνεδρίου οι πιο πάνω ενώσεις προέβηκαν στην ακόλουθη κοινή δήλωση.

Η δικαιοσύνη στην Ευρώπη αντιμετωπίζει μια σειρά τεράστιων προκλήσεων. Τα ευρωπαϊκά δικαιοδοτικά συστήματα υφίστανται μεγάλες πιέσεις από τους πολίτες, εξαιτίας τόσο των ποσοτικών ερευνών, στις οποίες υπόκεινται, όσο και των πολύπλοκων υποθέσεων, που έχουν να επιλύσουν. Καθυστερήσεις αποφάσεων στις πολιτικές δίκες, πολυπλοκότητα στις εμπορικές και τις παρεμφερείς με αυτές δίκες, νέα προβλήματα στον τομέα του οικογενειακού δικαίου και των ανηλίκων, σημαντική αύξηση σε μεγάλη βίαιη και οργανωμένη εγκληματικότητα, εθνική και διεθνική, γενική και προοδευτική αύξηση της διαφθοράς, οικονομική και χρηματοοικονομική εγκληματικότητα, διεθνοποίηση της εγκληματικότητας, είναι μόλις μερικές από τις διαστάσεις, που ήδη γνωρίζουμε.

Η πραγματοποίηση ενός ευρωπαϊκού δικαιοδοτικού χώρου, προκαλεί μεγάλες αλλαγές στα κανονιστικά συστήματα, τα οποία έχουν μια νέα προσέγγιση της πολιτικής για την ασφάλεια και τη δικαιοσύνη στην Ευρώπη.

Η Συνθήκη της Λισαβόνας, που τίθεται σε ισχύ, αποτελεί μια νέα δυναμική για μια Ευρώπη των πολιτών και μια Ευρώπη δικαιοσύνης.

Η Συνθήκη της Λισαβόνας δέχεται μια τεράστια πρόκληση με τη δυνατότητα δημιουργίας ενός Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Εισαγγελέων. Αυτό είναι ένα μεγάλο και αξιοσημείωτο βήμα, που αφορά την αντίδραση στη βαριά εγκληματικότητα, που πλήττει την Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη-μέλη της.

Η συλλογή των διαρθρωτικών κειμένων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου σχετικά με την πραγματοποίηση μιας δίκαιης, ισότιμης, αποτελεσματικής και ανεξάρτητης δικαιοσύνης, θα δημιουργήσει ένα «μοντέλο», που όλες οι χώρες θα πρέπει να ακολουθούν.

Το κείμενο έχει δημοσιευτεί στο ΣΥΝήΓΟΡΟ, τεύχος