32423423423

Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, η έννοια του συνόρου και η άλωση της Ρώμης: ένα επίκαιρο ιστορικό παράδειγμα

Σοφίας Πατούρα-Σπανού, Διευθύντριας Ερευνών Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών

O Claudio Magris, σε μια ιστορική παρέκβαση του λογοτεχνικού οδοιπορικού του στο Δούναβη, από το ομώνυμο βιβλίο του, παρατηρώντας τ’ απομεινάρια τού άλλοτε ισχυρού ρωμαϊκού limes, φαντάζεται το χωρικό του Μεσαίωνα να στέκεται απορημένος μπροστά στην πέτρινη γραμμή των ερειπωμένων κάστρων και οχυρώσεων που κάποτε ορθώνονταν απειλητικά και αγέρωχα κατά μήκος του μεγάλου ποταμού. Η ίδια η ιδέα του limes, το οποίο προσδιόριζε το βόρειο σύνορο της Αυτοκρατορίας μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα, ήταν για εκείνον κάτι το αδιανόητο, το εξωανθρώπινο – έργο μυστηριακών δυνάμεων.
Άγνοια για το σύνορο του Δούναβη και τον πέραν εκείνου κόσμο είχαν και οι περισσότεροι συγγραφείς της Aρχαιότητας -Έλληνες και Λατίνοι-, καθώς η εκείθεν του ποταμού περιοχή αποτελούσε terra incognita. Ο ποταμός λειτουργούσε στη συνείδησή τους ως φράγμα που χώριζε τη βαρβαρότητα από τον πολιτισμό. Από πολλούς συγγραφείς της ρωμαϊκής περιόδου διατυπώνεται ρητά ο χαρακτήρας των ποταμών ως φυσικών και πολιτικών συνόρων εντός των οποίων περικλείεται, προστατευμένη, η επικράτεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ίστρος και Ρήνος της ηγεμονίας όροι [σύνορα] εισίν, αναφέρουν οι Αππιανός Αλεξανδρεύς, Στράβων, Φλάβιος Ιώσηπος, κ. ά..
Ο μεγάλος, ωστόσο, εκπρόσωπος του ρωμαϊκού στωϊκισμού Σενέκας, στο έργο του Naturales Quaestiones, όχι μόνο αμφισβητεί αλλά και διακωμωδεί την ύπαρξη συνόρων μεταξύ των ανθρώπων. Αντίθετα, ο εξόριστος στον Πόντο ποιητής Οβίδιος χαρακτηρίζει το Δούναβη “βάρβαρο” και “συνωμότη” γιατί τα παγωμένα νερά του διευκολύνουν το πέρασμα των βαρβάρων στη νότια όχθη του.
Η σύγχυση και η αντιφατικότητα των ανθρώπων της ρωμαϊκής εποχής για τα σύνορα και τις δυνατότητες ή τις αδυναμίες τους να προστατεύσουν τα εδάφη τής Αυτοκρατορίας, διακρίνονται σαφέστερα στις ενέργειες δύο μεγάλων αυτοκρατόρων, του Τραϊανού και του Αδριανού. Ο Δίων Κάσσιος, στη Ρωμαϊκή Ιστορία του, αναφέρει ότι ο Τραϊανός έκτισε πέτρινη γέφυρα πάνω στο Δούναβη για τη μεταφορά στρατιωτών, ώστε ν’ αποτρέπουν λαθραίες διελεύσεις βαρβάρων στα ρωμαϊκά εδάφη, την οποία όμως κατέστρεψε ο Αδριανός, φοβούμενος μήπως οι βάρβαροι τη χρησιμοποιήσουν για να εισβάλουν στα εδάφη της Αυτοκρατορίας. Αργότερα, όταν κύματα μεταναστευτικών λαών κατέκλυζαν τις βορειοδουναβικές περιοχές και αναζητούσαν διέξοδο για την επιβίωσή τους, ο αυτοκράτορας Αυρηλιανός εγκατέλειψε τη ρωμαϊκή επαρχία Δακία, (την είχε προσαρτήσει στην Αυτοκρατορία ο Τραϊανός) και όρισε το σύνορο νοτιότερα, στη γραμμή του Δούναβη, ενισχύοντας τις οχυρώσεις του. Στόχος των Ρωμαίων δεν ήταν να κατακτήσουν και να ενσωματώσουν τους ξένους στη ρωμαϊκή κοινωνία αλλά να τους αναχαιτίσουν και να τους απωθήσουν πέραν και μακράν των συνόρων.
Η Αυτοκρατορία είχε οριστικά εισέλθει στη “μεγάλη κρίση του τρίτου αιώνα”. Η πολιτική αστάθεια, η εξασθένηση των θεσμών, η υποχώρηση του αμυντικού συστήματος, η νομισματική κατάρρευση και η έκπτωση αρχών και αξιών σηματοδότησαν την παρακμή της, προοιωνίζοντας τη νέα εποχή. Στα τέλη του 3ου και σε όλη τη διάρκεια του 4ου αιώνα, οι διελεύσεις του δουναβικού συνόρου από λαούς και έθνη που συνωθούνταν στη βόρεια όχθη τού ποταμού εντάθηκαν και νέοι λαοί κατέφθαναν στις βόρειες επαρχίες της Αυτοκρατορίας..
Η νέα κατάσταση που διαμορφώθηκε στον άγνωστο έως τότε Βορρά ευαισθητοποίησε και κινητοποίησε τους πολιτικούς και πνευματικούς κύκλους της Αυτοκρατορίας, προκαλώντας αντιδράσεις, αντιθέσεις και αντικρουόμενες πολιτικές πρακτικές. Η παραδοσιακή ιδεολογία περί διατήρησης της ρωμαιϊκότητας της Αυτοκρατορίας συγκρούσθηκε με τις νεωτερικές ρεαλιστικές αντιλήψεις αυτής της μεταβατικής περιόδου. Η σύγκρουση αυτή εκφράστηκε με συγκεκριμένες ενέργειες, οι οποίες συχνά οδηγούσαν τα πράγματα στα άκρα. Είναι χαρακτηριστική, για παράδειγμα, η πολιτικο – ιδεολογική διαμάχη που ξέσπασε ανάμεσα στους εκφραστές των δύο αντίρροπων τάσεων της εποχής, τον ρήτορα Θεμίστιο και τον φιλόσοφο Συνέσιο, μετά τη νόμιμη εγκατάσταση των προσφύγων Γότθων στα εδάφη της Αυτοκρατορίας. Ο πρώτος υπεραμύνθηκε της εισδοχής και ειρηνικής συμβίωσης των Γότθων με τους Ρωμαίους στα εδάφη της Αυτοκρατορίας, ενώ ο δεύτερος, σκληρός και αμείλικτος απέναντι σε αυτή την πολιτική, παρώτρυνε με πύρινους λόγους το νεαρό αυτοκράτορα Αρκάδιο να επαναπροωθήσει τους Γότθους στο Δούναβη και να τους απωθήσει πέραν εκείνου.
Η αντίσταση των εκπροσώπων της ρωμαϊκής ακεραιότητας και η αμφίθυμη συχνά στάση των ηγετών του ανατολικού τμήματος της Αυτοκρατορίας, εγκλώβισαν τα γοτθικά προσφυγικά φύλα και άλλα έθνη, για δεκαετίες, στις εξασθενημένες οικονομικά και κατεστραμμένες από τους πολέμους βόρειες επαρχίες της Θράκης, προκαλώντας σειρά αντιδράσεων στις τάξεις της πολιτικής και στρατιωτικής διοίκησης της περιοχής και στους κόλπους της τοπικής κοινωνίας. To προσφυγικό ζήτημα όξυνε έτι περαιτέρω τις σχέσεις Ανατολικής και Δυτικής Αυτοκρατορίας. Έγινε εργαλείο και όπλο στον σκληρό πολιτικό ανταγωνισμό τους, ο οποίος εκδηλωνόταν με ενέργειες που στρέφονταν σαφώς εναντίον αλλήλων. Το πλήθος των προσφύγων, διαρκώς διογκούμενο από νέες εθνικές ομάδες που περνούσαν το Δούναβη και υποκινούμενο με ποικίλους τρόπους, πότε από τη μία και πότε από την άλλη πλευρά, βρισκόταν σε μια αέναη μετακίνηση στον ταλαιπωρημένο από τους πολέμους χώρο της Βαλκανικής, που αδυνατούσε να το αφομοιώσει και να το εντάξει στους κόλπους της. Αποτέλεσε τον πιο ισχυρό κρίκο στην αλυσίδα των αλληλοϋπονομεύσεων και των αντικρουόμενων πολιτικών στρατηγικών των εκπροσώπων των δύο partes, η οποία περιέσφιξε και συνέθλιψε τελικά την ενότητα της ίδιας της Αυτοκρατορίας.
Οι ίδιοι οι πρόσφυγες, εγκλωβισμένοι στις άγονες και κατεστραμμένες επαρχίες του Δούναβη, αναζητούσαν απεγνωσμένα τρόπους φυγής προς την πλούσια μεν αλλά φθίνουσα πολιτικά και στρατιωτικά Δύση. Επωφελούμενοι από την οξύτατη πολιτική αντιπαράθεση και τη διαφαινόμενη διάσπαση των δύο τμημάτων της ενιαίας ακόμη Αυτοκρατορίας, εξεγέρθηκαν. Υπό την ηγεσία του δυναμικού ηγέτη Αλάριχου, επικεφαλής μιας πολυεθνικής συνομοσπονδίας, περιπλανήθηκαν σε ολόκληρη τη Βαλκανική για μία δεκαπενταετία. Το πλήθος των εξεγερμένων προσφύγων εγκατέλειψε την κλασική διαδρομή προς την Δύση, απ’ όπου ήταν αδύνατο να περάσει και κατευθύνθηκε στο Νότο. Διέτρεξε ολόκληρη την ηπειρωτική Ελλάδα (Μακεδονία, Θεσσαλία, Στερεά, Πελοπόννησο) και μέσω της Ηπείρου και του Ανατολικού Ιλλυρικού ξεκίνησε την μοιραία πορεία προς τη Δύση. Και καθώς “όλοι οι δρόμοι οδηγούσαν στη Ρώμη”, ο Αλάριχος με τους συνασπισμένους πρόσφυγες και μετανάστες άλωσαν τελικά την αιωνία πόλη το 410, εγκαινιάζοντας ουσιαστικά τη σταδιακή κατάλυση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και σηματοδοτώντας τον επερχόμενο Μεσαίωνα. Κατά τους δύο επόμενους αιώνες τα σύνορα του Ρήνου και του Δούναβη κατέρρευσαν από τις συνεχείς διελεύσεις ξένων λαών που εγκαθίσταντο στα εδάφη της Αυτοκρατορίας και οι ίδιοι οι ποταμοί απώλεσαν οριστικά την έννοια και τον ρόλο που τους είχαν προσδώσει οι Ρωμαίοι.-